Αφιερωμένο σε όσους έχουν λόγο να πιστεύουν πως οι ψυχικές αλλεργίες τους χωράνε γιατρειά. Και στην παρέα του Αυγούστου, από την αρχή ως το τέλος.
Αφιερωμένο σε όσους έχουν λόγο να πιστεύουν πως οι ψυχικές αλλεργίες τους χωράνε γιατρειά. Και στην παρέα του Αυγούστου, από την αρχή ως το τέλος.
Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: Προσωπικά κι απρόσωπα

Πολύ συχνά, περπατώντας στο δρόμο, πίνοντας καφέ, απλώνοντας την πετσέτα μου, διαβάζοντας ένα βιβλίο, κάνοντας ο,τιδήποτε τέλος πάντων, νομίζω πως ακούω να χτυπά ένα τηλέφωνο. Το τηλέφωνο του πουθενά. Ο ήχος του μου θυμίζει εκείνα τις παλιομοδίτικες μαύρες και κάπως στρογγυλεμένες βαριές συσκευές που υπήρχαν κάποτε στα σπίτια, με το ωοειδές καντράν και τους λευκούς αριθμούς. Αυτές οι συσκευές έβγαζαν ένα διαπεραστικό “ντριννν” που ακουγόταν σε ολόκληρη τη γειτονιά. Τις τελευταίες μέρες η χώρα Κέρκυρα κάνει ένα τέτοιο ανησυχητικό “ντριννν” και με ξαφνιάζει κάπως.

Έξι μέρες ακόμα κι η κλεψύδρα του καλοκαιριού θα έχει αναποδογυρίσει οριστικά. Προσπαθώ να κάνω πως δεν τρέχει τίποτα, παρόλα αυτά ο χρόνος τρέχει κι εγώ λαχανιάζω. Κάτι το τσιγάρο, κάτι οι νυχτερινές κραιπάλες, κάτι η έλλειψη ύπνου, κάτι η κίτρινη ζέστη και το ρολόι που κάνει ασταμάτητα τικ τακ, νάτην η ανάσα μου, αγκομαχάει να διαρκέσει και να κρατηθεί από το ημερολόγιο με νύχια και με δόντια. Αν δαγκώσω τον καιρό μήπως τελικά πονέσει και σταματήσει για λίγο;…

Πάντα ήλπιζα στο αδύνατον. Μια νύχτα, κοιτώντας ένα τυχαίο παράθυρο στην παλιά πόλη (η αγάπη μου) είδα πως μέσα του είχε κρυφτεί ένα φεγγάρι. Ήταν ένα λαμπερό μισοφέγγαρο, πεισματάρικο κατάλοιπο της μεγάλης Πανσελήνου, που μου έγνεφε φιλικά. Του έστειλα μια λευκή πνοή σαν σήμα καπνού, να το χαιρετήσω. Έπιασε την καλησπέρα μου στον αέρα και μου έλαμψε συνωμοτικά. Μερικές φορές το αδύνατον μου κλείνει το μάτι. Τότε ο ήχος του τηλεφώνου χάνεται κι εγώ αφοσιώνομαι στις μυστικές μου σχέσεις με τα σημεία και τα τέρατα που δέχονται να με αγκαλιάσουν και να με κάνουν παρέα χωρίς πολλές πολλές ερωτήσεις. Κι έτσι ο καιρός ανακουφίζεται κάπως και κοντοστέκεται για να θαυμάσει το φεγγάρι στο παράθυρο της αγάπης μου. Κι έτσι ανασαίνω.
Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: Στο νησί των Φαιάκων
Αφιερωμένο εξαιρετικά στον vinumbonum, στον Herr K. και στο maurochali, επειδή μου άγγιξαν φευγαλαία τον ώμο, και σε αυτή την κίνηση δεν μπόρεσα ποτέ να αντισταθώ.
…
The Last Shadow Puppets – My Mistakes Were Made For You
And in the back room of a bad dream, she came
And whisked me away, enthused
And it’s solid as a rock rolling down a hill
The fact is that it probably will hit something
On the hazardous terrain
And were just following the flock, round
And the inbetween, before we smash to smithereens
Like they were, and we scrambled from the grain
And its the fame that put words in her mouth
She couldn’t help, but spit em out
Innocence and arrogance intwined
In the filthiest of minds
She was bitten on her birthday, and now
A face in the crowd, she’s not
And i suspect that now, forever the shape
She came to escape, its forgot
And it’s a lot to ask and not to sting
Give her less than everything
Around your crooked conscious she will wind
Cos were just following the flock round
And the in-between
Before we smash to smithereens
Like they were, and we scramble from the grain
And it’s the fame that put words in her mouth
She couldn’t help, but spit em out
Around your crooked conscious she will wind
And it’s alot to ask and not to sting
Giver her less than everything
Innocence and arrogance intwined
And in the back room of a bad dream, she came
And whisked me away, enthused
And it’s solid as a rock rolling down a hill
The fact is that it probably will hit something
On the hazardous terrain
And were just following the flock, round
And the inbetween, before we smash to smithereens
Like they were, and we scrambled from the grain
And its the fame that put words in her mouth
She couldn’t help, but spit em out
Innocence and arrogance intwined
In the filthiest of minds
She’s was bitten on her birthday, and now
A face in the crowd, she’s not
And i suspect that now, forever the shape
She came to escape, its forgot
And it’s a lot to ask and not to sting
Give her less than everything
Around your crooked conscious she will wind
Cos were just following the flock round
And the in-between
Before we smash to smithereens
Like they were, and we scramble from the grain
And it’s the fame that put words in her mouth
She couldnt help, but spit em out
Around your crooked conscious she will wind
And it’s a lot to ask and not to sting
Give her less than everything
Innocence and arrogance intwined
Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: Είπαν πως...
Εσώτερος διάλογος:
Φωνή Α: -Μου είπαν ότι γράφω σεντόνια…
Φωνή Β: -Μήπως να έγραφες πετσέτες;
Φωνή Α: -Να δοκιμάσω καλύτερα κάτι σε πετσετάκια;…
Φωνές Α και Β εν χορώ: -Μα πώς να μιλήσει κανείς για ένα πρόσωπο τυλιγμένο στην πάχνη και για έναν ώμο που μυρίζει άγουρο πρωινό μέσα σε ένα πετσετάκι;…
Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: Μίλα της!
Μετά τις βουκαμβίλιες ήρθαν οι πέτρινοι τοίχοι. Και τα σκαλάκια καταγής, δίπλα στις βουτιές. Αγγίγματα που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ζωής μέσα από φιλικές θερμοκρασίες και γήινα υλικά. Χτες σκέφτηκα πως θα ήθελα να μεταμορφωθώ σε σαλαμάνδρα. Σε ένα μικρό καφετί σαμιαμίδι, με διάφανο δέρμα κι εμφανείς φλεβίτσες που τρέχει πάνω κάτω στους κίτρινους τοίχους και στα ταβάνια, κολημένο στις επιφάνειες, σταθεροποιημένο στο χώρο, αναπόσπαστο από την ύλη του κόσμου και της πόλης. Σκέφτηκα το σώμα μου εφαρμοσμένο πάνω στην στογγυλεμένη ασβεστωμένη γωνιά του Μικρού Καφέ, να αγκαλιάζει με λατρεία τη φιλία και τα εχέγγυα ενός μικρού σημείου στο άπειρο. Ήσυχο πια. Ευχαριστημένο.
Αμέσως μετά το απολαυστικότερο μπάνιο του καλοκαιριού, στο Φαληράκι, στάθηκα στα πέτρινα σκαλιά σύριζα στο πέλαγος. Το κεφαλόσκαλο, πλατύ και κάπως άγριο, φαγωμένο από τα βήματα και την αλμύρα, φαινόταν να αναπνέει. Το κύμμα πάφλαζε γλυκά σαν ξαφνική εκπνοή, συμμετέχοντας σε αυτή την απρόσμενη αναπνευστική διαδικασία του εδάφους. Λευκός αφρός έβρεχε τα πόδια μου χαϊδευτικά και δροσιστικά χαρίζοντάς μου αλμυρά χαμόγελα πληρότητας. Ο κόσμος φαινόταν να γυρίζει σαν ζεστή χρωματιστή σβούρα. Το Ιόνιο πέλαγος ευνοεί κάθε είδους παραζάλη κι εκπληρώνει σαν μαγικό τζίνι μερικές ευχές. Τις βαθύτερες.
Το βράδυ, καθισμένη κάτω από τις βουκαμβίλιες και τα νυχτολούλουδα, αφουγκράστηκα για πολλή ώρα τους θορύβους των ανθρώπων και του στενού. Λέξεις, γέλια, μουσικές κουβέντες και ξενυχτισμένα πουλιά χάριζαν στον αέρα τη μοναδική τους ενέργεια. Τα πνευμόνια μου γέμιζαν με αρωματική νύχτα και περαστικές μυρωδιές σωμάτων. Η ξεγνοιασιά δραπέτευσε για λίγο από το συρματόπλεγμα της προσφιλούς -αν και κάπως καταναγκαστικής- αγωνίας μου και στάθηκε στα μαλλιά μου σαν φυλλαράκι που έπεσε από ψηλά. Γαλήνη νυχτερινή. Ευδαιμονία.
