Ανέγγιχτοι
Με δίπλωσε σε ένα γιγάντιο πλαστικό και με κάθισε στον καναπέ. Σα μωρό που το φασκιώνει η μάνα του και το βάζει στην κούνια. Το σώμα και το πρόσωπό μου καλυμμένα εντελώς. Μια μούμια τυλιγμένη σε διάφανη στολή. Αυτό ήμουν.
Η ώρα περνούσε. Ένιωθα τον ιδρώτα να ξεπετάγεται από κάθε πόρο του κορμιού μου, την ανάσα μου να σφίγγεται. Την καρδιά μου να κλωτσάει. Δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε δάχτυλο. Δυο τρύπες είχε αφήσει όλες κι όλες, στο ύψος των ματιών μου. Από κει έμπαινε και ο λιγοστός αέρας που ανέπνεα.
Περίμενα.
Κάθισε σε μια πολυθρόνα απέναντί μου και με κοίταζε αμίλητος. Ούτε κι εγώ ξέρω για πόση ώρα. Εγώ παρέμενα ακίνητη, τυλιγμένη στο πλαστικό κουκούλι μου κι εκείνος με τα ρούχα του, ανέκφραστος, να καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο σταυροπόδι. Κοιτώντας με στα μάτια.
Έξω νύχτωνε κι εμείς συνεχίζαμε αυτό το παράλογο παιχνίδι.
Από το παράθυρο διέκρινα τη λάμψη μιας φωτεινής επιγραφής που αναβόσβηνε. Μπλε ελεκτρίκ. Όπως όλοι οι εφιάλτες μου. Το άναψε-σβήσε με χτυπούσε στην καρδιά. Και στα τύμπανα των αυτιών μου.
Όταν σταμάτησε να αναβοσβήνει η επιγραφή – χαράματα σχεδόν, έκλεινε ταμείο το ημιδιαμονής – σηκώθηκε ήσυχα και με πλησίασε. Κάθισε δίπλα μου κι ακούμπησε το χέρι του στο γόνατό μου. Με χάιδεψε απαλά, πολύ απαλά, για μια στιγμή, κι έπειτα στράφηκε προς το μέρος μου κι άρχισε να με φιλάει. Πάνω από το πλαστικό. Τα χέρια του δεν με άγγιζαν πια. Ένιωθα μονάχα τη γλώσσα του να προσπαθεί να τρυπήσει το σελοφάν και να χωθεί στο στόμα μου. Μέσα από τη μεμβράνη προσπαθούσα να γλύψω κι εγώ. Μάταια.
Ένα κύμα κούρασης μου δημιουργούσε μια αίσθηση εξάντλησης και αναγούλας. Νόμιζα πως θα σκάσω. Το κατάλαβε και απομάκρυνε το πρόσωπό του από το δικό μου. Με κοίταξε στα μάτια για μερικά δευτερόλεπτα, κι έπειτα μου είπε με την πιο απαλή, ζεστή και λιγωτική φωνή του κόσμου: «Τελειώσαμε για σήμερα. Την επόμενη φορά θα φορέσω χειρουργικά γάντια».
Έπειτα σηκώθηκε, με ξετύλιξε από την πλαστική μεμβράνη προσέχοντας να μην με αγγίξει πουθενά και μου έγνεψε να πάω στο μπάνιο να πλυθώ. Όταν επέστρεψα στο δωμάτιο είδα πως είχε φύγει. Στο πάτωμα σερνόταν η αυτοσχέδια στολή μου.
Βγήκα στο δρόμο και περπάτησα ως το κέντρο αναπνέοντας το πρωινό αγιάζι.
Υπολόγισα πως μέχρι να ακουμπήσουμε ο ένας τον άλλο με γυμνά χέρια θα έπρεπε να περάσει πολύς καιρός. Μπορεί και μια ολόκληρη αιωνιότητα.

Μαρτίου 2, 2012 στις 6:43 μμ
Εφιαλτικό αγαπημένη, εφιαλτικά υπέροχο ωστόσο. Έχεις τον τρόπο να αποδίδεις τα διεστραμμένα με μια φυσικότητα και απλότητα που με κάνεις να τα ζω. Ίδρωσα με την ιδέα.
Μαρτίου 2, 2012 στις 7:36 μμ
Εξαιρετικό!!!
Θα σας προτείνω όμως να τοποθετήσετε άμεσα έναν ανεμιστήρα οροφής σε αυτή την ανάρτηση γιατί ο ιδρώτας μας στάζει ποτάμι.
(το χρώμα που βγαίνει πάντως είναι πράσινο -το μπλε ελεκτρικ με μπέρδεψε κάπως)
Μαρτίου 2, 2012 στις 8:03 μμ
“Προσευχόμουν να βρω ψυχή ν’αγαπήσω. Μετρούσα τόσους άντρες κι ούτε μια χαρά. Για μια στιγμή ερωτευμένη, μετά άδεια. Ξεχνιόμουν κοιτώντας το τελευταίο τους δώρο. Εκείνοι έφευγαν. Έρχονταν άλλοι, ξανά η φλόγα της στιγμής, καινούρια δώρα. Άπλωνα ένα ένα τα δαχτυλίδια μπροστά στον καθρέφτη κι έπαιζα όπως τ’ αγόρια με τα στρατιωτάκια τους. Μάχες, ατέλειωτες μάχες. Κανείς δεν με νικούσε, όλα τα λάφυρα στα δάχτυλά μου. (παύση) Ύστερα, ήρθε εκείνος. Σαν τραγούδι. Θα τελειώσει, έλεγα, όλα τα τραγούδια τελειώνουν. Χόρεψε Μαργαρίτα, χόρεψε όσο είναι καιρός, όσο έχεις βήματα ακόμη, χόρεψε αυτόν τον άντρα, χόρεψε τον ώσπου να σωριαστείς … (παύση) Μερικές φορές συναντάμε έναν άνθρωπο, δεν ξέρουμε ποιος είναι, δεν ξέρουμε τίποτα γι’αυτόν. Μονάχα όταν κοιτάμε τις παλάμες του… εκεί στις κλειστές του χούφτες, στα σφιγμένα του δάχτυλα… σαλεύει η υπόσχεση ότι αυτά τα χέρια θα ξεκλειδώσουν κάτι βαθιά κλειδωμένο μέσα μας…” (Απόσπασμα από το βιβλίο του Άκη Δήμου, Η Μαργαρίτα Γκωτιέ ταξιδεύει απόψε)
Και πριν εύλογα με ρωτήσεις ως προς τι η παράθεση, αν και νομίζω πως μαντεύεις ήδη, θα σου πω πως εκείνο το “ξετύλιξε” τα φταίει όλα….
Συνειρμικά, εντελώς συνειρμικά…ξετύλιξε…ξεκλείδωσε…
Πόσο σκληρό μπορεί να είναι άραγε ένα αυτοσχέδιο πλαστικό κουκούλι??
Μαρτίου 2, 2012 στις 9:19 μμ
καληνύχτες
Μαρτίου 4, 2012 στις 6:53 πμ
καλημέρα!!άλλο ένα φοβερό κείμενο…είναι τόσο καταπληκτική η περιγραφή των εικόνων σου..που για μια στιγμή ένιωσα να είμαι κι εγώ στον καναπέ,για το παράξενο αυτό παιχνίδι….
Μαρτίου 4, 2012 στις 10:04 πμ
αναπνέεις από τα μάτια!
το ξερα πως ήσουν ξεχωριστή Αιώρημα!
…
κάποτε, μιαν άλλη την είχε τυλίξει σε αλουμινόχαρτο… δεν μπορείς να φανταστείς τι συνέβη εξαιτίας των βραχυκυκλωμάτων των εγκεφαλικών εκφορτίσεών του κατά τη διάρκεια των χαδιών…
φιλάκια
Μαρτίου 4, 2012 στις 4:04 μμ
Καλησπέρα σας…
Κι η Καταμπραν πιο πάνω το επεσήμανε…”αναπνέεις από τα μάτια” , είπε…
γιατί δεν κάνατε και μια τρύπα στο στόμα να μην μας πνίξετε;
Κοντέψαμε να πάθουμε ασφυξία μέχρι να τελειώσει το κείμενο…..:)
Μαρτίου 5, 2012 στις 10:06 πμ
Μαρτίου 5, 2012 στις 10:34 πμ
… η αιωνιότητα ίσως (ίσως είπα) και να περάσει γρήγορα. δεν είναι δα και τόσος πολύς καιρός (με τα δικά σου μέτρα). αυτό που ίσως θα έπρεπε να σε τρομάζει (ίσως είπα), είναι η επόμενη ημέρα …
Μαρτίου 5, 2012 στις 11:14 πμ
Καλημέρες σε όλους, με χιονοθύελλα, δευτεριάτικη μουντίλα και μπόλικη ευγνωμοσύνη για όσα μου είπατε και μου χαρίσατε.