Thethreewishes’s Weblog

Ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει

Ιανουαρίου 11, 2008 · 10 σχόλια

jolie2pt.jpg

Η Ατζελίνα και ο Ατζελίνος (Οι “Μη τρώτε άλλο από τα σωθικά μας”)

mitchbeckhampic.gif

αποφασίσανε μια φορά και έναν καιρό να διαμαρτυρηθούν.

και φορέσανε τα αγαπημένα τους T shirt που παραπέμπουν στην κολεκτίβα των Crass και της Crass Records.

Με αφορμή Post του Indictos  και αφιερωμένο εξαιρετικά στον ίδιο.

Treble

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία

An imaginary portrait of Diane Arbus

Ιανουαρίου 11, 2008 · 2 σχόλια

images29.jpgimages20.jpgimages26.jpgimages15.jpgimagesarbusherself.jpgimages2.jpgimages7.jpgimages1.jpg

Peepshow, creepshow, where did you get those eyes?… 

Φωτογραφίζοντας τέρατα  αποκαλύπτεται η πιο μυστήρια ομορφιά του κόσμου.

Η Νταϊάν Άρμπους είναι η πιο αμφιλεγόμενη φωτογράφος των περιθωριακών ανθρώπων του 20ου αιώνα. Ο φακός της ελκύεται από το παράξενο, από το διαφορετικό, από κάθε είδους παρακμή και μαζί τους γίνεται ένα…

‘Πραγματικά πιστεύω πως υπάρχουν πράγματα που κανείς δεν θα τα έβλεπε αν δεν τα φωτογράφιζα.’

‘Μια φωτογραφία είναι ένα μυστικό για ένα μυστικό. Όσο περισσότερα βλέπεις, τόσα λιγότερα γνωρίζεις’

 ‘Θέλω να φωτογραφίζω το κακό’ 

‘Γεννήθηκα πάνω – πάνω στην κλίμακα του κοινωνικού καθωσπρεπισμού της μεσαίας τάξης και αμέσως άρχισα να την κατεβαίνω όσο πιο γρήγορα μπορούσα.’

Η Νταϊάν Άρμπους γεννήθηκε το 1923 στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς της, εβραίοι ρωσο-πολωνικής καταγωγής, είχαν κάνει μεγάλη περιουσία χάρη στο εμπόριο γούνας με το οποίο ασχολούνταν. Η Νταϊάν, ιδιαιτέρως εσωστρεφής, με έντονες καλλιτεχνικές τάσεις και ιδιόρρυθμο χαρακτήρα, μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες συμμετοχής στη ζωή και στην επιχείρηση της οικογένειας, βρήκε την πραγματική της κλίση στα μυστικά του φωτογραφικού φακού.

Η καταγωγή και η οικονομική άνεση της Άρμπους θα μπορούσαν να την κατατάξουν εύκολα στο ελιτίστικο σύμπαν της Νέας Υόρκης. Αυτό το ενδεχόμενο η Νταϊάν το είδε ως την εγκλωβιστικότερη καταδίκη που θα μπορούσε ποτέ να της επιβληθεί. Ο χαρακτήρας, η μοίρα, η ιδιοσυγκρασία της ή ίσως και όλα μαζί, την ώθησαν στην επιλογή του διαφορετικού.  

Στα δεκατέσσερα ερωτεύεται τον υπάλληλο του πατέρα της, Άλαν Άρμπους με τον οποίο παντρεύεται στα 18. Ο Άρμπους είναι ο πρώτος της δάσκαλος της τέχνης της φωτογραφίας.

Η Νταϊάν φωτογραφίζει με τη φωτογραφική μηχανή που της κάνει δώρο ο άντρας της,  ακούραστα και με αφοσίωση. Ανοίγει μαζί του ένα φωτογραφικό στούντιο με το όνομα ‘Diane and Allan Arbus’.

Όντας όμως εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους, τόσο σε προσωπικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο, ο συζυγικός χωρισμός δεν αργεί να επέλθει.  Το 1958 σπουδάζει φωτογραφία στο New School of Social Research στο πλευρό της Λιζέτ Μόντελ.