Το επόμενο πρωί περιέγραφα τις εντυπώσεις μου σε ένα κορίτσι που καθόταν δίπλα μου αργοπίνοντας τον καφέ του. Της είπα πως η ζωή είναι ιδανική όταν συμβαίνει εδώ και της εξιστόρησα σκηνές ευτυχίας μα και ενόχλησης που έτυχε να ζήσω αυτό τον καιρό. Κάτι σαν προφορικό ημερολόγιο. Κουβέντα ράθυμη και σκαλωμένη σε αυτή την απόλυτη ομορφιά. Δεν της έκρυψα πως νιώθω ότι χρειάζομαι μια αλλαγή ρότας, ένα επόμενο βήμα, ένα καινούριο σχέδιο. Σε έναν ζωντανό τόπο. Υγιή. Σαν αυτόν.
Η απάντησή της ήρθε λυτρωτικά σαν υπεύθυνη δήλωση κινητής και ακίνητης περιουσίας. Οριστική: “Τουλάχιστον διαπίστωσες τι δεν θέλεις να είσαι. Ακόμα και αν αυτό που θέλεις να είσαι παραμένει ακόμη κάπως ασαφές”.
Τελείωσα τον καφέ μου και κατηφόρησα στον ήλιο. Προλαβαίνω ακόμα, σκέφτηκα!
Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: Στο νησί των Φαιάκων
Περνάει ο καιρός γλυκά, λιώνει αργά αργά σαν καραμέλα Τσάρλεστον γεμίζοντας τον κόσμο με μυρωδιά τριαντάφυλλο. Μασουλάω τα κομματάκια της ροζ ζάχαρης με τις άκρες των δοντιών και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, φτάνω στη λαστιχένια επιφάνεια του γλυκού, σαν μαθητής που ετοιμάζεται να αναπτύξει το κυρίως θέμα της έκθεσής του μετά από ένα λυρικό πρόλογο.
Η πανσέληνος του Αυγούστου χάθηκε ράθυμα κι εντυπωσιακά, αποτυπώνοντας άλλον έναν μύθο στην ιστορία του καλοκαιριού. Όπως μια φωτογραφία μέσα στο σκοτεινό θάλαμο, που για λίγα μόλις δευτερόλεπτα εμφανίζεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και τελικά λαμβάνει την οριστική μορφή της πάνω το χαρτί. Και μόνο αυτό μετράει πια.
Αυτός ο μήνας είναι γεμάτος ιλουστρασιόν νύχτες και παράλογα πρωινά, καρτ ποστάλ μιας εποχής που αγγίζει το τέλος της κούρσας χωρίς νικητή ή ηττημένο. Απλώς συμβαίνει και λειτουργεί ως αυτοσκοπός, ίσα ίσα για το παιχνίδι. Έκρυθμες κινήσεις και απερίσκεπτες παρενθέσεις διαθέσεων διανθίζουν την πορεία των ημερών, με θάρρος και ανάγκη. Μόνο και μόνο επειδή δεν γίνεται αλλιώς.
Η ιστορία του καλοκαιριού γράφεται πάνω σε σελίδες-βότσαλα, που ένα επιπόλαιο παιδικό χεράκι μπορεί να εκσφενδονίσει ανά πάσα επικίνδυνη στιγμή στο κενό ή στη θάλασσα, τραυματίζοντας τη λεία επιφάνεια του νερού με ομόκεντρους κύκλους οι οποίοι στο τέλος δεν οδηγούν πουθενά, γι’αυτό και είναι τόσο εντυπωσιακοί κι ωραίοι. Και τόσο μάταιοι. Αλλά αυτό το παραβλέπω. Μόνο και μόνο επειδή δεν γίνεται αλλιώς.
Το καλοκαιρινό παρόν είναι γεμάτο αιφνίδιες χάντρες και κόμπους στο λαιμό. Σαν σκοινάκι. Ή σαν συνηθισμένη αγωνία μετά από τη συνηθισμένη χαρά. Το βιώνω άμεσα, προσπαθώντας επιτέλους να δω την πραγματικότητα ως κάτι απτό και όχι ως πρόγευση μιας μελλοντικής ευτυχίας ή δυστυχίας. Όπως έκανα μέχρι τώρα, δηλαδή. Όχι πια, όμως. Τώρα δεν αρκούμαι στο να το παρατηρώ και να το σκέφτομαι, το αρπάζω στα χέρια, το χώνω στο στόμα και το πιπιλίζω απολαυστικά. Το παρόν. Το τώρα. Σαν καραμέλα Τσάρλεστον που σε λίγο θα έχει λιώσει οριστικά. Μόνο και μόνο επειδή δεν μπορώ αλλιώς.
Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: Προσωπικά κι απρόσωπα
Τετάρτη 13 Αυγούστου, Μαξίμου ομολογητού, Ευδοκίας βασιλίσσης. Μέσα σε ένα μποτιλάκι από ούζο Πλωμαρίου μάζεψα λίγο Αργοσαρωνικό, που σε λίγο θα συναντήσει τις άλλες θάλασσες των αναμνηστικών μπουκαλιών μου. Κοιτάζοντας έξω από το φινιστρίνι του ταχύπλοου διέκρινα την ανένδοτη τρυφερότητα ενός ανέμελου καιρού που περπατά καμαρωτός κι ηλιοκαμμένος.
Στην κορυφή της Υδρονέτας ένιωσα, για πρώτη φορά μέσα στην εποχή της ματαιόδοξης ενηλικίωσής μου, πόσο εύκολο είναι τελικά να αισθανθεί κανείς την ανακούφιση της λύτρωσης που προσφέρει ένα ανέμελο μεσημέρι του Αυγούστου. Δυο παιδικά χεράκια αφήνουν στο πιατάκι του καφέ μου χρωματιστά κοχύλια, καστανές δαγκάνες καβουριών και ξεραμένους αστερίες με λειψά πλοκάμια. Το αντίτιμο των δώρων του είναι μερικά αμυγδαλωτά βότσαλα που ευωδιάζουν ανθόνερο και λιακάδα. Κοιτάζω το ζαχαρωτό στόμα και σκέφτομαι λουλούδια και αστέρια να χορεύουν αγκαλιά. Αγάπη.
Στο λόφο που στεφανώνει τη χώρα, καθισμένη σε ένα ασβεστωμένο πεζούλι συνάντησα την Μπλανς Ντυμπουά, που περίμενε να έρθει κάποιος να την σώσει αγκαλιάζοντάς την τρυφερά. Πάντα μου φέρνει ταραχή η θέα των χεριών της έτσι όπως τα κρατά σταυρωμένα πάνω στα γυμνά της γόνατα. Όπου και να την συναντώ πάντα αποστρέφω το βλέμμα μου με αμηχανία -φοβάμαι μήπως διαταράξω την αναμονή και χαλάσω τα μάγια των ματιών της.
Περνώντας έξω από τις ξύλινες εξώπορτες των σπιτιών της Ύδρας αγγίζω στα κλεφτά το γιασεμί, τα νυχτολούλουδα και τις ανθισμένες βουκαμβίλιες που θροΐζουν απαλά χαϊδεμένες από το ζεστό αεράκι του στενού. Θαυμάζω τα γυάλινα βάζα με τη μαρμελάδα ήλιο και ροδάκινο που αναπαύονται στα πέτρινα περβάζια και μετατρέπονται μεμιάς σε εφαλτήρια ονείρων και κιβωτούς εικόνων για ένα στεγνότερο μετά. Από ένα ανοιχτό παράθυρο una paloma blanca διαγράφει ευτυχισμένες και στακάτες ντρίλιες στον αέρα παρασέρνοντας στα μαγικά της πεντάγραμμα μια λευκή δαντελωτή κουρτίνα φιλενάδα της.
Κάτω από την ελιά με το πιο πλουμιστό φύλλωμα δυο-τρεις γάτες τεντώνονται νωχελικά, πιο κει μερικά αδέσποτα σκυλιά κυνηγάνε τις ουρές τους. Τα σύννεφα τρέχουν γοργά σ’ έναν μεγάλο, ατέλειωτα ωραίο ουρανό γαλήνης και υποσχέσεων χαρίζοντάς μου εικόνες φαρ ουέστ και δροσερές σταγόνες περιπέτειας. Το νησί είναι αναζωογονητικό και φιλόξενο. Ξέρει να χαμογελά με τρόπο και ν’ αγκαλιάζει θελκτικά τους επισκέπτες που το περπατάνε. Ο παφλασμός των βημάτων στα καλντερίμια ξεσηκώνει μικρές οπτασίες σκόνης και δροσιάς και μπλέκεται γλυκά με το θρόισμα των κυμμάτων στην αποβάθρα.
