Κάθε απόγευμα, γύρω στις επτά, η Μαντάμ Ορτανσία βγαίνει με αργόσυρτο βήμα στο μπαλκόνι της φορώντας κάποιο λουλουδάτο φόρεμα κι έχοντας χτενίσει προσεκτικά τα μαλλιά της. Κάθεται στην ξύλινη καρέκλα-θρόνο που την περιμένει καρτερικά και πιάνει αμέσως κουβέντα με έναν αόρατο συνομιλητή που στέκεται απέναντί της. Πάντα ο ίδιος. Μερικές φορές η συζήτηση κινείται σε ανεβασμένους τόνους και τότε τα ισχνά χέρια της φαίνονται να ανεμίζουν σαν κλαδάκια στον άνεμο καθώς χειρονομεί αγανακτισμένη, προσπαθώντας μάταια να ξορκίσει κάποιο άγνωστο κακό ή να κατακτήσει ένα χαμένο δίκιο.
Η Μαντάμ Ορτανσία αποφοίτησε από τη σχολή ευγένειας του νησιού πάμπολλα χρόνια πριν, με γενικό βαθμό πτυχίου “Άριστα Δέκα”. Εκεί διδάχτηκε σαβουάρ βιβρ, κίνηση, υπομονή και ποιητική δημιουργικότητα. Αυτά τα πράγματα διδάσκονταν κάποια εποχή, αλλά από τότε που έκλεισε το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα αποτελούν πλέον αντικείμενα μελέτης προς εξαφάνιση. Καθώς εκείνη είχε την τύχη να προλάβει τον καιρό και τις τάσεις της αγοράς, κατάφερε να εξασφαλίσει κάθε απαραίτητο εχέγγυο για μια καθωσπρέπει ζωή.
Η Μαντάμ Ορνανσία πέρασε τον καιρό της καλλωπίζοντας με χάρη το σπίτι και τον εαυτό της. Από το μπαλκόνι της, το άρωμα λεμονιάς που τυλίγει μαντήλι στο λαιμό της κάθε πρωί, κατεβαίνει σαν μεταξωτό σεντόνι στην πλατεία και ψάχνει ιππότη να του δέσει κόμπους και ν’ ανεβεί στο μπαλκόνι της μοναξιάς. Καθώς οι ιππότες της πλατείας παραμένουν άφαντοι μέχρι τώρα, η Μαντάμ Ορτανσία συνεχίζει να περιμένει καρτερικά και να ανανεώνει καθημερινά τις μυρωδιές στα μαντηλάκια της και τα λουλούδια στα φορέματά της.
Το φόντο της ζωής της, μέσα από το ξύλινο παράθυρο, φαίνεται να είναι μια σταθερή απουσία ή ίσως κάποια είδηση που άργησε να έρθει και τελικά δεν φάνηκε ποτέ. Τίποτα δεν κινείται πίσω από την αιθέρια κουρτίνα που ανεμίζει σαν καπνός μέσα από μισάνοιχτο στόμα. Μόνο οι συζητήσεις με τον αόρατο φίλο της φαίνεται να κινούν τα νήματα της ζωής της. Αυτά τα μισοειπωμένα και μισοακουσμένα λόγια δεν στερεύουν ποτέ. Ζωντανεύουν κάθε μέρα στο πέτρινο μπαλκόνι της με πείσμα και δύναμη κι ωθούν τα χέρια-κλαδιά να υψώνονται ακούραστα προς τον ουρανό και να μετακινούν τα σύννεφα σαν τραπουλόχαρτα.