Ακόμη πιο μοιραία είναι η σχέση της με το ζωγράφο Μάρβιν Ίσραελ στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Αυτή η σχέση, πνευματική, καλλιτεχνική και ερωτική, θα στοιχειώνεται πάντα από τον γάμο του Ίσραελ. Εκείνη την περίοδο η Άρμπους θα γευθεί την πιο κορυφαία καλλιτεχνική αναγνώριση εφόσον οι φωτογραφίες της θα κοσμήσουν τα μεγαλύτερα περιοδικά μόδας και τέχνης, θα συμπεριληφθούν στις διασημότερες συλλογές κορυφαίων μουσείων και η ίδια θα κληθεί να διδάξει σε Πανεπιστήμια και Σχολές Τέχνης.

Για πάρα πολλά χρόνια η Άρμπους θα φωτογραφίζει ανθρώπους που εκ γενετής ή από επιλογή αποκλίνουν από το κοινώς αποδεκτό ‘φυσιολογικό’: φωτογραφίζει παραμορφωμένους ανθρώπους, τέρατα τσίρκων, γίγαντες, ερμαφρόδιτους, τραβεστί, νάνους, σιαμαίους καθώς και άτομα που απλώς επέλεξαν να είναι και να φαίνονται εκκεντρικά.

Η έλξη που αυτό το παράξενο περιβάλλον ασκεί πάνω της είναι μυστηριώδης και πολύ ισχυρή. Μέσα σ’ αυτόν τον σκοτεινό κόσμο αιωρούνται οι κρυφές πτυχές του ανεξιχνίαστου εαυτού της. Αυτές ακριβώς οι πλευρές της είναι που την καθιστούν γοητευτική, διαφορετική και υπέροχη.  Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να εκφράσει αυτές τις συγκεκριμένες πλευρές της είναι το πάτημα μιας δημιουργικής σκανδάλης που την καθιστά κορυφαία στο είδος της.

Μέσα από το βλέμμα που απλώνει πάνω στους αγαπημένους της εφιάλτες και μέσα από τις μαγικές εικόνες τους,  η Νταϊάν Άρμπους κατορθώνει να μας μεταφέρει σε φανταστικούς κόσμους παραμυθιών και ονείρων που τελικά ανακαλύπτουμε πως δύσκολα μπορούμε να αντέξουμε εξαιτίας της ωμής πραγματικότητας που αυτοί απεικονίζουν. Πάνω σε αυτό το παράδοξο χτίζεται ο μύθος της Άρμπους και κατασκευάζεται το συγκλονιστικότερο φωτογραφικό οδοιπορικό της εποχής μας.

‘Βλέπεις κάποιον στο δρόμο κι αυτό που παρατηρείς είναι το ελάττωμά του. Γι’ αυτό, εκείνο που έχει σημασία να ξέρεις είναι ότι ποτέ δεν ξέρεις. Προχωράς πάντα ψηλαφιστά’. ‘Εκείνο που με συγκινεί (στη φωτογραφία) είναι ότι προέρχεται από κάποιο μυστηριώδες βάθος… από κάποιες βαθιές επιλογές που κάποιος κάνει πολύ αργά και που τον στοιχειώνουν για πάντα. Το να επινοείς (μια τεχνική) είναι βασικά αυτό το λεπτό, αναπόφευκτο πράγμα. Είναι ταυτόχρονα εκατομμύρια επιλογές. Είναι και τύχη, ίσως και κακοτυχία… Αλλά τίποτα δεν γίνεται εν ψυχρώ. Θέλω να πω, αυτό που προέρχεται από την ίδια σου τη φύση, από την ταυτότητά σου. Όλοι έχουμε μια ταυτότητα. Δεν το αποφεύγει κανείς αυτό. Είναι εκείνο που μένει όταν έχεις αφαιρέσει όλα τα άλλα.’