Κίτρινα λαμπιόνια στεφανώνουν το λιμάνι φωτίζοντας το ρολόι και τον κόσμο με μια λάμψη επίμονη. Το αργό θερινό βράδυ μοιάζει με ερωτική αγκαλιά που ζητάει διαρκώς κι άλλο και κάνει αυτόν τον εξωστρεφή και κατευναστικό Αύγουστο να μοιάζει με πολύχρωμη αιώρα κάτω από τα πεύκα και τα ρείκια μιας αιώνιας ακρογιαλιάς. Ευτυχία.
Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: Προσωπικά κι απρόσωπα
Αυτό τον καιρό, με το που πέφτει το σκοτάδι το νησί γίνεται πιο ανάλαφρο, επιπλέει με περισσότερη χάρη στα σκοτεινά νερά, αποκτά το ειδικό βάρος των αυγουστιάτικων ωρών που περνάνε αέρινα πάνω στο σώμα του και το στολίζουν με ζεστές ανάσες και χάδια. Τις νύχτες, στη μεγάλη σάλα, ακροπατούν φαντάσματα. Τα φαντάσματα αυτά κρύβονται στα φυλλώματα των δέντρων της αυλής και με τη δύση του ήλιου εισχωρούν στο σπίτι από τις λεπτεπίλεπτες χαραμάδες των μανταλωμένων πατζουριών, κολημένα στα δαντελωτά φτερά μιας καταπράσινης λιμπελούλας ή μιας τολμηρής πυγολαμπίδας που φλερτάρει με τη λάμπα της εισόδου. Μόλις το φλερτ αποδώσει καρπούς στο χωλ ή στο πρώτο δωμάτιο η εισβολή είναι πια παιχνιδάκι.
Προχτές τη νύχτα ο ύπνος μου ήταν ταραγμένος και εξαιρετικά ελαφρύς. Οι αόρατοι κάτοικοι του σπιτιού είχαν αρχίσει να βολτάρουν από νωρίς στο χώρο. Τα βήματά τους έμοιαζαν με βήματα γιγάντιας κατσαρίδας που έχασε το δρόμο της και περιφέρεται στον κόσμο σαν τρελή προσπαθώντας να εντοπίσει τη μυστική κρυψώνα της. Κατά τα μεσάνυχτα κάποιος περπατούσε αφήνοντας πίσω του μικρούς θορύβους από δάχτυλα που χτυπάνε νευρικά πάνω στο ξύλινο τραπέζι -ήταν ένα μικρό φάντασμα παιδιού, φαίνεται, που είχε μόλις καταφέρει να μετακινηθεί μπουσουλώντας. Μια κορασίδα λεπτεπίλεπτη και σεμνή, περίπου στα είκοσί της χρόνια, στεκόταν μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη και χάιδευε μαλακά τις μεταξένιες μπούκλες της -μύριζε νυχτολούλουδο και γαρδένια. Δυο τρεις ένδοξοι πρόγονοι επιτηρούσαν το χώρο με αυστηρότητα κι έκαναν τη ραχοκοκκαλιά μου να αναριγεί στο πέρασμά τους. Προσπαθούσα να αναπνέω απαλά και να κάνω όσο το δυνατόν λιγότερες κινήσεις πάνω στο λουλουδάτο σεντόνι μου, από φόβο μήπως και προκαλέσω την οργή τους, η παρείσακτη.
Η γιαγιά του κεντρικού πορτρέτου, αλαμπρατσέτα με τον παππού αντίκρυ της, σιγομουρμούριζε ένα παλιό τραγούδι για τους ναυτικούς που έφυγαν και ποτέ δεν ξαναγύρισαν στο νησί, κι η αργόσυρτη βραχνή φωνή της τους έστελνε χαιρετίσματα στο αλλού της περιπέτειάς τους με αγάπη. Ο κύρης του σπιτιού, αυστηρός και επιβλητικός, πρόφερε σκοτεινές βλαστήμιες κάτω από το ολόλευκο παχύ μουστάκι του κι έκανε τις αραχνίτσες των ταβανιών να σκιρτούν ζαρωμένες μέσα στους υφαντούς ιστούς τους.
Προχτές τη νύχτα κοιμήθηκα δύσκολα και τα όνειρά μου ήταν βασανιστικά και αγχωμένα. Τα παλιά σπίτια παραμένουν αιωνίως στοιχειωμένα από τους ανθρώπους τους, είμαι πια σίγουρη γι’αυτό. Οι επόμενες γενιές που εισχωρούν στα άδυτα του παρελθόντος και παίρνουν -δικαιωματικά δήθεν- θέση στις βαριές καρέκλες ή τεντώνονται στα τριζάτα κρεββάτια αμέριμνες τους ενοχλούν. Τα νεανικά σώματα που δοκιμάζουν ανέμελα τους ιστορικούς σωμιέδες ακούγονται σαν παράφωνες νότες σε ένα πρελούδιο ανυπέρβλητο και ιερό. Οι απόγονοι αδικούν το παρελθόν και μεταλλάσσουν το παρόν σε ασήμαντη συνέχεια μιας σοβαρής ιστορίας που χάνεται καθ’ οδόν. Οι πρόγονοι ξέρουν να υποδέχονται μα και να κρατούν κακία. Τα ιστορικά σπίτια θέλουν προσοχή αλλιώς θυμώνουν κι εκδικούνται.
