Χτες εγκαινιάστηκε το μεγαλύτερο ξενύχτι του καλοκαιριού στο μικρό θέατρο της πόλης. Εκείνο εκεί, το γνωστό, το ξενύχτι της επιβεβαίωσης μιας εποχής, αυτό που αναμενόταν με λαχτάρα. Δειλά δειλά στην αρχή, ιχνηλατώντας το τι και το πως, με μικρές διστακτικές γουλιές από τα χαμηλά ποτήρια, με οικείες κινήσεις που έκαναν τη νύχτα να σηκώσει αυλαία και σηματοδότησαν την έναρξη της πρεμιέρας.
Παράξενος καιρός, κάπως διστακτικές αυτές οι μέρες, φέρνουν αμηχανία και ψαχούλεμα βλεμμάτων και σκέψεων και μοιάζουν με ανεξιχνίαστα σύννεφα που υπόσχονται βροχή κι όμως επιμένουν να συντηρούν μια ύποπτη ξηρασία πάνω στον κόσμο. Το νερό θα φέρει την κάθαρση. Και θα ανακουφίσει τους διψασμένους θεατές. Ας έρθει, τελικά! Κι ας γίνουν φανερά όσα πρέπει ούτως ή άλλως να διαδραματιστούν πάνω στο σανίδι.
“Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει. Χωρίς εσύ να μπορείς να επηρεάσεις τα πράγματα”. “Η ζωή είναι θέατρο”. Περιορισμένοι και φτωχοί ρόλοι ερασιτεχνών που πίστεψαν στο αδύνατο και κυνήγησαν μάταια μια κάποια ουτοπία. Αν χαθεί όμως εντελώς η απώτερη ελπίδα της πιθανής υπέρβασης, τότε σε τι ωφελεί να συνεχίσουμε και αύριο;
Η παράσταση ξεκίνησε όμως κι όλα είναι συνειδητά. Λίγο ή πολύ, απλόχερα ή διστακτικά, εύκολα ή δύσκολα, τα πράγματα και οι πράξεις τραβούν το δρόμο τους και δομούν τη μικρή ιστορία της ύπαρξής μας.
Είναι κάπως μοναχική ετούτη η εμπειρία. Αυτό το έργο δεν είναι δημιουργικό και οι ηθοποιοί διστάζουν. Περιθώριο αυτοσχεδιασμού δεν φαίνεται να υπάρχει μιας και το σενάριο ήταν τελικά προαποφασισμένο και άκαμπτο.
Ο σκηνοθέτης παίζει με το φως και διαστρεβλώνει το χώρο και το χρόνο, κι ο υποβολέας κλέβει με παράδοξο τρόπο τις ατάκες αφήνοντας κενά. Η μόνη αλήθεια βρίσκεται στις άκρες των δαχτύλων ενός κρυμμένου μυστικού θεατή, στο βάθος της αίθουσας, που στην ουσία κάνει το μοναδικό κουμάντο του θιάσου.
Μόνο αν διαβαστούν τα δάχτυλά του θα περάσει το μήνυμα προς το κοινό. Τα ναι και τα όχι, τα πότε και τα πού θα τα στέλνει σαν παραγγέλματα πια, κι η παράσταση θα αλλάξει ξάφνου χαρακτήρα μιας και τη θέση των ηθοποιών στο τέλος θα έχουν πάρει μερικές κουρασμένες μαριονέττες.
Και τα πράγματα θα συνεχίσουν για καιρό να συμβαίνουν εν αγνοία του κοινού και παρά τη θέληση του θιάσου.
Το τέλος των παραστάσεων, και μόνον αυτό, ενδέχεται να μπορέσει να δώσει την οριστική λύση και να διαφωτίσει τον κόσμο που θα συνεχίζει να απορεί μέχρι την έσχατη στιγμή.
(Αν υποτεθεί φυσικά πως μια τέτοια λύση κι οι πολυπόθητες απαντήσεις γίνεται ποτέ να υπάρξουν.)