Η Νταϊάν Άρμπους αυτοκτόνησε καταπίνοντας ένα κουτί βαρβιτουρικά, κόβοντας τις φλέβες της και περιμένοντας γαλήνια το θάνατο ξαπλωμένη σε μια λευκή άδεια μπανιέρα. Είναι βέβαιο πως οι περιθωριακοί της φίλοι, νεκροί ή ζωντανοί, φτερούγιζαν ολόγυρά της  καθώς πλησίαζε το τέλος. Το αιώνιο περιθώριο καλωσόρισε στο βασίλειό του μια εξαιρετική προσωπικότητα κι ένα σπάνιο πνεύμα δημιουργικότητας και αξιοθάυμαστης ομορφιάς.

Η μοναδική άγκυρα που έδεσε ποτέ την Άρμπους με την πραγματικότητα δεν ήταν άλλη από αυτή την τελευταία πράξη θανάτου την οποία η ίδια επέλεξε ως αποχαιρετιστήρια εμφάνιση στα μάτια του κοινού της.

 

(φωτογραφίες Diane Arbus)

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία

The Garden

Ιανουαρίου 11, 2008 · 1 σχόλιο

pj_harvey.jpg
And he was walking in the garden
And he was walking in the night
And he was singing a sad love song
And he was praying for his life

And the stars came out around him
He was thinking of his sins
And he’s looking at his song-bird
And he’s looking at his wings

There, inside the garden
Came another with his lips
Said “won’t you come
and be my lover ?”
“Let me give you a little kiss”

And he came knelt down before him
And fell upon his knees
“I will give you gold and mountains
If you stay a while with me”

And there was trouble
Taking place
Trouble
Taking place

There, inside the garden
They kissed and the sun rose
And he walked a little further
And he found he was alone

And the wind it gathered round him
He was thinking of his sins
And he’s looking for his song-bird
He was looking for his wings

And there was trouble
Taking place
Trouble
Taking place

There was trouble
Taking place
Trouble
Taking place

 

(φωτογραφία PJ Harvey)

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία

Last night PJ saved my life

Ιανουαρίου 11, 2008 · Γράψτε ένα σχόλιο

gregory_crewdson.jpg

Από το παράθυρο του 13ου ορόφου του κτιρίου όπου καθημερινά περνάω τη μισή ζωή μου, κοιτάζω το γυμνό πάρκο της μητρόπολης που γεμίζει το οπτικό μου πεδίο. Στο βάθος της εικόνας, μια γιγάντια πέτρινη αψίδα-απομεινάρι περασμένων μεγαλείων στέκει παγωμένη και γκριζωπή. Πάνω της, δυο αγέρωχα άλογα που ο χρόνος και η ρύπανση της πόλης τα έχουν οξειδώσει ανεπανόρθωτα είναι έτοιμα να καλπάσουν στον αέρα. Στο άρμα που σέρνουν ξωπίσω τους ένας περήφανος σαλπιγκτής έχει υψώσει τη σάλπιγγά του προς τον ουρανό και στέλνει μηνύματα νίκης στους αιθέρες. Πίσω του, μια  λυγερόκορμη Αθηνά με χλαμύδα που ανεμίζει μαρμάρινη και ταλαιπωρημένη, ακολουθεί πεζή. 

Πέρα από όλα αυτά αιωρείται ο πλούσιος, βαρύς ουρανός που εξύμνησαν με πάθος οι Φλαμανδοί ζωγράφοι. Σκέφτομαι πως αυτά τα αιώνια σύννεφα θα τα αναγνώριζα ευκολότερα από τους πίνακες πάνω στους οποίους τα έχω δει αποτυπωμένα παρά από τις φορές που τα έχω κοιτάξει με τα ίδια μου τα μάτια. Αυτό με κάνει να πιστεύω πως γενικώς είμαι πιο επιρρεπής στη δημιουργία εντυπώσεων παρά στη γνώση που προέρχεται από πραγματική εμπειρία. Η επόμενη σκέψη μου είναι πως αυτή η σκέψη τελικά δεν έχει και μεγάλη σημασία. 

