Thethreewishes’s Weblog

Μαυσωλείο των προηγουμένων εραστών

Αυγούστου 7, 2008 · Γράψτε ένα σχόλιο

Παλιά η Σώτη έλεγε πως το αύριο θα ήταν μια άλλη χώρα. Σήμερα κατάλαβα πως το παρόν είναι απλώς ένα άλλο νησί. Η ιστορία μου με τις Σπέτσες -και η μεγαλειώδης γνωριμία μου με τη λογοτεχνία του Ευγένιου Αρανίτση- ξεκίνησε με ένα παλιό βιβλίο: “Ξενοδοχείο Των Ντελικάτων Εραστών”. Το έλαβα ως δώρο στην Κέρκυρα. Το συνέχισα κατόπιν στις Σπέτσες. Και όχι μόνο.

Από μακριά το σπίτι του έμοιαζε με κάστρο απόρθητο. Κάτι σαν αυτόν. Με το που άνοιξε η πόρτα και με έσπρωξε μέσα ένιωσα πως ξεκίνησε ένα παραμύθι μέσα στο οποίο μπορούσα να πάρω θέση και να αρχίσω να ζω. Το παραμύθι της ζωής μου. Στο πλακόστρωτο της αυλής διάβαζα ιστορίες και ζούσα περιπέτειες κλεμμένες από σελίδες ιστορικών βιβλίων που μπροστά στα μάτια μου έπαιρναν ζωή και συγκεκριμένο πρόσωπο. Επαληθεύονταν.

Στην είσοδο με σύστησε με απλότητα στις ζωγραφιές του παρελθόντος και στο ίδιο το δικό του παρελθόν. Η περιήγηση συνεχίστηκε στο σπίτι χέρι με χέρι, από δωμάτιο σε δωμάτιο, όχι χωρίς να νιώθω κατά στιγμές πως αυτός ο καινούριος κόσμος ήταν πολύ παράξενος για μένα. Ήταν όμως ήρεμος κι ανέμελος, κι αυτό με καθησύχαζε κάπως. Τη βόλτα δεν την έκανε για πρώτη φορά, ούτε και τις συστάσεις. Εξυπακούεται.

Το ταβάνι της κεντρικής σάλας ήταν κόκκινο και αυτό στάθηκε για μένα ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό σημάδι. Τα χρωματιστά σπίτια πάντα είχαν ένα μυστικό να μου πουν και κατάφερναν με μαγικό τρόπο να αιχμαλωτίσουν την περιέργεια και το ενδιαφέρον μου. Οι τοιχογραφίες ήταν αραχνοΰφαντες και σχεδόν δειλές παρόλη τη μεγαλοπρέπειά τους. Το σπίτι ήταν φιλικό και μεγαλειώδες παρόλη την παραξενιά του. Και απολύτως ελκυστικό. Κάτι σαν αυτόν.

Στο ψηλό πυργάκι του σπιτιού κατάλαβα για πρώτη (?) φορά πως τα ανεμοδαρμένα ύψη δεν θα με άφηναν ποτέ ήσυχη. Η θέα στον Αργοσαρωνικό ήταν καθηλωτική και τα μάτια μου δοσμένα σχεδόν μοιρολατρικά σε αυτήν. Μετά από χρόνια είπε: “Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο παρά μόνο πως ήταν the best. Αλλιώς θα αναρωτιώμουν αν ήμασταν μαζί ή αν ήμουν με άλλη παρέα…”. Ένα πυργάκι με θυμίζει και με αξιολογεί, αιώνες μετά. Έτσι γράφονται οι ιστορίες των ανθρώπων τελικά.  Ή μάλλον κυρίως έτσι.

Το νησί είναι για μένα σαν μια παλιά γνωριμία. Έχουμε χρόνια να ειδωθούμε μα ξέρω πως με το που πατάω το πόδι μου στο λιμάνι είναι σαν να ξαναβρίσκω έναν παλιό αγαπημένο φίλο. Που με γνωρίζει και τον γνωρίζω καλά. Που ξέρει για μένα και ξέρω γι’αυτόν. Κι ας πέρασε καιρός, κι ας άλλαξαν οι τόποι, όσα μας σύστησαν και μας συστήθηκαν άλλοτε υπάρχουν ακόμα ανάμεσά μας και μας ενώνουν όπως ενώνει το αόρατο νήμα μιας ιστορίας τους πρωταγωνιστές της. Το σπίτι ενσάρκωσε μια λογοτεχνική ιστορία από τις καθηλωτικότερες που έχω γνωρίσει ποτέ και κάτι τέτοια δεν ξεχνιούνται εύκολα, ας περνάει ο καιρός. Κάτι σαν αυτόν.

Πριν από μερικές μέρες το μαγικό κορίτσι με ρώτησε ξαφνικά:” Αυτός δεν είναι ο μεγάλος σου έρωτας;”… Της απάντησα “Ναι! Φυσικά!”. Το εννοούσα και συνεχίζω να το εννοώ. Το ξενοδοχείο των ντελικάτων εραστών διατηρεί ιστορικό πελατολόγιο καταγεγραμμένο σε λεπτομερείς καταλόγους οι οποίοι παραμένουν το ίδιο αραχνοΰφαντοι και ανεξίτηλοι με τις τοιχογραφίες του. Ακόμα κι αν το μυστικό της διαφοράς ανάμεσά τους κρύβεται σεμνά σε ένα ετοιμόρροπο πυργάκι που θα ήταν πλέον επικίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για παρόμοια διαπιστευτήρια. Ακόμα κι αν αλλάξαμε αιώνα. Υπάρχει, κι αυτό είναι από μόνο του αρκετό. Κάτι σαν αυτόν.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: