Ο τωρινός Ιούλιος είναι γεμάτος ευωδιαστές μυρωδιές και γεύσεις από την εποχή των σχολικών διακοπών και της αποκλειστικής μητρικής φροντίδας. Είναι ο μικρός, προσωπικός μήνας της γαστριμα(ρ)γικής νοσταλγίας μου. Οι συνταγές της μαμάς επανέρχονται με απλότητα και κάλλος, αγέρωχες μέσα στο χρόνο, μοναδικές και παντοδύναμες.
Γεμιστά που μυρίζουν σπιτικό δυόσμο μέχρι το δρόμο και κάνουν τα κεφάλια να γυρίζουν στο κατώφλι, ψητά στο φούρνο ραντισμένα με χυμό από φρεσκοκομένα λεμόνια από την μπροστινή λεμονιά, μπριάμ με μαϊντανό από τον κήπο, πιπεριές από τη γειτόνισσα με το πλούσιο μποστάνι, κεφτεδάκια τυλιγμένα σε χωριάτικο αλεύρι, χοιρινό με δεντρολίβανο από της θείας Ελένης, χόρτα από το βουνό, παγωμένες βυσσινάδες από χειροποίητο γλυκό και το βάζο με τη φετινή μαρμελάδα ροδάκινο να λάμπει κάτω από τον ήλιο, στολισμένο με λευκό τούλι και φως.
Καμιά γεύση δεν αντικατέστησε ποτέ επαξίως εκείνες που κατάφερνε μόνο Εκείνη, κι ακόμα μόνο από τα δικά της χέρια μπορούν να γεννηθούν. Κανένα βιβλίο συνταγών δεν φανέρωσε σωστά τα μυστικά της αξέχαστης οικογενειακής κουζίνας. Κανένα εστιατόριο της γης δεν σερβίρει τον Παράδεισο σε ένα πιάτο.
Ο Παπίρης, κάποτε, μαγείρευε μια από τις πιο συγκινητικές μακαρονάδες του κόσμου. Χοντρά χωριάτικα μακαρόνια με φρέσκο βούτυρο να στάζει περιπαθώς στο ερωτευμένο πιάτο, μπόλικο αλμυρό τυρί και κόκκινη σάλτσα από ντόπιες ντομάτες να συμπληρώνουν την οπτική και γευστική μαγεία. Με κρέας ή χωρίς, η παστιτσάδα του Παπίρη ήταν μια ιστορική εκρηκτική στιγμή για τους ανυπόμονους σιελογόνους αδένες των θαμώνων που επαναστατούσαν στη θέα της μυθικής μακαρονάδας μέσα στο βαθύ λευκό πιάτο. Ο ισόγειος Παπίρης έκλεισε τελικά επειδή ο καινούριος ιδιοκτήτης του πρώτου ορόφου έβρισκε τις μυρωδιές της κουζίνας “ενοχλητικές” και δεν άντεχε άλλο την “τσίκνα του τσιπουράδικου”.
Αν τον Αύγουστο περάσω από το πάλαι ποτέ μαγαζί της φοιτητικής μου γευστικής πανδαισίας και κλέψω κανα βράδυ την ταμπέλα του, κινδυνεύω να χαρακτηριστώ εγκληματίας;…
Ή μήπως θα με ευχαριστήσει -και μάλιστα με το πάρα πάνω- ο αγανακτισμένος ιδιοκτήτης του πρώτου ορόφου επειδή θα έχω καθαρίσει το ισόγειο από τα τελευταία “σκουπίδια”;
Στο σπίτι μου έχω ένα κουτί, ξύλινο, που μοιάζει με πειρατικό σεντούκι. Το βρήκα ένα χειμώνα σε κάποιο υπαίθριο παζάρι του βορά, παρατημένο πίσω από ρολόγια τοίχου και σκαλιστές καρέκλες με λειψά ποδάρια και τρύπια βελούδινα καθίσματα. Πάνω του κάποιος μερακλής είχε ζωγραφίσει φρούτα και λαχανικά, όμορφα και ζωντανά, σαν εκείνα που βρίσκει κανείς στους πίνακες των ζωγράφων της Αναγέννησης, οι οποίοι πρόβαλλαν το φαγητό ως το υπέρτατο στολίδι της ανθρώπινης ζωής δίπλα από τις πληθωρικές οδαλίσκες που το απολάμβαναν νωχελικά κι όλο νάζι.