Πριν από μερικές μέρες, περνώντας με ένα ταξί από την οδό Αθηνάς, είδα ένα ετοιμόρροπο νεοκλασικό σπίτι με την τεράστια επιγραφή πάνω του: «Το οίκημα διατίθεται». Αυτό το κτίριο το βλέπω κάθε φορά που περνάω από εκείνο το δρόμο. Σκέφτηκα ότι το γηραιό γκριζόμαυρο οικοδόμημα κάποτε ήταν νεόκτιστο και λαμπερό. Τα διαλυμένα παντζούρια του κάποια χέρια με λιμαρισμένα γυάλινα νύχια τα είχαν ανοιγοκλείσει με χάρη κάτω από το φως του καταγάλανου αττικού ουρανού. Τα όμορφα καγκελωτά μπαλκόνια του τώρα ψυχορραγούν. Κάποτε όμως είχαν στηρίξει ντελικάτα σώματα δεσποινίδων με μακριά μαργαριταρένια κολιέ, λευκά δαντελωτά φορέματα και καλοσιδερωμένες ποδιές. Ατλαζένιες κουρτίνες κρέμονταν μπροστά από τα τωρινά σπασμένα τζάμια σκεπάζοντας από τα βλέμματα των περαστικών τους πάλαι ποτέ κατοίκους του αρχοντικού. Ο δρόμος που τώρα έζεχνε από καυσαέριο και τσίκνα κι ήταν τίγκα στα ταξί και στα φορτηγά κάποτε ήταν γεμάτος ξύλινες στιλβωμένες άμαξες και κομψούς περαστικούς με ημίψηλα καπέλα και μπαστουνάκια με ελεφάντινες λαβές.  

Αυτές οι σκέψεις δεν έχουν τίποτε το πρωτότυπο. Ενδέχεται δε να μην είναι καν σκέψεις παρά απλά απομεινάρια εντυπώσεων από κάποια σκηνή από ταινία που είδα ή από κάποιο βιβλίο που διάβασα. Μπορεί η σκηνή να με εντυπωσίασε κι έτσι να αποφάσισα να την κάνω πραγματική με τον τρόπο μου, δίνοντάς της υπόσταση μέσα από κάποια υποθετική ιστορία που φαντάζομαι αυθαίρετα πως διαδραματίστηκε εκεί στο παρελθόν. Εντούτοις, αυτές οι σκηνοθετημένες εικόνες  επαναλαμβάνονται στο μυαλό μου κάθε φορά που βρίσκομαι στην περιοχή. Πάντα. Ίδιες κι απαράλλαχτες. Μικρές αιχμηρές μανίες που τρέχουν κάνοντας κατάληψη στον εγκέφαλο και στη διάθεσή μου όποτε οι συγκυρίες τις ευνοήσουν.  

Πιο πέρα τα βρώμικα, τσακισμένα πεζοδρόμια με τις σκοτωμένες πλάκες και τις αγαπημένες μου ασθενικές νεραντζιές με τους μισοασβεστωμένους κορμούς που αγκομαχούν ανάμεσα σε κάδους σκουπιδιών και πεταμένα χαρτόκουτα, δίνουν μια διέξοδο στα πάντα. Τα κόκκινα φώτα των αθηναϊκών αυτοκινήτων που φρενάρουν και οι υστερικές κόρνες δεξιά κι αριστερά επαναφέρουν το παρόν στη θέση του με απλότητα και αδιαφορία. 

Η μέρα πέρασε και το πάρκο αχνοφαίνεται από τον 13ο όροφο.

Η μισή ζωή μου τέλειωσε για σήμερα. Το σούρουπο βάφει τον φλαμανδικό ουρανό με ζεστά μωβ χρώματα και η πέτρινη αψίδα ετοιμάζεται για νυχτερινό πάρτι προβολέων. Μέσα στο κεφάλι μου κυκλοφορεί ασταμάτητα το τραγούδι «The Garden» της  PJ Harvey. Φοράω το παλτό μου, σβήνω τα φώτα και το ζήτημα λήγει εδώ.      

(φωτογραφία Gregory Crewdson)

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία