Είναι απόγευμα και η μέρα έχει ένα απαλό πρασινωπό χρώμα. Μια γυναίκα στέκεται ακίνητη και κοιτάζει σαν μέσα από φακό την απέναντι πλευρά ενός απροσδιόριστου χώρου. Εκεί υπάρχουν ένα μπουλούκι άνθρωποι σε μικρογραφία. Είναι σκυφτοί, γονατισμένοι και βλέπει μόνο τις πλάτες τους. Φοράνε ρούχα που μοιάζουν με στρατιωτικές στολές και φαίνονται να συζητάνε κάτι μεταξύ τους αλλά ως εκείνη δεν φτάνει κανένας ήχος.
Οι άνθρωποι αυτοί έχουν ασημοπράσινο χρώμα, σαν παλιά αγαλματάκια ή μολυβένια στρατιωτάκια που πετυχαίνει κανείς σε υπαίθριο παζάρι ή σε κατάστημα με παλιά παιχνίδια.

Ξαφνικά στις ωμοπλάτες τους αρχίζουν να ξεπροβάλλουν φτερά. Αυτό γίνεται σε ταχύτατο ρυθμό, τα φτερά φυτρώνουν αστραπιαία πάνω στα σώματα τα οποία αποκτούν σταδιακά φυσιολογικό μέγεθος. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σιγά σιγά σε αγγέλους που σηκώνονται από τη γονατιστή στάση τους κι αρχίζουν να πλησιάζουν την γυναίκα σαν κουρδισμένοι.
Εκείνη τους κοιτάζει γαλήνια και σκέφτεται ότι έτσι όπως φύτρωναν τα φτερά τους έμοιαζαν με σύννεφα που τα κινεί γοργά ο άνεμος, κι αυτή είναι μια από τις αγαπημένες της εικόνες.