Cosmin
Είχε κόλλημα με τα Ρουμάνικα. Εδώ και λίγο καιρό, όλο εκείνο το τραγούδι με τους Ρουμάνους μέσα στο ασανσέρ άκουγε, ξανά και ξανά, εμμονικά περίπου. Από τη γλώσσα δε σκάμπαζε λέξη. Γρι. Αλλά όταν τους άκουγε να μιλάνε, έτσι τραχιά και ακατέργαστα, κάτι μέσα της φώναξε “κι άλλο!”.
Το μεσημέρι ο Ρουμάνος συνάδελφος μπήκε στο γραφείο.
“Γιατί δεν βγαίνεις ποτέ έξω εσύ; Πουθενά δε σε βλέπουμε, όλο γράφεις, γράφεις. Και τι γράφεις;”.
Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Καλοσυνάτη φάτσα, καθαρή. Τριαντακάτι, γκρι κοστούμι και γαλάζιο πουκάμισο με δύο ανοιχτά κουμπιά. Χωρίς γραβάτα. Τις σιχαινόταν τις γραβάτες, της έφερναν αλλεργία.
“Πάμε να φάμε;”, τον ρώτησε ξαφνικά, πεινούσε λίγο.
Χωρίς να απαντήσει στις ερωτήσεις του.
“Πάμε”, χάρηκε εκείνος και περίμενε.
Στον δέκατο πέμπτο όροφο, στάθηκαν στην ουρά. Μετά το ταμείο πήραν νερό από τον ψύκτη και διάλεξαν θέση. Την άφηνε να προπορεύεται.
“Εδώ καλά είναι;”, την ρώτησε κι εκείνη έγνεψε “ναι”.
Κάθισαν απέναντι. Εκείνη έτρωγε μια πίτα με λαχανικά κι εκείνος ένα άσπρο ψάρι με ταλιατέλες και κρέμα. Της μιλούσε για το σχολείο των παιδιών του, για το ρουμάνικο τμήμα που δεν είχε ακόμα φτιαχτεί, για τα πεθερικά του που “ποτέ δεν μιλάνε στα ίσα” και για τη γυναίκα του, που μεγάλωσε χωρίς σοβαρή κληρονομιά επικοινωνίας. Στα Γαλλικά όλα αυτά. Πώς αλλιώς να συνεννοηθούνε;
Κοιτούσε τα γαλάζια μάτια του πίσω από τα μικρά γυαλιά, το στρογγυλό κοντοκουρεμένο κεφάλι. Στους ώμους του είχε πέσει λίγη πυτιρίδα. “Ρουμάνικη πυτιρίδα”, σκέφτηκε παρατηρώντας τα λευκά σκονάκια ένα ένα. Τον έβλεπε να σκουπίζεται κάθε τόσο με τη χαρτοπετσέτα και χαιρόταν. Ποτέ της δεν χώνεψε τα λερωμένα στόματα.
“Θες καφέ;”, την ρώτησε όταν φάγανε και άφησαν τους δίσκους πάνω στη ρόδα που θα τους πήγαινε για πλύσιμο.
“Ναι, πάμε”, δέχτηκε εκείνη κι ανέβηκαν στον τελευταίο όροφο, με τα πόδια αυτή τη φορά.
Περπατούσαν αργά. Καμία ρουμάνικη μυρωδιά δεν έφτανε εκ μέρους του στα ρουθούνια της.
Πήραν τους καφέδες και σκαρφάλωσαν στα σκαμπό.
“Πες μου μια λέξη στα Ρουμάνικα”, του ζήτησε πάνω από τον αχνιστό εσπρέσσο.
Την κοίταξε παραξενεμένος, χαμογέλασε και την ρώτησε: “Τι θες να μάθεις;”.
“Δεν ξέρω… Ο, τι να’ ναι, πες μου ό, τι σκέφτεσαι πρώτο”, του απάντησε και ξαναχαμογέλασαν μαζί.
“Degete”, της είπε και κοίταξε τα νύχια της.
“Τι σημαίνει αυτό;”, τον ρώτησε μαζεύοντας αυτόματα τα χέρια της από το τραπέζι.
“Δάχτυλα”, της εξήγησε και στράγγιξε τον καφέ του.
Η καρωτίδα του πετάχτηκε μερικά εκατοστά μπροστά στα μάτια της. Είχε μια δυο μέρες να ξυριστεί, φαινόταν. Εμιγκρέδες της Ρουμανίας, πιθανότητες ευτυχίας.
