Το καλοκαίρι σήμερα έγινε καφέ. Για πρώτη φορά, εδώ και χρόνια, κοιτάζω τον κόσμο με μάτια σκιερά κι ορθάνοιχτα. Οι ίδιες σκηνές, ή έστω παρόμοιες, επαναλαμβάνονται σε sepia mode. Με ενδιαφέρουν οι χρωματικές παραλλαγές του, όπως με ενδιαφέρει και κάθε καινούρια οπτική πάνω σε ήδη γνωστά πράγματα.
Το σημερινό νερό, όντας ο διάδοχος του χτεσινού, με υποδέχτηκε γλυκά και με ζέστανε στη φιλόξενη αγκαλιά του. Αυτή την αγκαλιά τη γνωρίζω από παιδί και την εμπιστεύομαι όσο καμιά άλλη. Ακόμα κι αν μαλώνουμε, εγώ σ’ αγαπώ και πάντα σε σένα γυρίζω.
Μην ακούς τη γκρίνια μου, άκου την αγάπη και τη σιγουριά μου όταν με νανουρίζεις. Άκου όσα δεν σου λέω. Αυτά κρύβουν την αλήθεια. Αλήθεια σημαίνει και συνενοχή.
Δεν μαζεύω πια κοχύλια και καύκαλα αχινών. Μαζεύω χρωματιστές πρωινές γυαλόπετρες, να ξαναγεμίσω το νιπτήρα μου στο μπλε σπίτι, να μου λες πως δεν είμαι εγώ για προκοπή, πως όλα τα κάνω όμορφα αλλά τελείως δύσχρηστα, να γκρινιάζεις που δεν τρέχει καλά το νερό και να σου λέω “κοίτα τις όμως πώς λάμπουν!”
Το magic girl μου έταξε μια νύχτα κάτω από τις λεμονιές μαζί με τον κοινό αγαπημένο μας. Περιμένω και σχεδιάζω ψυχεδελικούς αστερισμούς μέσα σε αυγουστιάτικους κήπους που μυρίζουν μέλλον.
Ζω μέρες αγάπης και θαλπωρής. Φωτεινά σημεία στον ορίζοντα που προσδιορίζουν την πορεία μου σ’αυτό τον κόσμο. Πολύτιμη και μοναδική, όσο και οι αστερισμοί μου. Κι ας λέω, μην με ακούτε.
“Μ’αγαπάς;” “Ναι!” Γλυκό-γλυκό μου, σε ξαναβρήκα.
Μαζί σου και τη γεύση μου.
