Thethreewishes’s Weblog

Καταφύγια θηραμάτων

Ιουλίου 11, 2009 · 8 σχόλια

P1030753

Ο έβδομος μήνας αναμενόταν να μου φέρει μια βαλίτσα με ξεκούραση. Παρόλα αυτά, οι πρώτες νύχτες του Ιούλη ξεκίνησαν με καλέντουλα, πασιφλόρα και βαλεριάνα σε χαμηλά ποτήρια-προπομπούς ή κατευθείαν πάνω στο δέρμα κι έκτοτε βολοδέρνουν αναποφάσιστες, ακροβατώντας κοπιαστικά ανάμεσα στην επίμονη υγρασία της γης και στο φωτεινό σκοτάδι της Ιόνιας σκέπης/// Σκληρός μήνας, καυτερός, παράξενος. Καθυστερεί το θέρος. Τσάκισε με το καλησπέρα σας τη γυμνόστηθη Εξιδανίκευση κάτω από την τραχιά του πατούσα και τώρα συνεχίζει ακάθεκτος για νέες βιβλικές καταστροφές. Όποιος φοβάται ας λιποτακτήσει, είναι η μόνη λύση///Απαλλαγμένη πια από την ιδέα της Ωραίας Προκατάληψης, βαδίζω κι εγώ μαζί με όλους στα τυφλά ανάμεσα σε πλακόστρωτα δρομάκια και αφηρημένα βλέμματα χωρίς έναν καημό, χωρίς μιαν εμμονή, σχεδόν απούσα///Βραδινές χειραψίες και γνωριμίες παραλογοτεχνίας στα σκοτεινά καταφύγια θηραμάτων της παλιάς πόλης σκάβουν πρόχειρες σπηλιές στο χρόνο μου χαράζοντας τη γραμμή μιας εσφαλμένης πορείας που παρερμηνεύτηκε στο χάρτη κι οδηγεί ανώφελα στο μεγαλειώδες, ήσυχο Τίποτα του επόμενου πρωινού που επέρχεται σαν σκύλος///Η επιμονή του κόσμου να αναζητά ψυχή κι αναψυχή κάτω από ιπποτικές επιγραφές και μικρές κληματαριές με βουκαμβίλιες, γιασεμιά και νυχτολούλουδα διατηρεί ομολογουμένως μια κάποια γοητεία, μόνο που αυτό το καλοκαίρι τούτη εδώ η γοητεία προσομοιάζει κάπως με τη θλίψη της επίγνωσης και άρα αφήνει χαίνοντα κενά στις προσδοκίες των σωμάτων και των νευμάτων της όποιας Χαράς. Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως τεμπέλης///Αναμοχλεύω νωχελικά τα αγριόχορτα και τις παλιές σελίδες προς άγραν νοήματος και νέου σκοπού –ας πετύχω έστω ένα ζόρι, ένα ξεσήκωμα στην επόμενη παράγραφο, κάτι πια– μα η επιμονή μου δεν ευοδώνεται, η πολυπόθητη συγκίνηση αργεί να ‘ρθεί, μοιάζει όλο και πιο πολύ με φρούδα ελπίδα που χάνεται στη μετάφραση///Ξυπνάω λοιπόν ξανά ασφαλής και κουρασμένη, ανάμεσα σε αδιάφορες επανεκδόσεις πανομοιότυπων ιστορημάτων κι όλο υπόσχομαι πως κάθε απόψε θα είναι όλα διαφορετικά, ως δια μαγείας///Η νομοτέλεια των πραγμάτων παραμένει εντούτοις απαράλλαχτη. Όταν χτυπάς με τις γροθιές την πόρτα της έμπνευσης, της συγκίνησης, της φιλίας, της τύχης -ό, τι χρειάζεται ο καθείς τέλος πάντων, στο κατώφλι εμφανίζεται μια εκνευρισμένη γραία ξεδοντιάρα κι επ’ ουδενί η παρθένα κόρη που όλοι περίμεναν