“Κόσμιν, πώς σου ήρθε να μου πεις αυτήν ειδικά τη λέξη;”, τον ρώτησε ενώ στο στομάχι της απλωνόταν μια ιδιοφυής παράλυση.
“Είδα τα νύχια σου που είναι κόκκινα, και σκέφτηκα αυτό…”, απάντησε με μια απλότητα ρουμάνικη, τραχιά και συναρπαστική, και της έκλεισε το μάτι.
Κατέβηκαν τα σκαλιά μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Στο κατώφλι του γραφείου της κοντοστάθηκαν, συνέχισαν να φλυαρούν για λίγο ακόμα, και μετά την αποχαιρέτισε ανανεώνοντας το μεσημεριανό ραντεβού για μια από τις επόμενες μέρες.
“Αν καταφέρω και σε πείσω να σταματήσεις να γράφεις, δηλαδή…”, αστειεύτηκε και έκανε μεταβολή.
Τον παρατήρησε να απομακρύνεται στο διάδρομο και προσπάθησε να διακρίνει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ράτσας του στο περπάτημά του. Νόμισε πως βρήκε. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τίποτα.
Μετά μπήκε στο γραφείο της και έβαλε να ακούσει ξανά εκείνο το εμμονικό τραγούδι που μεταμόρφωνε τους δήμιους σε χάδι. Με εκείνους τους ανθρώπους, τους ανώνυμους, που ανεβαίνουν με το ασανσέρ και μιλάνε Ρουμάνικα.

Ιανουαρίου 24, 2012 στις 8:51 μμ
Τραχύ και ακατέργαστο, όπως της αρέσει.
Γλυκό σαν άχνη πάνω στο χιόνι.
(τελικά και η μισανθρωπία έχει τα όριά της, έτσι;)
Ιανουαρίου 24, 2012 στις 8:53 μμ
Τα πάντα έχουν τα όριά τους.
Ασαφή μεν, υπαρκτά δε.
Ευχαριστώ για τη μουσική.
Ιανουαρίου 24, 2012 στις 8:55 μμ
δυο ζευγάρια μάτια που παρακολουθούν, παράλληλες ζωές που δεν ανταμώνουν όπως θέλουν ίσως;
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 8:28 πμ
Μόνο δύο είναι αυτά τα ζευγάρια μάτια στον κόσμο;
Τα περισσότερα βλέμματα κάπως έτσι δεν διασταυρώνονται;
Ιανουαρίου 24, 2012 στις 9:12 μμ
Ωραία επιλογή ο Κοσμίν. Κι εσύ το τραγούδι
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 8:29 πμ
Σε ευχαριστώ, μικρό κορίτσι
Οι επιλογές μας είναι η απεικίνιση των διαθέσεών μας την συγκεκριμένη στιγμή…
Σήμερα μπορεί να άκουγε Μαρκ Άλμοντ στο φουλ
Ιανουαρίου 24, 2012 στις 10:16 μμ
τι ωραίο!
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 8:31 πμ
Τα καλά πάρτι όμως, ξέρεις σε ποιον όροφο γίνονται…
Χεχεχε…
Ιανουαρίου 24, 2012 στις 10:19 μμ
Εγώ θα έλεγα,ωραία η επιλογή του Κοσμίν.Προσωπική και υπαινιχτική,χωρίς να γίνεται προσβλητική : τα δάχτυλα μιας γυναίκας-που γράφει.
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 8:32 πμ
Έτσι όπως τα θέτετε τα πράγματα, μπορώ να διαφωνήσω;…
Ιανουαρίου 24, 2012 στις 10:19 μμ
δάχτυλα ματωμένα. δάχτυλα καλυμμένα με μπογίες.
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 8:32 πμ
Δάχτυλα που καπνίζουν το τσιγάρο μιας γάτας…
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 7:19 πμ
Τα δάχτυλα που σφίγγουν και χαϊδεύουν. Ακόμα και αυτά που είναι σε μια γωνιά ροζιασμένα. Όλα αυτά μπορούν να προκαλέσουν ακόμα και την τραχιά φωνή ενός Ρουμάνου.
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 8:33 πμ
Υπάρχει πιο εξαίσιο σημείο στο ανθρώπινο σώμα; Από τα χέρια ενός ανθρώπου, νομίζω, μπορείς να καταλάβεις σχεδόν τα πάντα γι’ αυτόν…
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 8:41 πμ
Και από τα πόδια επίσης. Εξαιρετικά σημεία και τα δύο.
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 8:47 πμ
Διακρίνω μια έφεση προς τα άκρα (γενικώς και ειδικώς, ίσως…) και πολύ, πάρα πολύ μου αρέσει
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 7:56 πμ
Ax ποσο με ξεκουραζεις ….σε ευχαριστω…
Καλημέρα
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 8:34 πμ
Πόσο χαίρομαι με κάτι τέτοια…
Χρειαζόμαστε και λίγη ξεκούραση πού και πού, γμτ.
Εγώ σε ευχαριστώ, καλό μου.
—
Καλημέρες θηριάκια
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 9:08 πμ
” [...] προσπάθησε να διακρίνει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τη ράτσας του στο περπάτημά του. Νόμισε πως βρήκε. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τίποτα.”
Ακόμα και άθελά σου (;) σε απλές καθημερινές σου σκέψεις αφήνεις πολύ όμορφα νοήματα πίσω απτις λέξεις.
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 9:34 πμ
Ξέρεις πόσο ανακουφιστικό είναι, Lucy, να υπάρχουν μάτια που να μπορούν να διακρίνουν την όποια ομορφιά;
Ξέρεις πόσο ανακουφιστικό είναι, Lucy, να ξέρω πως υπάρχεις;…
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 10:43 πμ
το ρήμα “δαχτυλώνω” το ξέρεις;
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 10:48 πμ
Όχι.
Για πες…
Δε μπορώ να φανταστώ ερμηνείες… ή μάλλον μπορώ, αλλά καλύτερα να μου εξηγήσεις…
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 4:59 μμ
είναι η κατά κάποιο τρόπο ακριβή και ακριβής δραστηριότητα των δαχτύλων με “αντικείμενο” πόθου…
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 5:11 μμ
Κατάλαβα… Το είχα φανταστεί λιγάκι, αλλά εν προκειμένω δε νομίζω να υπήρξε τέτοιο αντικείμενο πόθου… Μια ιδεοληψία με τη χώρα, τον πολιτισμό, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του λαού ίσως.
Ή έστω και με το κόκκινο χρώμα των νυχιών.
Μεταξύ των ηρώων αυτής της ιστορίας, ως ανθρώπων, επ’ ουδενί…
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 6:19 μμ
επ ουδενί εμμέσως πλην σαφώς…
αν ο αναγνώστης γνωρίζει την πραγματικότητα, εφόσον και η ιστορία του διηγήματος είναι πραγματική…
όμως γλυκό αιώρημα, εσύ, τον “φτιάχνεις” τον αναγνώστη… εξάπτεις τη φαντασία του και ενεργποιείς το πίσω μέρος του μυαλού…
εγώ, απλά είπα τι μου ρθε στο ναό με την εμμονική σου επιμονή στα δάχτυλα και τη δική μου πείρα…
φιλιά!
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 6:21 μμ
“ναό” λέει αυτός που λέει “δαχτυλώνω” ,το κεφάλι…
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 6:21 μμ
Χαχαχαχα…
Καταμπράν, είσαι ΑΠΑΙΧΤΗ
Θεέ μου, πόσο απολαμβάνω τους έξυπνους ναθρώπους… Πόσο!!!
Καλησπέρα Υπέροχη.
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 6:22 μμ
ναθρώπους, είπε η εμμονική με τα δάχτυλα
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 8:57 μμ
Γιατρέ μου δεν είμαι καλά, ανοίγω τον υπολογιστή και διαβάζω Τheorema, τον κλείνω για να ανοίξω ένα βιβλίο και πάλι Τheorema διαβάζω. Θα ζήσω; (Η σχέση σου με τα δάχτυλα με τρελαίνει by the way)
Ιανουαρίου 25, 2012 στις 9:35 μμ
Αγαπητέ μου πελάτη (οι σωστοί ψυ δεν αποκαλούν ποτέ “ασθενείς” τους πελάτες τους),
ένα έχω να σας πω: πατάξτε πάραυτα αυτή την κακή συνήθεια. Η πολλή Theorema βλάπτει σοβαρά την υγεία. Το επιβεβαιώνει και η αρμόδια επίσημη αρχή.
Ζητείστε βοήθεια για να σταματήσετε την ανάγνωση αυτή: συμβουλευτείτε τη γιατρό σας.
Την Theorema.
60 ευρώ παρακαλώ
(επίσης, αυτή την παράξενη εμμονή πρέπει να την συζητήσουμε εκτενώς σε επόμενη συνεδρία)
Ιανουαρίου 31, 2012 στις 7:37 πμ
Απλά, υπέροχο!