Περνάει ο καιρός γλυκά, λιώνει αργά αργά σαν καραμέλα Τσάρλεστον γεμίζοντας τον κόσμο με μυρωδιά τριαντάφυλλο. Μασουλάω τα κομματάκια της ροζ ζάχαρης με τις άκρες των δοντιών και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, φτάνω στη λαστιχένια επιφάνεια του γλυκού, σαν μαθητής που ετοιμάζεται να αναπτύξει το κυρίως θέμα της έκθεσής του μετά από ένα λυρικό πρόλογο.
Η πανσέληνος του Αυγούστου χάθηκε ράθυμα κι εντυπωσιακά, αποτυπώνοντας άλλον έναν μύθο στην ιστορία του καλοκαιριού. Όπως μια φωτογραφία μέσα στο σκοτεινό θάλαμο, που για λίγα μόλις δευτερόλεπτα εμφανίζεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και τελικά λαμβάνει την οριστική μορφή της πάνω το χαρτί. Και μόνο αυτό μετράει πια.
Αυτός ο μήνας είναι γεμάτος ιλουστρασιόν νύχτες και παράλογα πρωινά, καρτ ποστάλ μιας εποχής που αγγίζει το τέλος της κούρσας χωρίς νικητή ή ηττημένο. Απλώς συμβαίνει και λειτουργεί ως αυτοσκοπός, ίσα ίσα για το παιχνίδι. Έκρυθμες κινήσεις και απερίσκεπτες παρενθέσεις διαθέσεων διανθίζουν την πορεία των ημερών, με θάρρος και ανάγκη. Μόνο και μόνο επειδή δεν γίνεται αλλιώς.
Η ιστορία του καλοκαιριού γράφεται πάνω σε σελίδες-βότσαλα, που ένα επιπόλαιο παιδικό χεράκι μπορεί να εκσφενδονίσει ανά πάσα επικίνδυνη στιγμή στο κενό ή στη θάλασσα, τραυματίζοντας τη λεία επιφάνεια του νερού με ομόκεντρους κύκλους οι οποίοι στο τέλος δεν οδηγούν πουθενά, γι’αυτό και είναι τόσο εντυπωσιακοί κι ωραίοι. Και τόσο μάταιοι. Αλλά αυτό το παραβλέπω. Μόνο και μόνο επειδή δεν γίνεται αλλιώς.
Το καλοκαιρινό παρόν είναι γεμάτο αιφνίδιες χάντρες και κόμπους στο λαιμό. Σαν σκοινάκι. Ή σαν συνηθισμένη αγωνία μετά από τη συνηθισμένη χαρά. Το βιώνω άμεσα, προσπαθώντας επιτέλους να δω την πραγματικότητα ως κάτι απτό και όχι ως πρόγευση μιας μελλοντικής ευτυχίας ή δυστυχίας. Όπως έκανα μέχρι τώρα, δηλαδή. Όχι πια, όμως. Τώρα δεν αρκούμαι στο να το παρατηρώ και να το σκέφτομαι, το αρπάζω στα χέρια, το χώνω στο στόμα και το πιπιλίζω απολαυστικά. Το παρόν. Το τώρα. Σαν καραμέλα Τσάρλεστον που σε λίγο θα έχει λιώσει οριστικά. Μόνο και μόνο επειδή δεν μπορώ αλλιώς.
