…
Mirror
I am silver and exact. I have no preconceptions.
What ever you see I swallow immediately
Just as it is, unmisted by love or dislike.
I am not cruel, only truthful—
The eye of a little god, four-cornered.
Most of the time I meditate on the opposite wall.
It is pink, with speckles. I have looked at it so long
I think it is a part of my heart. But it flickers.
Faces and darkness separate us over and over.
Now I am a lake. A woman bends over me,
Searching my reaches for what she really is.
Then she turns to those liars, the candles or the moon.
I see her back, and reflect it faithfully.
She rewards me with tears and an agitation of hands.
I am important to her. She comes and goes.
Each morning it is her face that replaces the darkness.
In me she has drowned a young girl, and in me an old woman
Rises toward her day after day, like a terrible fish.
Sylvia Plath
…

Παραμύθι
Ας φανταστούμε πως κάποτε οι τρεις γυναίκες ζούν σε μια μικρή χώρα της Βόρειας Ευρώπης. Στο Λουξεμβούργο, ας πούμε.
Το πρωί, πολύ νωρίς, θα έπιναν το καυτό τσάι τους στο γραφικό Café Namur στο κέντρο της πόλης, δοκιμάζοντας μικρές τάρτες φράουλα και σοκολάτα. Όλο το πατάρι θα αντηχούσε από τις συζητήσεις τους και θα έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση τα κομψοντυμένα γκαρσόνια που θα παρακαλούσαν σιγανά να αδειάσει το τραπέζι με τις τρεις παράξενες κυρίες που απήγγειλαν ποιήματα και λέρωναν τα καθίσματα με νερομπογιές και νότες.
Το μεσημέρι οι τρεις φίλες θα έκαναν βόλτες στο Grund όμως η τρομερή υγρασία του τοπίου σύντομα θα τις ανάγκαζε να κουμπώσουν τα μακριά μάλλινα παλτά τους και να εγκαταλείψουν το ποτάμι για να συνεχίσουν με μια μικρή βόλτα στα στενάκια της παλιάς πόλης, γύρω από το παλάτι και την υπαίθρια αγορά λουλουδιών. Πιασμένες αγκαζέ θα έκαναν τον περίπατό τους σχολιάζοντας τον καιρό του Μεγάλου Δουκάτου, τις εξελίξεις στην ταραγμένη ζωή της Μαρίας Τερέζας και τα νέα ασφαλιστικά μέτρα στις τράπεζες που με εντελώς αυθάδη τρόπο κλέβουν τους φόρους των εργαζομένων κάνοντάς τους κέρδος για τις διεθνείς εταιρείες μάρκετινγκ.
Το απόγευμα, μετά από μια μικρή παύση για ένα μπωλ ζεστή σούπα στο ξύλινο Interview, θα επέστρεφαν στη μικρή σοφίτα τους και θα χάζευαν τη θέα πάνω από το πάρκο του Merl. Η Τζοάννα θα έπαιζε στο πιάνο ή στην άρπα της μερικά κομμάτια και η Σύλβια θα έγραφε τους στίχους για το νέο μελωποιημένο ποίημα που θα ετοίμαζαν μαζί. Στο βιβλίο με τα νέα ποιήματα η Φρίντα θα έβαζε τις ζωγραφιές της, γεμίζοντάς το με κόκκινες και πορτοκαλί πινελιές και καταπράσινους παπαγάλους. Κοιτώντας τη λίμνη στη μέση του πάρκου, καμιά από τις τρεις δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να ταΐσει τις λευκές πάπιες και τους κύκνους με ξεροκόμματα ψωμιού κι έτσι οι τρεις φίλες θα φορούσαν τα καπέλα τους , θα κατέβαιναν προσεκτικά τα πέτρινα σκαλιά του μεσαιωνικού κτιρίου που θα φιλοξενούσε το διαμέρισμά τους στη συμβολή των οδών 10 Septembre και Pierre Dupont και θα έφταναν ως το ζωηρό γρασίδι στις όχθες της λίμνης.
Αρκετή ώρα μετά, κατά το σούρουπο, ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και ένα αρχαίο πιάνο θα τις έφερναν στο πάλαι ποτέ Art Cafe, όπου θα συναντούσαν τη Rosa Luxembourg, τη Niki de Saint Phalle και τον Frank Wilhelm καθισμένους στο γωνιακό τραπέζι κι έτοιμους για μια παρτίδα ντάμα. Η νύχτα θα περνούσε με φωνές και μεθυσμένα γέλια, η παρέα θα ήταν η ψυχή του μαγαζιού και λίγο πριν το ξημέρωμα, ένα τελευταίο πορτώ θα ήταν κερασμένο από τον γηραιό ιδιοκτήτη που επιτέλους θα γύριζε στο σπίτι του να χωθεί κάτω από το ζεστό πάπλωμά του και να ονειρευτεί πως ζει μιαν άλλη ζωή σε μια εξωτική ζεστή χώρα, ας πούμε στην Ελλάδα.
Οι τρεις φίλες θα επέστρεφαν τουρτουρίζοντας στη σοφίτα τους και θα περίμεναν το πρώτο φως της μέρας. Το φεγγάρι θα κρυβόταν πίσω από θολά σύννεφα και τα πουλιά του πάρκου θα άρχιζαν να τραγουδούν. Κλείνοντας τότε τις βαριές μπλε κουρτίνες θα πιάνονταν χέρι χέρι και θα βυθίζονταν στα πιο παγωμένα όνειρα του βορρά. Η Τζοάννα, η Φρίντα και η Σύλβια, με ξυλιασμένα δάχτυλα θα καλωσόριζαν ένα καινούριο όνειρο σε τρεις διαφορετικές εκδοχές. Την επόμενη μέρα ένα τραγούδι, μια ζωγραφιά κι ένα ποίημα θα γεννιόντουσαν στον κόσμο.
Το Μεγάλο Δουκάτο του μικρού Λουξεμβούργου θα είχε τότε έναν ακόμα λόγο ύπαρξης.
Η αλήθεια είναι βέβαια πως τα παραμύθια δεν συμβαίνουν ποτέ στην πραγματικότητα, κι αυτό είναι ένα πρόβλημα.
Μήπως όμως και στη μη παραμυθένια μας πραγματικότητα μπορούμε να βρίσκουμε που και που κάμποσα όμορφα πράγματα?
…
(Η ιστορία αφιερώνεται στην “Μ” που εσχάτως δεν έχει κέφια)