Thethreewishes’s Weblog

Τσίκνα

Ιουλίου 21, 2008 · 16 σχόλια

Ο τωρινός Ιούλιος είναι γεμάτος ευωδιαστές μυρωδιές και γεύσεις από την εποχή των σχολικών διακοπών και της αποκλειστικής μητρικής φροντίδας. Είναι ο μικρός, προσωπικός μήνας της γαστριμα(ρ)γικής νοσταλγίας μου. Οι συνταγές της μαμάς επανέρχονται με απλότητα και κάλλος, αγέρωχες μέσα στο χρόνο, μοναδικές και παντοδύναμες.

Γεμιστά που μυρίζουν σπιτικό δυόσμο μέχρι το δρόμο και κάνουν τα κεφάλια να γυρίζουν στο κατώφλι, ψητά στο φούρνο ραντισμένα με χυμό από φρεσκοκομένα λεμόνια από την μπροστινή λεμονιά, μπριάμ με μαϊντανό από τον κήπο, πιπεριές από τη γειτόνισσα με το πλούσιο μποστάνι, κεφτεδάκια τυλιγμένα σε χωριάτικο αλεύρι, χοιρινό με δεντρολίβανο από της θείας Ελένης, χόρτα από το βουνό, παγωμένες βυσσινάδες από χειροποίητο γλυκό και το βάζο με τη φετινή μαρμελάδα ροδάκινο να λάμπει κάτω από τον ήλιο, στολισμένο με λευκό τούλι και φως.

Καμιά γεύση δεν αντικατέστησε ποτέ επαξίως εκείνες που κατάφερνε μόνο Εκείνη, κι ακόμα μόνο από τα δικά της χέρια μπορούν να γεννηθούν. Κανένα βιβλίο συνταγών δεν φανέρωσε σωστά τα μυστικά της αξέχαστης οικογενειακής κουζίνας. Κανένα εστιατόριο της γης δεν σερβίρει τον Παράδεισο σε ένα πιάτο.

Ο Παπίρης, κάποτε, μαγείρευε μια από τις πιο συγκινητικές μακαρονάδες του κόσμου. Χοντρά χωριάτικα μακαρόνια με φρέσκο βούτυρο να στάζει περιπαθώς στο ερωτευμένο πιάτο, μπόλικο αλμυρό τυρί και κόκκινη σάλτσα από ντόπιες ντομάτες να συμπληρώνουν την οπτική και γευστική μαγεία. Με κρέας ή χωρίς, η παστιτσάδα του Παπίρη ήταν μια ιστορική εκρηκτική στιγμή για τους ανυπόμονους σιελογόνους αδένες των θαμώνων που επαναστατούσαν στη θέα της μυθικής μακαρονάδας μέσα στο βαθύ λευκό πιάτο. Ο ισόγειος Παπίρης έκλεισε τελικά επειδή ο καινούριος ιδιοκτήτης του πρώτου ορόφου έβρισκε τις μυρωδιές της κουζίνας “ενοχλητικές” και δεν άντεχε άλλο την “τσίκνα του τσιπουράδικου”.

Αν τον Αύγουστο περάσω από το πάλαι ποτέ μαγαζί της φοιτητικής μου γευστικής πανδαισίας και κλέψω κανα βράδυ την ταμπέλα του, κινδυνεύω να χαρακτηριστώ εγκληματίας;…

Ή μήπως θα με ευχαριστήσει -και μάλιστα με το πάρα πάνω- ο αγανακτισμένος ιδιοκτήτης του πρώτου ορόφου επειδή θα έχω καθαρίσει το ισόγειο από τα τελευταία “σκουπίδια”;

Στο σπίτι μου έχω ένα κουτί, ξύλινο, που μοιάζει με πειρατικό σεντούκι. Το βρήκα ένα χειμώνα σε κάποιο υπαίθριο παζάρι του βορά, παρατημένο πίσω από ρολόγια τοίχου και σκαλιστές καρέκλες με λειψά ποδάρια και τρύπια βελούδινα καθίσματα. Πάνω του κάποιος μερακλής είχε ζωγραφίσει φρούτα και λαχανικά, όμορφα και ζωντανά, σαν εκείνα που βρίσκει κανείς στους πίνακες των ζωγράφων της Αναγέννησης, οι οποίοι πρόβαλλαν το φαγητό ως το υπέρτατο στολίδι της ανθρώπινης ζωής δίπλα από τις πληθωρικές οδαλίσκες που το απολάμβαναν νωχελικά κι όλο νάζι.

Μέσα σε κείνο το σεντούκι με τα κρουστά σταφύλια και τους ώριμους λωτούς έχω φυλαγμένες χειρόγραφες συνταγές ευδαιμονίας και καλοπέρασης που κανείς άλλος δεν γνωρίζει πια (έτσι θέλω να πιστεύω, κι αφού το θέλω γίνεται). Προέρχονται από την πείρα και τις δοκιμές της μιας και μοναδικής Βασίλισσας της κουζίνας, από γιαγιάδες και συγγένισσες που ζούσαν σε νησιά και μαγείρευαν περίτεχνα φαγητά με παράξενα ονόματα, από κλεμμένους καταλόγους διακοπών που οι εστιάτορες είχαν φιλοτεχνήσει σαν παραδοσιακά συνταγολόγια,  από πειράματα αλχημιστών της κατσαρόλας και του ταψιού που ποτέ δεν φανέρωσαν την τέχνη τους σε κανέναν παρά μόνο σε κείνους τους τυχερούς που γεύτηκαν τα κατορθώματά τους κι έπειτα τα κυκλοφόρησαν από στόμα σε στόμα κι έτσι έφτασαν ως εδώ.

Συνήθως η μαγειρική μου αφορά παραδοσιακά ελληνικά φαγητά ή παρανοϊκούς συνδιασμούς υλικών και αρωμάτων που θυμάμαι από πιάτα που δοκιμάζω εδώ κι εκεί. Οι ευγενικοί συνδαιτημόνες μου  τις περισσότερες φορές λένε πως τα εκτιμούν και σπάνια μαζεύω πιάτα γεμάτα αποφάγια από το τραπέζι.

Η αλήθεια είναι πως ό,τι και να μαγειρέψω, όσο καλά και να πετύχει, όσες φορές και να ξανασερβίρω κάποιο παινεμένο πιάτο, εκείνες τις μαγικές συνταγές της κουζίνας του πατρικού σπιτιού ποτέ δεν καταφέρνω να τις αναπαραγάγω. Είναι ο κρυφός καημός μου και ταυτόχρονα το μικρό πείσμα μου: μια μέρα κάτι να γίνει, κι έστω από τύχη, ένα πιάτο φακές να θυμίσει εκείνες που για χάρη τους ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ και που, έκτοτε, μόνο η μάνα μου ξέρει να μαγειρεύει.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: