Μετά από τόσα χρόνια στο αιώνιο νησί των εκπλήξεων, με θαυμασμό ανακαλύπτω ότι υπάρχουν δρομάκια που δεν τα περπάτησα ποτέ. Νομίζει κανείς πως γνωρίζει έναν τόπο και ξάφνου ανακαλύπτει πως του είναι μάλλον άγνωστος ή έστω ελάχιστα γνωστός.
Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Κι ας μην το παραδεχόμαστε σε μερικές περιπτώσεις.
Με εκνευρίζει ο αυθαίρετος περιορισμός της επικοινωνίας σύμφωνα με τις προσωπικές εκτιμήσεις των ανθρώπων. Με απογοητεύει να μένει μια ερώτηση αναπάντηση όταν ο παραλήπτης της κρίνει πως απλώς δεν χρήζει απαντήσεως. Είναι άγριο να περνάει η σκέψη από φίλτρο. Το ίδιο και η ολοκλήρωσή της.
Οι ανόητες ερωτήσεις έχουν μια θέση στον κόσμο. Έστω και γαλαρία. Και περιμένουν μια απάντηση. Έστω και καταχρηστική. Ή χαριστική.
Οι ανάγκες εκφράζουν εκείνον που τις εκδηλώνει. Η αντιμετώπισή τους εκφράζει εκείνον που κλήθηκε να τις καλύψει. Το παιχνιδάκι αυτό το παίζουν δύο ή και περισσότεροι παίκτες.
Οι φωνές και οι ιδέες που πέφτουν σε τοίχο κάποια μέρα θα εξεγερθούν και θα κάνουν κατάληψη στον κόσμο της επικοινωνίας. Και τότε θα ακούγονται μόνο αυτές.
Οι όμορφες πόρτες του μυαλού μου ανοιγοκλείνουν κι αποκαλύπτουν άλλες, λιγότερο γοητευτικές. Όλες τους όμως οδηγούν κάπου. Σε ένα κάπου το οποίο ευχόμουν και ήλπιζα από παιδί. Μοιάζουν με τα στενάκια του νησιού. Ποτέ δεν ξέρεις με σιγουριά πού θα σε βγάλουν. Πάντα όμως σε οδηγούν κάπου. Σε ένα κάπου που γεννά δρόμους και νέες κατευθύνσεις. Και δεν τελειώνει πουθενά.
Λέει ένα τραγούδι: “Ξέρω πάντα πού είναι η όμορφη πόρτα και θα ξανάρθω όταν με χρειαστείς”.
Υπάρχει πιο πληρωτική υπόσχεση από αυτήν;