εναγωνίως///Όσο αποζητώ λοιπόν με επιμονή ένα πολύτιμο ανθρώπινο Κάτι το μόνο που θα εμφανίζεται μπροστά μου θα είναι ένα κακομούτσουνο απάνθρωπο Τίποτα and that’s a fact///Περιέργως, η ψυχραιμία μου παραμένει εντυπωσιακή και η οπτική μου αρκούντως θολή ώστε να μην ενοχλούμαι περαιτέρω. Είμαι αδιάφορη και αυτάρκης, δεν ανησυχώ///Ευτυχώς διατηρείται μέσα μου ζωηρή η σκέψη του κοριτσιού με το μπλε φουστάνι στην πλατεία και η εικόνα του κοριτσιού με ένα βαζάκι γλυκό ρόδι στο σκαλί, κι έτσι το θέρος μαλακώνει κάπως και γίνεται πιο ευφρόσυνο. Χάρη στα δυο κορίτσια, χάρη σε αυτά///Κι επίσης χάρη στα αδέσποτα περιστέρια που κατάλαβαν πόσο άκακο είναι το κατώφλι μου κι έτσι το διαβαίνουν κάθε απόγευμα στις έξι, αδιάφορα και τολμηρά///Σάββατο μεσημέρι, ωραία ώρα, ωραίο φως. Στο Ιόνιο οι άνεμοι πνέουν βορειοδυτικά ασθενείς μέχρι μέτριοι και η θερμοκρασία στην πόλη κυμαίνεται από 23 έως 25 βαθμούς Κελσίου///Από κάποιο διπλανό στενό ένα τραντζιστοράκι αναμεταδίδει παλιές λαϊκές επιτυχίες και για μια στιγμή ξεκολλάω από το παρόν, αφήνω πίσω μου την σχεδόν απωθητική ρεαλιστική εκδοχή του γεγονότος και πρωταγωνιστώ σε μια ελληνική ταινία εποχής μαζί με τον Κούρκουλο , την Καρέζη, μπορεί και τον Παπαγιανόπουλο///Κατόπιν επανέρχομαι στο ηλιόλουστο παρόν, πιάνω την φρεσκοτυπωμένη Ζυράννα μου, μυρίζω το χαρτί και αγαλλιάζω με όσα πρόκειται να διαδραματιστούν ανάμεσά μας. Το πάθος χίλιες φορές, είπε, κι εγώ την πιστεύω///Αραγμένη ως αργά στον καναπέ κάτω από το γεωγραφικό χάρτη της Παλαιάς Διαθήκης γεύομαι με ευγνωμοσύνη τα σύκα και τα μούσμουλα που μου πρόσφερε πεσκέσι η γειτόνισσα, κοιτάζω το κάστρο από το πέτρινο παράθυρο της μικροσκοπικής κουζίνας, χαμογελώ από την ανοιχτή μου πόρτα στους αλλότριους περαστικούς που κατεβαίνουν το καντούνι και υπόσχομαι πως απόψε όλα θα είναι διαφορετικά, ως δια μαγείας///Καθώς ζυγώνει το βράδυ, η εικόνα ανατριχιάζει. Από το απέναντι παράθυρο ακούω τους λυγμούς μιας κοπελιάς που λυπάται γοερά, ενώ ταυτόχρονα στον όροφο της Φιλαρμονικής κάποιος παίζει στο πιάνο τα άπαντα του Χατζιδάκι/// Ένα παιδί φωνάζει στα σκαλιά, κάποιοι χειροκροτούν μιαν ορχήστρα, έξω στροβιλίζονται μελτέμια, κουζινικές μυρωδιές και πτήσεις αναχωρήσεων, ενώ μέσα η νύχτα μου ανάβει μέσα σ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί /// Τα σέβη μου.

(Depeche Mode: Blue dress)

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: ,

8 απαντήσεις μέχρι τώρα ↓

Γράψτε ένα σχόλιο