Thethreewishes’s Weblog

Entries tagged as ‘Διηγήματα’

Βαγγέλης

Νοεμβρίου 17, 2009 · 17 σχόλια

Χτες ο πατέρας μου μού έδωσε ένα πεντοχίλιαρο να πληρώσω το φροντιστήριο. Τα δίδακτρα του Νοέμβρη τα πλήρωσα προχτές. Του Δεκέμβρη μετά τα Χριστούγεννα. Δε φταίω εγώ. Με δύο κατοστάρικα χαρτζιλίκι τη βδομάδα ούτε τυρόπιττα δεν αγοράζω αλλά πού να πάρει χαμπάρι ο τσιγκούναρος. Με το πεντοχίλιαρο θα πάω για μπίρες το Σάββατο και θα περάσω κι από την Ελένη μια βόλτα. Μια χαρά μού’ κατσε, δε λέω.

«Τι βλέπω Βαγγέλη, καινούριο ποδήλατο;», με ρώτησε η Αφροδίτη στο σχολείο. Είχα πάρει το Μότο Κρος μαζί, έτσι για να το δείξω λίγο. Όλοι μαζεύτηκαν γύρω μου και το χάζευαν. Βασιλιάς ένιωθα, μεγάλη κυρίλα. Τα αγόρια της τάξης είχαν λυσσάξει από τη ζήλεια τους, τέτοιο όχημα κανένας δεν κυκλοφορεί σε ολόκληρο το λύκειο. Τα κορίτσια χασκογέλαγαν και καλά, τις έβλεπα εγώ όμως, γυάλιζε το ματάκι τους.

«Ναι, τώρα το αγόρασα», είπα στην Αφροδίτη. «Με δικά μου λεφτά, οι γονείς δεν μου έδωσαν μία».

«Έπιασες δουλειά Βαγγελάκη και δεν το ξέρουμε;» μου κόλλησε το τσουλάκι.

«Ναι, γαμάω γριές τα Σαββατόβραδα και μου δίνουν χαρτζιλίκι. Τραβάς κάνα ζόρι Αφροδιτούλα;», άναψα εγώ. Η συζήτηση με αυτό το κορίτσι δεν έχει νόημα. Πάντα κάνει το παν για να με νευριάσει. Τελείως ξενέρωτη γκόμενα. Απορώ τι της βρίσκουν και τρέχουν όλοι πίσω της. της γύρισα την πλάτη και συνέχισα να χαζεύω με τους άλλους.

Μετά από αυτό δε μιλήσαμε άλλο. Έφυγα για το σπίτι όλο νεύρα. Κλείστηκα στο μπάνιο και τράβηξα μια γερή μαλακία, μία ώρα έμεινα μέσα. Την σκεφτόμουν συνεχώς. Με τσάντισε το πουτανάκι, ήθελα να της πετάξω τα μάτια έξω. Τρεις ώρες έκανα να συνέλθω, και με τους Μετάλλικα στη διαπασών. Μετά κατέβηκα στην κουζίνα. Η μαλακία πάντα με κάνει και πεινάω. Η μάνα μου είχε μαγειρέψει κάτι ντολμαδάκια, αλλά πάνω στο τραπέζι είχε κι ένα πιάτο γεμιστά. Η πιπεριά ήταν μισοφαγωμένη. Τα καθάρισα στο πι και φι και την έκανα για του Νύση που είχαμε ραντεβού. Στη μάνα μου είπα ότι πήγαινα Αγγλικά.

Ο Νύσης είναι ο κολλητός μου. Έμεινε στην ίδια τάξη πέρυσι και το σταμάτησε το σχολείο. Από τότε δουλεύει οικοδομή, μεταφέρει έπιπλα στα σπίτια, κάνει ό, τι βρει. Πριν κάνα μήνα έπεσε με τη μηχανή και έκανε τα μούτρα του κιμά. Γέμισε το κούτελό του ράμματα, τα ρουθούνια του είναι στραπατσαρισμένα, μοιάζει λες και του έφυγε η μύτη. Από τότε δε γουστάρει να βγαίνει, κι έτσι την πέφτουμε σπίτι του κι ακούμε μουσική, κάνουμε κάνα τσιγάρο και λέμε διάφορα. Ο γιατρός είπε πως η μούρη του θέλει εγχείρηση για να ξαναστρώσει, αλλά θα του πάρει καιρό μέχρι να μαζέψει τα φράγκα και να πάει στην Αθήνα, μπορεί κι ένα χρόνο.

