Πέρασε η εβδομάδα των Δευτέρων της ξηρασίας και βρέθηκα ξαφνικά στα εύφορα χωράφια της Παρασκευής. Πέταξε σαν το σπίνο ο καιρός, ούτε που τον κατάλαβα, τόσο μικρούλης που έγινε τελευταία. Μια μέρα αντικαθιστά αίφνης ολόκληρη την εβδομάδα και μου ρίχνει μια κλωτσιά προς το μέλλον. Μακάρι να πέσω στα μαλακά.
-”Πρόσεξε, Ζ. Περνάς με κόκκινο!” -”Δεν είναι κόκκινο. Απλώς μια εντύπωση είναι…”. Ασχολίαστο.
Ζέστη και συννεφιά, ο καιρός γκρινιάζει και ζηλεύει τα ταξιδιάρικα πουλιά που του ξεφεύγουν για τις ζεστές χώρες. Αεροπλάνα διασχίζουν τον ουρανό με τη συχνότητα που οι μύγες κολλάνε πάνω σε ένα ξεχασμένο καρπούζι το καλοκαίρι. Τα σύννεφα παραμερίζουν και τότε ο ήλιος προβάλλει λαμπερός.
Είμαι χαρούμενη. Με περιμένει το ωραιότερο μέρος του κόσμου να ακούσω την τραγουδιστή γλώσσα του, να καλημερίσω τους αλλόκοτους κατοίκους του, να αφήσω την πόρτα μου ανοιχτή στους περίεργους περαστικούς, να χαρώ τα δροσερά νερά του και να απολαύσω τα φρουτένια λικέρ του κάτω από τις οξιές της πλατείας. Δεν γεννήθηκα ούτε μεγάλωσα στην Κέρκυρα, είναι όμως η πατρίδα μου.
Πατρίδα είναι άραγε οι επιλογές μας ή η καταγωγή μας;
Προχτές άκουσα την ιστορία ενός δικηγόρου που πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του σπουδάζοντας, κάνοντας διδακτορικό και δουλεύοντας σε ένα γνωστό δικηγορικό γραφείο στο Παρίσι. Ένα πρωί ξύπνησε, βγήκε στους μποτιλιαρισμένους δρόμους, έφτασε στο γραφείο του, άνοιξε τα χαρτιά του, τα κοίταξε κι αναρωτήθηκε: μα τι σκατά κάνω εγώ εδώ μέσα;
Έτσι, έγινε κηπουρός. Αυτό που ονειρευόταν πάντοτε. Έκτοτε είναι ο πιο περιζήτητος κηπουρός της περιοχής, κι όπως είπε, είναι ένας απολύτως ευτυχισμένος άνθρωπος.
Μα τι σκατά κάνω εγώ εδώ μέσα;…
Η εσώτερη φωνή που με βρίσκει πάντα στα δύσκολα και ηχεί στεντόρια στα αυτιά μου, μου απαντά: “Προς το παρόν, φεύγεις. Όλα αυτά ας τα σκεφτούμε αργότερα”.
Μήπως όμως οι πολλές αναβολές κάνουν το γλυκό να χαλάει; Μήπως κάνουν ξύδι το κρασί; Μήπως αργήσω;…
Μια συνάδελφος μου έστειλε ένα μέηλ όπου μου έλεγε: “Πέρνα καλά, ξέχνα τη δουλειά και τα ντοσιέ σου, φύγε κι όταν γυρίσεις όλες οι εκδόσεις σου θα σε περιμένουν έτοιμες πάνω στο γραφείο σου, μην ανησυχείς. Από αύριο δεν υπάρχουμε για σένα. Μετά από δύο μήνες να μας ξαναθυμηθείς. Τώρα η δουλειά σου is none of your business“.
Ακόμα χαμογελάω…
Θέλω χαϊδευτικές νυχτερινές μουσικές και ποτά σε χαμηλά ποτήρια, ζεστά μεσημέρια με καρπούζι και τάβλι, μαστίχα υποβρύχιο με τούρκικο καφέ, ίχνη από ποτήρια νερού στο μαρμάρινο τραπέζι, μυρωδιά αντιηλιακού στην παραθαλάσσια ξαπλώστρα, χάρτινες ιστορίες πίσω από τα γυαλιά ηλίου, φρουτοσαλάτες με γιαούρτι χωριάτικο και κρύα νερά στα αραβικά μου ποτηράκια, πολύχρωμα ραντάκια και πέδιλα στα καντούνια, ορτανσίες στα στενά και άρωμα από επτανήσια γιασεμιά πίσω από χτιστούς φράχτες, προσκύνημα στον Άγιο και λιτανεία με φιλαρμονικές να τριγυρνούν εδώ κι εκεί, το μεγάλο σχολικό χάρτη μου στον τοίχο, μικρά φοιτητικά στέκια για να κλέβω ιστορίες κρυφακούγοντας τους διπλανούς, ανοιχτά παράθυρα για να ρίχνω λαθραίες ματιές στις ζωές των άλλων, ηλιοβασιλέματα στον Πέλεκα και μπάνιο στο Σιδάρι.
Καμιά φορά σκέφτομαι πως τα πράγματα μπορεί να είναι πιο όμορφα όταν τα ζωγραφίζω στο μυαλό μου παρά όταν τα ζω κανονικά.
“Να το προσέξεις αυτό”.
“Θα το προσέξω η απρόσεχτη”, είπα και συνέχισα να ονειροπολώ με την ησυχία μου.
Δεν θα χαθούμε. Θα έρχομαι συχνά και θα σας διηγούμαι νέα μου. Το ίδιο περιμένω κι από εσάς.
Καλό καλοκαίρι, με πολλές ευχές, από τις τρεις ευχές!