Η Μαντάμ Ορτανσία δεν είναι ποτέ θλιμμένη ή μελαγχολική. Ξέρει να παρουσιάζεται και να στέκεται με τρόπο που δεν κινεί υποψίες. Το βλέμμα της πέφτει αγέρωχο στο πλακόστρωτο και χαιρετά με χάρη τους περαστικούς που πάνε βόλτα. Μερικές φορές τα μικρά βήματά της έχουν την κομψότητα της περπατησιάς που μόνον οι γκέισες γνωρίζουν πια και οι κλεφτές ματιές της στα νευρικά περιστέρια της γειτονιάς κρύβουν το στακάτο ρυθμό μιας όπερας. Η Madame Butterfly αποτελούσε άλλωστε την αγαπημένη της μελωδία, κι από παιδί ήξερε πως αυτός ο ρυθμός θα την ακολουθούσε μέχρι το τέλος της ζωής της. Που αργεί πολύ να έρθει, ευτυχώς ή ατυχώς.
Το γλυκό σούρουπο της κάθε μέρας βρίσκει την Μαντάμ Ορτανσία να χασμουριέται διακριτικά -πέρασε ο καιρός, οι αντοχές δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε. Ο αόρατος φίλος της φεύγει πάντα κατά τη δύση του ήλιου με τον τρόπο που φεύγουν οι ψυχές μετά τις σαράντα μέρες. Ακροπατώντας αέρινα προς το σκοτάδι που περιμένει στην άκρη του στενού, της φιλά το χέρι με το σεβασμό που της αρμόζει κι ύστερα χάνεται σαν ψυχή που πάει ήσυχη για ύπνο στον ουρανό.
Η Μαντάμ Ορτανσία, ολομόναχη πια, κάνει τον απολογισμό της σημερινής κουβέντας, βάζει τις ιδέες της στη θέση τους, κλείνει προσεκτικά τα συρτάρια του μυαλού της και αποχωρεί από το μπαλκόνι της με δαντελένια χάρη. Κλειδώνει την εξώπορτα και τις σκέψεις της, μανταλώνει το πατζούρι και τραβά την αέρινη κουρτίνα. Το κρεββάτι την περιμένει στρωμένο με λευκά κεντητά σεντόνια και πολύχρωμα όνειρα σταυροβελονιά, κληρονομιά από παλαιότερες γενιές, που γνώριζαν με ανυπέρβλητη δεξιοτεχνία την τέχνη της βελόνας και του νήματος της ζωής.
Η Μαντάμ Ορτανσία αποκοιμιέται αραχνοΰφαντα χαμογελώντας μέχρι το επόμενο πρωί. Τα όνειρά της είναι γεμάτα αγγελούδια που ζωγραφίζουν στην πλάτη της λουλούδια και ιππότες που σπάνε το φράγμα του ήχου και σκαρφαλώνουν στο μπαλκόνι της από το άπειρο πουθενά. Η Μαντάμ Ορτανσία είναι μια γυναίκα-αξία, απαραίτητη και πολύτιμη για το νησί, καθώς η καθημερινή παρουσία της στο μπαλκόνι επιβεβαιώνει πως ο κόσμος παραμένει εκείνος που οι άνθρωποι άφησαν και χτες, και την επόμενη μέρα τον ξαναβρίσκουν απαράλλαχτο και προστατευτικό να τους περιμένει για το επόμενο επεισόδιο της ζωής τους.
Η Μαντάμ Ορτανσία είναι υπαρκτό πρόσωπο, το μπαλκόνι της είναι αυτό που χώρεσε στην εικόνα, την ιστορία της όμως την φαντάστηκα. Μπορεί και να την μάντεψα, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν πιθανά. Μπροστά σε τόσο αγέρωχους και απλησίαστα υψηλούς ανθρώπους η πραγματικότητα υποκλίνεται ταπεινά με χαμηλωμένο βλέμμα και μόνον η φαντασία μπορεί να λειτουργήσει για να καταφέρει κανείς να πιστέψει πως διείσδυσε, έστω και εικονικά, στο άβατον της ζωής τους. Πάω στοίχημα δε, πως όταν ο Μαρκ Άλμοντ μιλούσε για την Μαντάμ ντε λα Λούνα του, τη δική μου Μαντάμ Ορτανσία λαχταρούσε να περιγράψει.
