‘Πραγματικά πιστεύω πως υπάρχουν πράγματα που κανείς δεν θα τα έβλεπε αν δεν τα φωτογράφιζα.’
‘Μια φωτογραφία είναι ένα μυστικό για ένα μυστικό. Όσο περισσότερα βλέπεις, τόσα λιγότερα γνωρίζεις’
‘Θέλω να φωτογραφίζω το κακό’
‘Γεννήθηκα πάνω – πάνω στην κλίμακα του κοινωνικού καθωσπρεπισμού της μεσαίας τάξης και αμέσως άρχισα να την κατεβαίνω όσο πιο γρήγορα μπορούσα.’
Η Νταϊάν Άρμπους γεννήθηκε το 1923 στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς της, εβραίοι ρωσο-πολωνικής καταγωγής, είχαν κάνει μεγάλη περιουσία χάρη στο εμπόριο γούνας με το οποίο ασχολούνταν. Η Νταϊάν, ιδιαιτέρως εσωστρεφής, με έντονες καλλιτεχνικές τάσεις και ιδιόρρυθμο χαρακτήρα, μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες συμμετοχής στη ζωή και στην επιχείρηση της οικογένειας, βρήκε την πραγματική της κλίση στα μυστικά του φωτογραφικού φακού.
Η καταγωγή και η οικονομική άνεση της Άρμπους θα μπορούσαν να την κατατάξουν εύκολα στο ελιτίστικο σύμπαν της Νέας Υόρκης. Αυτό το ενδεχόμενο η Νταϊάν το είδε ως την εγκλωβιστικότερη καταδίκη που θα μπορούσε ποτέ να της επιβληθεί. Ο χαρακτήρας, η μοίρα, η ιδιοσυγκρασία της ή ίσως και όλα μαζί, την ώθησαν στην επιλογή του διαφορετικού.
Στα δεκατέσσερα ερωτεύεται τον υπάλληλο του πατέρα της, Άλαν Άρμπους με τον οποίο παντρεύεται στα 18. Ο Άρμπους είναι ο πρώτος της δάσκαλος της τέχνης της φωτογραφίας.
Η Νταϊάν φωτογραφίζει με τη φωτογραφική μηχανή που της κάνει δώρο ο άντρας της, ακούραστα και με αφοσίωση. Ανοίγει μαζί του ένα φωτογραφικό στούντιο με το όνομα ‘Diane and Allan Arbus’.
Όντας όμως εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους, τόσο σε προσωπικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο, ο συζυγικός χωρισμός δεν αργεί να επέλθει. Το 1958 σπουδάζει φωτογραφία στο New School of Social Research στο πλευρό της Λιζέτ Μόντελ.
Ακόμη πιο μοιραία είναι η σχέση της με το ζωγράφο Μάρβιν Ίσραελ στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Αυτή η σχέση, πνευματική, καλλιτεχνική και ερωτική, θα στοιχειώνεται πάντα από τον γάμο του Ίσραελ. Εκείνη την περίοδο η Άρμπους θα γευθεί την πιο κορυφαία καλλιτεχνική αναγνώριση εφόσον οι φωτογραφίες της θα κοσμήσουν τα μεγαλύτερα περιοδικά μόδας και τέχνης, θα συμπεριληφθούν στις διασημότερες συλλογές κορυφαίων μουσείων και η ίδια θα κληθεί να διδάξει σε Πανεπιστήμια και Σχολές Τέχνης.
Για πάρα πολλά χρόνια η Άρμπους θα φωτογραφίζει ανθρώπους που εκ γενετής ή από επιλογή αποκλίνουν από το κοινώς αποδεκτό ‘φυσιολογικό’: φωτογραφίζει παραμορφωμένους ανθρώπους, τέρατα τσίρκων, γίγαντες, ερμαφρόδιτους, τραβεστί, νάνους, σιαμαίους καθώς και άτομα που απλώς επέλεξαν να είναι και να φαίνονται εκκεντρικά.
Η έλξη που αυτό το παράξενο περιβάλλον ασκεί πάνω της είναι μυστηριώδης και πολύ ισχυρή. Μέσα σ’ αυτόν τον σκοτεινό κόσμο αιωρούνται οι κρυφές πτυχές του ανεξιχνίαστου εαυτού της. Αυτές ακριβώς οι πλευρές της είναι που την καθιστούν γοητευτική, διαφορετική και υπέροχη. Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να εκφράσει αυτές τις συγκεκριμένες πλευρές της είναι το πάτημα μιας δημιουργικής σκανδάλης που την καθιστά κορυφαία στο είδος της.
Μέσα από το βλέμμα που απλώνει πάνω στους αγαπημένους της εφιάλτες και μέσα από τις μαγικές εικόνες τους, η Νταϊάν Άρμπους κατορθώνει να μας μεταφέρει σε φανταστικούς κόσμους παραμυθιών και ονείρων που τελικά ανακαλύπτουμε πως δύσκολα μπορούμε να αντέξουμε εξαιτίας της ωμής πραγματικότητας που αυτοί απεικονίζουν. Πάνω σε αυτό το παράδοξο χτίζεται ο μύθος της Άρμπους και κατασκευάζεται το συγκλονιστικότερο φωτογραφικό οδοιπορικό της εποχής μας.
‘Βλέπεις κάποιον στο δρόμο κι αυτό που παρατηρείς είναι το ελάττωμά του. Γι’ αυτό, εκείνο που έχει σημασία να ξέρεις είναι ότι ποτέ δεν ξέρεις. Προχωράς πάντα ψηλαφιστά’. ‘Εκείνο που με συγκινεί (στη φωτογραφία) είναι ότι προέρχεται από κάποιο μυστηριώδες βάθος… από κάποιες βαθιές επιλογές που κάποιος κάνει πολύ αργά και που τον στοιχειώνουν για πάντα. Το να επινοείς (μια τεχνική) είναι βασικά αυτό το λεπτό, αναπόφευκτο πράγμα. Είναι ταυτόχρονα εκατομμύρια επιλογές. Είναι και τύχη, ίσως και κακοτυχία… Αλλά τίποτα δεν γίνεται εν ψυχρώ. Θέλω να πω, αυτό που προέρχεται από την ίδια σου τη φύση, από την ταυτότητά σου. Όλοι έχουμε μια ταυτότητα. Δεν το αποφεύγει κανείς αυτό. Είναι εκείνο που μένει όταν έχεις αφαιρέσει όλα τα άλλα.’
Η Νταϊάν Άρμπους αυτοκτόνησε καταπίνοντας ένα κουτί βαρβιτουρικά, κόβοντας τις φλέβες της και περιμένοντας γαλήνια το θάνατο ξαπλωμένη σε μια λευκή άδεια μπανιέρα. Είναι βέβαιο πως οι περιθωριακοί της φίλοι, νεκροί ή ζωντανοί, φτερούγιζαν ολόγυρά της καθώς πλησίαζε το τέλος. Το αιώνιο περιθώριο καλωσόρισε στο βασίλειό του μια εξαιρετική προσωπικότητα κι ένα σπάνιο πνεύμα δημιουργικότητας και αξιοθάυμαστης ομορφιάς.
Η μοναδική άγκυρα που έδεσε ποτέ την Άρμπους με την πραγματικότητα δεν ήταν άλλη από αυτή την τελευταία πράξη θανάτου την οποία η ίδια επέλεξε ως αποχαιρετιστήρια εμφάνιση στα μάτια του κοινού της.
(φωτογραφίες Diane Arbus)