Ο ήλιος της Κυριακής δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλο ήλιο. Λάμπει τόσο κυριακάτικα που η θέση του στο χρόνο τον κάνει απλώς ασυναγώνιστο. Γαλάζια σύννεφα ζωγραφισμένα πάνω σε μια χάρτινη σακούλα δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Τα είδα αυτήν εδώ την Κυριακή και κατάλαβα πως το μόνο που μπορεί να μετατρέψει μια τόσο ηλιόλουστη μέρα σε λυπημένη καθημερινή είναι αυτά τα μικρά σύμβολα της βροχής.
Το ημερολόγιο χάνει ένα από τα σπουδαιότερα πλεονεκτήματά του όταν κάτι του κλέβει μια Κυριακή. Και η λύπη του είναι αξεπέραστη και οριστική.
Πάνω σε ένα ανθοστόλιστο τραπέζι με λευκή φορεσιά στεκόταν μια φωτογραφία. Κάποιος χαμογελούσε ανυποψίαστος σε μια χαμένη στιγμή του χρόνου. Την είχε κερδίσει κάποτε αυτή τη μικρή στιγμή, μα σήμερα φαινόταν ελάχιστη κι ανήμπορη για ο,τιδήποτε, κι εκείνος ακινητοποιημένος πίσω από το χαμόγελό του.
΄Υστερα το τραπέζι ξεστρώθηκε, η ομήγυρη διαλύθηκε, κι αυτός την ακολούθησε πειθήνια. Εξακολουθώντας να χαμογελάει, όπως και πριν. Σίγουρος και προστατευμένος, ανάμεσα σε οικείους και αγαπημένους. Υπάκουος και συγκαταβατικός σε όλα. Υπέροχα παρών ακριβώς επειδή μόνο η απουσία του υπήρχε πια ανάμεσά τους και αυτό όλοι το ήξεραν.
Όταν όλοι κάθισαν και άρχισαν να συζητούν κατέφθασε Εκείνη. Μεγαλοπρεπής και όμοιά του. Αγέρωχη μέσα από το ανέκφραστο πρόσωπό της. Λιτή και αξιοζήλευτη, ευθυτενής και υπέρκομψη. Παράξενα ήρεμη και καθησυχαστική. Ξένη.
Κοίταξε γύρω της για μια στιγμή κι έπειτα πήρε θέση ανάμεσα στους πολλούς. Μοίρασε άνετα χαμόγελα και φευγαλαία αγγίγματα στο χέρι. Σε πολλά χέρια. Σε μια στιγμή, ίδια με εκείνη την τρομερή στιγμή του ακινητοποιημένου χαμόγελου, η φωνή της ήχησε σταθερή και ζεστή. “Εδώ, να βλέπει τη θάλασσα”, είπε με απλότητα και έστρεψε την ασημένια κορνίζα προς το παράθυρο με θέα το Σαρωνικό.
Τα γαλάζια σύννεφα γέμισαν τα μάτια μου με θολούρα και υποσχέσεις νεροποντής. Ο καιρός κρατάει πάντα τις υποσχέσεις του. Το μπουρίνι ξέσπασε ορμητικά και σάρωσε τις λέξεις με μανία, δεν άφησε τίποτα όρθιο, έπνιξε τα πάντα με τον τρόπο που αρμόζει σε μια μεγάλη θάλασσα.
Μετά την αλμυρή καταιγίδα η όρασή μου επανήλθε κουρασμένη. Κοίταξα και πάλι τον ουρανό μέσα από το παράθυρο με θέα το Σαρωνικό και είδα πως ήταν καθαρός και ξέγνοιαστα γαλάζιος. Παραξενεύτηκα γιατί ο καιρός φαινόταν σαν να μην είχε αλλάξει ποτέ. Όλα φαίνονταν κανονικά. Ο ήλιος έλαμπε κυριακάτικα και πάλι. Οι εικόνες της θεομηνίας είχαν πετάξει μακριά. Το ίδιο και τα γαλάζια σύννεφα της χάρτινης σακούλας.