Το επόμενο πρωί ξέπλυνα την αγρύπνια μου στα κρυστάλλινα νερά μιας φιλικής παραλίας που διαμορφώθηκε ειδικά για παρόμοιους εξαγνιστικούς σκοπούς. Κάτω από τα αιωνόβια πεύκα ξάπλωσα με αγαλλίαση και ευγνωμοσύνη. Ευχαρίστησα τον ουρανό για το στοργικό γαλάζιο του και το ζεστό χώμα για τα λιλιπούτεια μυρμηγκάκια που μου έστελνε εδώ κι εκεί. Τριγύρω μου ο τόπος έσφυζε από ζωή που διακύρησσε το παρόν με σθένος και ελαφρότητα. Ανακουφίστηκε ο νυχτερινός μου κάματος μέσα στα νερά του Αργοσαρωνικού και σηματοδοτήθηκε το ξεκίνημα της επόμενης μέρας. Γλίτωσα και σήμερα, σκέφτηκα με χαρά, σαν τον κλέφτη που τό’ σκασε από τους διώκτες του και κατάφερε να πάρει ανάσα. Απόψε λέω να κοιμηθώ κάτω από τ’ αστέρια, ατάραχη κι ελεύθερη από το βάρος των γενεών όλων.
Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: Προσωπικά κι απρόσωπα
Παλιά η Σώτη έλεγε πως το αύριο θα ήταν μια άλλη χώρα. Σήμερα κατάλαβα πως το παρόν είναι απλώς ένα άλλο νησί. Η ιστορία μου με τις Σπέτσες -και η μεγαλειώδης γνωριμία μου με τη λογοτεχνία του Ευγένιου Αρανίτση- ξεκίνησε με ένα παλιό βιβλίο: “Ξενοδοχείο Των Ντελικάτων Εραστών”. Το έλαβα ως δώρο στην Κέρκυρα. Το συνέχισα κατόπιν στις Σπέτσες. Και όχι μόνο.
Από μακριά το σπίτι του έμοιαζε με κάστρο απόρθητο. Κάτι σαν αυτόν. Με το που άνοιξε η πόρτα και με έσπρωξε μέσα ένιωσα πως ξεκίνησε ένα παραμύθι μέσα στο οποίο μπορούσα να πάρω θέση και να αρχίσω να ζω. Το παραμύθι της ζωής μου. Στο πλακόστρωτο της αυλής διάβαζα ιστορίες και ζούσα περιπέτειες κλεμμένες από σελίδες ιστορικών βιβλίων που μπροστά στα μάτια μου έπαιρναν ζωή και συγκεκριμένο πρόσωπο. Επαληθεύονταν.
Στην είσοδο με σύστησε με απλότητα στις ζωγραφιές του παρελθόντος και στο ίδιο το δικό του παρελθόν. Η περιήγηση συνεχίστηκε στο σπίτι χέρι με χέρι, από δωμάτιο σε δωμάτιο, όχι χωρίς να νιώθω κατά στιγμές πως αυτός ο καινούριος κόσμος ήταν πολύ παράξενος για μένα. Ήταν όμως ήρεμος κι ανέμελος, κι αυτό με καθησύχαζε κάπως. Τη βόλτα δεν την έκανε για πρώτη φορά, ούτε και τις συστάσεις. Εξυπακούεται.
Το ταβάνι της κεντρικής σάλας ήταν κόκκινο και αυτό στάθηκε για μένα ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό σημάδι. Τα χρωματιστά σπίτια πάντα είχαν ένα μυστικό να μου πουν και κατάφερναν με μαγικό τρόπο να αιχμαλωτίσουν την περιέργεια και το ενδιαφέρον μου. Οι τοιχογραφίες ήταν αραχνοΰφαντες και σχεδόν δειλές παρόλη τη μεγαλοπρέπειά τους. Το σπίτι ήταν φιλικό και μεγαλειώδες παρόλη την παραξενιά του. Και απολύτως ελκυστικό. Κάτι σαν αυτόν.