Μέσα σε κείνο το σεντούκι με τα κρουστά σταφύλια και τους ώριμους λωτούς έχω φυλαγμένες χειρόγραφες συνταγές ευδαιμονίας και καλοπέρασης που κανείς άλλος δεν γνωρίζει πια (έτσι θέλω να πιστεύω, κι αφού το θέλω γίνεται). Προέρχονται από την πείρα και τις δοκιμές της μιας και μοναδικής Βασίλισσας της κουζίνας, από γιαγιάδες και συγγένισσες που ζούσαν σε νησιά και μαγείρευαν περίτεχνα φαγητά με παράξενα ονόματα, από κλεμμένους καταλόγους διακοπών που οι εστιάτορες είχαν φιλοτεχνήσει σαν παραδοσιακά συνταγολόγια, από πειράματα αλχημιστών της κατσαρόλας και του ταψιού που ποτέ δεν φανέρωσαν την τέχνη τους σε κανέναν παρά μόνο σε κείνους τους τυχερούς που γεύτηκαν τα κατορθώματά τους κι έπειτα τα κυκλοφόρησαν από στόμα σε στόμα κι έτσι έφτασαν ως εδώ.
Συνήθως η μαγειρική μου αφορά παραδοσιακά ελληνικά φαγητά ή παρανοϊκούς συνδιασμούς υλικών και αρωμάτων που θυμάμαι από πιάτα που δοκιμάζω εδώ κι εκεί. Οι ευγενικοί συνδαιτημόνες μου τις περισσότερες φορές λένε πως τα εκτιμούν και σπάνια μαζεύω πιάτα γεμάτα αποφάγια από το τραπέζι.
Η αλήθεια είναι πως ό,τι και να μαγειρέψω, όσο καλά και να πετύχει, όσες φορές και να ξανασερβίρω κάποιο παινεμένο πιάτο, εκείνες τις μαγικές συνταγές της κουζίνας του πατρικού σπιτιού ποτέ δεν καταφέρνω να τις αναπαραγάγω. Είναι ο κρυφός καημός μου και ταυτόχρονα το μικρό πείσμα μου: μια μέρα κάτι να γίνει, κι έστω από τύχη, ένα πιάτο φακές να θυμίσει εκείνες που για χάρη τους ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ και που, έκτοτε, μόνο η μάνα μου ξέρει να μαγειρεύει.

16 απαντήσεις μέχρι τώρα ↓
σαυρα // Ιουλίου 21, 2008 στο 3:31 μμ |
προπονηση και αγαπη (και λιγη κατασκοπια τωρα που εισαι εκει) μα ειναι και τα υλικα που εχουν τον ρολο τους ε? αν μαγειρευεις με τα ξενερωτα λαχανικα των βρυξελλων που μπηκαν σε 2-3 αεροπλανα να ερθουνε σε σενα μην περιμενεις θαυματα δεν θα γινουν.
red&black // Ιουλίου 21, 2008 στο 5:23 μμ |
το μεγαλυτερο ξενερωμα με τα μακαρονια ειναι οταν τα βαζουν στο πιατο και απο πανω βαζουν την σαλτσα .
ειδικα μακαρονια με κιμα και χοντρα μακαρονια με αρνι πρεπει να ανακατευονται στην ιδια κατσαρολα ειδικα αμα η συνταγη εχει και κρασι
αλλα αμα περιμενεις απ τη βεφα …καλυτερα να παρεις σουβλακια
τωρα η τσικνα ειναι αλλο κεφαλαιο
Theorema // Ιουλίου 21, 2008 στο 8:42 μμ |
@σαύρα
Στις Βρυξέλλες μαγειρεύω λαχανικά από τη λαϊκή, ως επί το πλείστον, σαυρίτσα μου. Και ελληνικά προϊόντα, όσα βρίσκω σε δικά μας σούπερ μάρκετ. Από γεύσεις πάντως, σαν στο σπίτι μας πουθενά. Εξ ου και η πίκρα…
By the way, οι συνταγές σου κολάζουν και άγιο λέμε!…
@red&black
Είσαι και μάγειρας ε? Λοιπόν, κοκκινόμαυρε, με εντυπωσιάζεις! Όσα λες για το κοκκινιστό είναι πολύ σωστά. Δεν ήξερα πως νογάς ΚΑΙ από φαγητό! Μπράβο σου λοιπόν. Η παραδοσιακή κερκυραϊκή παστιτσάδα, δηλαδή μοσχάρι με κόκκινη σάλτσα και μακαρόνια, φτιάχνεται ακριβώς όπως λες.