Στο ψηλό πυργάκι του σπιτιού κατάλαβα για πρώτη (?) φορά πως τα ανεμοδαρμένα ύψη δεν θα με άφηναν ποτέ ήσυχη. Η θέα στον Αργοσαρωνικό ήταν καθηλωτική και τα μάτια μου δοσμένα σχεδόν μοιρολατρικά σε αυτήν. Μετά από χρόνια είπε: “Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο παρά μόνο πως ήταν the best. Αλλιώς θα αναρωτιώμουν αν ήμασταν μαζί ή αν ήμουν με άλλη παρέα…”. Ένα πυργάκι με θυμίζει και με αξιολογεί, αιώνες μετά. Έτσι γράφονται οι ιστορίες των ανθρώπων τελικά. Ή μάλλον κυρίως έτσι.
Το νησί είναι για μένα σαν μια παλιά γνωριμία. Έχουμε χρόνια να ειδωθούμε μα ξέρω πως με το που πατάω το πόδι μου στο λιμάνι είναι σαν να ξαναβρίσκω έναν παλιό αγαπημένο φίλο. Που με γνωρίζει και τον γνωρίζω καλά. Που ξέρει για μένα και ξέρω γι’αυτόν. Κι ας πέρασε καιρός, κι ας άλλαξαν οι τόποι, όσα μας σύστησαν και μας συστήθηκαν άλλοτε υπάρχουν ακόμα ανάμεσά μας και μας ενώνουν όπως ενώνει το αόρατο νήμα μιας ιστορίας τους πρωταγωνιστές της. Το σπίτι ενσάρκωσε μια λογοτεχνική ιστορία από τις καθηλωτικότερες που έχω γνωρίσει ποτέ και κάτι τέτοια δεν ξεχνιούνται εύκολα, ας περνάει ο καιρός. Κάτι σαν αυτόν.
Πριν από μερικές μέρες το μαγικό κορίτσι με ρώτησε ξαφνικά:” Αυτός δεν είναι ο μεγάλος σου έρωτας;”… Της απάντησα “Ναι! Φυσικά!”. Το εννοούσα και συνεχίζω να το εννοώ. Το ξενοδοχείο των ντελικάτων εραστών διατηρεί ιστορικό πελατολόγιο καταγεγραμμένο σε λεπτομερείς καταλόγους οι οποίοι παραμένουν το ίδιο αραχνοΰφαντοι και ανεξίτηλοι με τις τοιχογραφίες του. Ακόμα κι αν το μυστικό της διαφοράς ανάμεσά τους κρύβεται σεμνά σε ένα ετοιμόρροπο πυργάκι που θα ήταν πλέον επικίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για παρόμοια διαπιστευτήρια. Ακόμα κι αν αλλάξαμε αιώνα. Υπάρχει, κι αυτό είναι από μόνο του αρκετό. Κάτι σαν αυτόν.
Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: Προσωπικά κι απρόσωπα
Στις πλατείες της πόλης, στα πεζοδρόμια, στα πάρκα και στις κολώνες των πολυκατοικιών τυχαίνει συχνά να συναντώ ενδείξεις από τα -προσωπικά μου- σημεία των καιρών. Αφηρημένες βόλτες, άσκοπες ματιές, ηθελημένες παρερμηνείες, διαβολικές συμπτώσεις με φέρνουν διαρκώς κοντά στα ενδεχόμενα της ζωής μου ή με οδηγούν σε σχεδόν μοιραία συμπεράσματα, ανάλογα με τη στιγμή. Ψάχνω σκόπιμα να βρω σε τυχαίες συναντήσεις όσα θα ήθελα να σημαίνουν πραγματικά κάτι σπουδαίο για μένα. Κι αφού το θέλω γίνεται.
Αυτές οι συναντήσεις έχουν να κάνουν συχνότερα με άψυχα πράγματα παρά με ζωντανά πλάσματα, αν και αυτό είναι επίσης σχετικό. Κι αυτό επειδή οι παγωμένες/παγιωμένες εικόνες αποτελούν για μένα ευφορότερο έδαφος για σκέψεις και μετέπειτα αναλύσεις, μιας και η ερμηνεία τους είναι στην εγωιστική διακριτική μου ευχέρεια και δεν εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες.
Ένα γκράφιτι-καρικατούρα πήρε πριν μερικά βράδια το πρόσωπό μου και με απεικόνισε απροειδοποίητα. Συνήθως γίνομαι εγώ κάτι. Αυτή τη φορά όμως κάτι έγινε εγώ. Οι όροι αντιστράφηκαν. Το γκράφιτι-καθρέφτης με καλησπέρισε κωμικά καθώς περνούσα από μπροστά του. Οι ενδείξεις έχουν πάντα δίκιο και οι συμβολισμοί τους δεν είναι ποτέ τυχαίοι. Κάποιος ζωγράφισε μια μέρα το πρόσωπό του με πολύχρωμες μπογιές κι εκείνο το βράδυ ήταν η σειρά μου να με δανειστεί και να γίνω η περαστική-ενσάρκωσή του. Το αποψινό πρόσωπο-καθρέφτης του.
Τα γκράφιτι μου θυμίζουν τα συντριβάνια στις πλατείες. Τα αγαπημένα μου αγάλματα είναι οι πληθωρικές αναπαραστάσεις του έρωτα. Το πέτρινο άγαλμα στην κορυφή του ζωηρού συντριβανιού στέκει ακίνητο κι ατενίζει τον κόσμο με το τόξο του έτοιμο για δράση. Μόνο που δεν δρα ποτέ. Παραμένει ακινητοποιημένο κι αιωνίως έτοιμο για τα καλύτερα των πραγμάτων χωρίς όμως να συμμετέχει ενεργά σε αυτά. Ο μικρός φτερωτός έρωτας της πλατείας δεν βρέχει ποτέ το στόμα του στο κρυστάλλινο νερό του συντριβανιού. Αδέσποτες σταγόνες ενδέχεται να δροσίζουν που και που τα πέτρινα χείλη ή τον πάλαι ποτέ λευκό λαιμό του, κι αυτό είναι το μοναδικό δικαίωμά του στην ίδια του την ιδέα.
Οι έρωτες των πλατειών είναι οι ακινητοποιημένες μορφές ενός ιδανικού που κινεί τον κόσμο -απεικονίζουν την αιώνια δράση μέσα από τη νεκρική ακινησία τους. Αυτά τα ομοιώματα μπορούν να μας μιλήσουν για τη ζωή, μονάχα που ζητάνε κάποιο αντάλλαγμα. Το τίμημα όσων έχουν να μας πουν είναι ότι πρέπει να λύσουμε το μυστήριο του δικού τους τέλους. Του τέλους της δράσης και της ισχύος τους. Τις περισσότερες φορές όμως το μυστήριο είναι ελάχιστης σημασίας, γι’ αυτό οι έρωτες των πλατειών παραμένουν ακίνητοι και βουβοί.
Θα ήταν υπέροχο αν τα αγάλματα αυτά μπορούσαν να μας αποκαλύψουν κάτι. Ο ψίθυρός τους θα έκανε τις φωλιές των πουλιών να τρεμουλιάσουν πάνω στα δέντρα και τα σύννεφα να τρέξουν πιο γρήγορα. Ωστόσο, κάθε μέρα παραμένουν ακίνητα και απαθή. Τα άδεια μάτια τους μας παραπέμπουν στις ευχές μας, δεν τις ερμηνεύουν όμως, ούτε τις ευνοούν. Οι φτερωτοί θεοί των πράσινων παραδείσων της πόλης δικαιώνουν κι επικυρώνουν τη νομοτέλεια της ζωής και των αισθημάτων.
Θα ήταν υπέροχο αν οι μικροί έρωτες των πλατειών ήταν στ’ αλήθεια ένα αίνιγμα κι αν οδηγούσαν σε μια λύση μετά το γρίφο της ακινητοποίσής τους. Δεν είναι όμως. Είναι απλώς μικρά αγάλματα που αναπαριστούν την παγωμένη εικόνα της δίψας και της ορμής που εγκλωβίστηκε σε ένα κομμάτι πέτρα. Ο ρόλος τους είναι να υπενθυμίζουν και να επαγρυπνούν. Όχι όμως να δρουν.
Όταν βλέπω τους πέτρινους έρωτες στις κορυφές των συντριβανιών δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι πως ακόμα και τα ισχυρότερα ιδανικά, ακόμα και τα βασικότερα ένστικτα ενδέχεται να εγκλωβιστούν σε ένα παρόν αλλιώτικο από τον αλλοτινό προορισμό τους. Παρόλα αυτά, κοιτάζοντας τα θαυμάσια στόματά τους, ποτέ δεν μπορώ να εμποδίσω τον εαυτό μου να σκεφτεί πως οι πέτρινοι έρωτες της πλατείας ήταν κάποτε ζωντανοί, και πως κάποια στιγμή, λίγο πριν αποχαιρετήσουν δια παντός τον ουράνιο ρόλο τους, μετά από ένα έσχατο φιλί κατάπιαν ηδονικά για τελευταία φορά το σάλιο τους.
Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: Προσωπικά κι απρόσωπα