Σουβλάκια αγαπώ! Χεχε! Βέρυ ντέρτι!
Βέφα χάλια, δεν την αντέχω.
Τσελεμεντέδες παλιούς έχω, παραδοσιακούς. Και μερικά καινούρια βιβλία, που έχουν κυρίως ξένα πιάτα, αλλά πεντανόστιμα. Και συνταγές μανούλας κ.λπ.
Επιμένω όμως, τα δικά μας προϊόντα είναι μακράν νοστιμότερα!
Τσίκνα σνιφ!!!
Κάνεφ // Ιουλίου 22, 2008 στο 8:44 πμ |
Έχεις γερή πέννα κορίτσι μου!
Μαγειρεύεις όπως γράφεις;;
Κάνεφ
Theorema // Ιουλίου 22, 2008 στο 9:10 πμ |
@Κάνεφ
Ω! Monsieur Kanef!!!
Εσείς στο ταπεινό μας στέκι! Μετά από τόσο καιρό που έχω να σας δω στης Μαντάμ το ρετιρέ, ομολογώ πως εκπλήσσομαι πάρα πολύ ευχάριστα που ξαναβρισκόμαστε αιφνιδίως αυτό το καλοκαίρι! Πώς είστε? Τι κάνετε? Πείτε μου!
Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια και σας πληροφορώ πως όχι, δεν μαγειρεύω όπως γράφω.
Μαγειρεύω καλύτερα!
——–<—-@
Theorema alias the_bar
Κάνεφ // Ιουλίου 22, 2008 στο 9:33 πμ |
Χαίρομαι που σε ξανασυναντω εδώ κουμ-bar-α..
Θαυμάσια όλα τα σχόλιά σου (σε διαβάζω πάντα), σε συγχαίρω. αλλά σήμερα μου ..άνοιξες και την όρεξη..
Σουβλάκι φιάχνεις-σάν του Βαγγέλη; (αστειεύομαι..θυμάμαι ακόμα αυτή την ..πίτσα που βρίσκεται ακόμα στο ψυγείο της Σουσού..και γελάω..)
Εύχομαι καλό καλοκαίρι,
Ωραία συντροφιά έχεις στο «στέκι»σου.
Μια άλλη φορά θα ξανάρθω..
Κάνεφ
Theorema // Ιουλίου 22, 2008 στο 12:57 μμ |
@Κάνεφ
Κουμπάρε μου καλέ,
εγώ να δείτε πόσο χάρηκα που σας ξαναείδα! Κι επίσης χαίρομαι τόσο πολύ που με διαβάζετε και που χαίρεστε τα κείμενα! Με τιμά πολύ η γνώμη σας και σας ευχαριστώ για την ενθάρρυνση.
Πίτσα μόνο η Σουσού ήξερε να αποθηκεύει (κι εγώ γελάω! τέλειες εποχές), κι επίσης πάρτι μόνο στα σαλόνια της γινόταν όπως έπρεπε! Και με όλη την αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίεας, περικαλώ!
Σουβλάκι σαν του Βαγγέλη? Ελάτε μια βόλτα από το Νίνο, καλέ μου, στο στενό της οδού Αγίων Πάντων, στην Κέρκυρα, και θα σας κεράσω το σουβλάκι της λησμονιάς! Όσα ξέρετε θα τα ξεχάσετε με τόση νοστιμιά.
Να περνάτε συχνά και να μου λέτε μια καλημέρα.
Συνεχίζω να σας συμπαθώ ιδιαιτέρως!
Καλό καλοκαίρι και… τα σέβη μου
Always yours,
the_koum_bar_a
red&black // Ιουλίου 22, 2008 στο 3:01 μμ |
ωραια ολα αυτα
αλλα να τσιμπησουμε και τιποτα ,
μην ξεχνιομαστε
Narita // Ιουλίου 22, 2008 στο 4:06 μμ |
μάααλιστα. με τους δικους μας σιελογονους αδένες τώρα να δουμε τι θα γινει. προβλεπω μετά από αυτό το ποστ όποτε μπαίνω στον πανέμορφο χώρο σας να μου τρέχουν υποσυνειδητα τα σάλια..
red&black // Ιουλίου 22, 2008 στο 4:48 μμ |
πλημυριζουμε απο ορεξη
ξεχειλιζουμε απο γευσεις
θεωρημα φτιαξε καμια μαγικη συνταγη
αμα η σαλτσα ειναι καλη παντως εγω μπαινω σε πειρασμο
το βουτημα επιτρεπεται ?
η ξεφευγουμε απο το σαβουαβρ βιβρ ?
vinumbonum // Ιουλίου 22, 2008 στο 5:24 μμ |
Θα ερθω να σας ζητησω απο τους δικους σας Λωξαντρα.
Η θα σας κλεψω.
Theorema // Ιουλίου 22, 2008 στο 7:02 μμ |
@red&black
Το βούτηγμα ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ κοκκινόμαυρε. Οι σάλτσες φτιάχτηκαν γι’αυτό, άλλωστε!
Φρέσκο ζυμωτό ψωμάκι να χαϊδεύει τρυφερά το πιάτο και να ικανοποιεί την όρεξη.
Το σαβουάρ βιβρ είναι για τα σαλόνια. Εμείς εδώ όμως είμαστε και του σαλονιού αλλά και του λιμανιού. Οπότε, τις σάλτσες μας τις τιμάμε!
@Narita
Χεχεχεχε! Τέτοια πες μου, να ξεκινήσω ολόκληρη σειρά συνταγών!
Σε ευχαριστώ για την καλή σου τη διάθεση. Τι πιο ευχάριστο από το να μαγειρεύει κανείς -κυριολεκτικά ή ιστολογικά- για φίλους με όρεξη και κέφι! Θα οργανώσουμε τσιμπούσι!
@vinumbonum
Να με κλέψετε, vinumbonum! Είναι πιο εμπνευστικές οι μαγικές συνταγές της μαγείρισσας μετά!
red&black // Ιουλίου 23, 2008 στο 10:28 πμ |
μου φαινεται οτι μιλαμε την ιδια γλωσσα οποτε δεν υπαρχει περιπτωση παρεξηγησης ,
λενε οτι τρωγοντας ερχεται η ορεξη αλλα αμα υπαρχει και ψωμι ζυμωτο για πικαντικη-πιπερατη σαλτσα εγω δεν κρατιεμαι και πεφτω με τα μουτρα
μπορει η γλωσσα μου να μην εχει την λεπτοτητα και το στιλ των γευσιγνωστων κλασεως αλλα σιγουρα μπορει να γευτει και να εκτιμησει τις καλες γευσεις.
τωρα καλα μας ανοιξες την ορεξη ,
εγω περιμενω το πιατο μου
manos // Ιουλίου 23, 2008 στο 12:10 μμ |
Θέλω κι εγώ πίσω τις γεύσεις των παιδικών μου χρόνων!
nitens_lux // Ιουλίου 23, 2008 στο 2:43 μμ |
egw pou megalwsa me syndyasmo ellinikis/balkanikis kai voreioitaliwtikis kouzinas thewroumai sxizofrenis,i apla multi-politismikos??
Theorema // Ιουλίου 23, 2008 στο 7:39 μμ |
@ red&black
Έφτιαξα παστιτσάδα σήμερα κι αναστέναξε η γειτονιά! Χεχεχεχεχε….
@manos
Αν ξαναπεράσεις από τα γνωστά λημέρια κερνάω παιδικές συνταγές
@nitens_lux
Εσύ καμάρι μου νέκταρ και αμβροσία, δεν είπαμε?