Του χρόνου που θα τελειώσω το λύκειο λέω να την κάνω μαζί του κι εγώ. Να πάμε στην Αθήνα, να βρούμε καμιά δουλειά, να ξεφύγουμε από τη γούβα. Εδώ δεν υπάρχει μέλλον, όποιος ξεμείνει στο χωριό ξόφλησε. Του χρόνου ο Νύσης θα κάνει την εγχείρηση κι εγώ θα βρω δουλειά. Μπορεί να μένουμε μαζί για αρχή, θα δούμε. Προς το παρόν καπνίζουμε τα τσιγάρα που βουτάω στη ζούλα από τον πατέρα μου και πίνουμε τις μπίρες της μάνας του Νύση. Όποτε βρισκόμαστε είναι καλά. Ταιριάζουμε, τον καταλαβαίνω και με καταλαβαίνει.

«Άκου σολάρισμα, ρε μαλάκα», μου λέει ο Νύσης κάθε φορά που ακούμε κασέτες ή ραδιόφωνο και πετυχαίνουμε καμιά ροκιά. Έχει ταλέντο στην κιθάρα, παίζει καλά. Καμιά φορά ακομπανιάρει τα κομμάτια και ακούγεται σα να είναι μέλος του συγκροτήματος, κανονικά. Εγώ δεν έμαθα κιθάρα. Με βάλανε να μάθω Αγγλικά.

Πηγαίνοντας σου Νύση είπα να περάσω από το καφενείο της Μάρως. Είναι σωστή γκόμενα η Μάρω, κι ας μη λέει πολλά. Δουλεύει στο καφενείο των γονιών της από δεκάξι χρονών. Πέρυσι τέλειωσε το λύκειο κι ακόμα εδώ είναι. Στο χωριό λένε πως ο γέρος της δεν έχει φράγκα να τη στείλει για σπουδές κι έτσι μαζεύει μόνη της ό, τι μπορεί για να την κάνει αργότερα για την Αθήνα. Τα μεσημέρια σερβίρει όλο το εργοστάσιο. Μέχρι κι ο πατέρας μου έρχεται εδώ, μαζί με το Φώτη. Σπουδαία πελατεία.

Έξω φύσαγε και έκανε ψοφόκρυο. Φόρεσα το μαύρο σκούφο Πούμα και βγήκα στο δρόμο. Έχωσα τα χέρια μου στις τσέπες γιατί ξύλιαζα και τράβηξα προς την πλατεία. Σε λιγότερο από είκοσι λεπτά ήμουν στης Μάρως και πίναμε καφέ. Εκείνη την ώρα δεν είχε κόσμο, ήταν άνετη. Είπαμε για το φροντιστήριο, μετά με ρώτησε τι νέα, της είπα το σκηνικό με την Αφροδίτη και χασκογέλασε.

«Τη γουστάρεις ε;», με ρώτησε στα ίσα.

«Καμία σχέση», απάντησα ρουφώντας μια τζούρα φραπέ.

«Έλα τώρα, αφού φαίνεσαι», εκεί αυτή. «Σου μιλάω γι’ αυτήν και κατακομπλάρεις».

«Τι λες ρε Μάρω;», τα πήρα κι εγώ. «Με το μαλακισμένο;».

«Μια χαρά γκόμενα είναι, τι έχει δηλαδή;» συνέχισε.

«Είναι μαλάκω. Ανεγκέφαλη, αυτό έχει», πέταξα και ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Η Μάρω δεν το έβαζε κάτω. Το’ χε βάλει σκοπό να με πρήξει.

«Κοκκίνισες ρε», μου πέταξε και έβαλε τα γέλια.

«Μη με τσαντίζεις τώρα κι εσύ! Κόφτο!», της φώναξα. Η καρδιά μου πήγαινε ντάπα ντούπα από τα νεύρα μου. Ένιωθα τα μάγουλά μου να καίνε. Οι παλάμες μου ήταν μούσκεμα. Το τελειωτικό χτύπημα ήταν όταν κατάλαβα πως είχε αρχίσει πάλι να μου σηκώνεται. Αν με έπαιρνε χαμπάρι η Μάρω θα γινόμουν ρεζίλι. Σηκώθηκα βιαστικά και πήγα στην τουαλέτα. Τον έπαιξα λίγο στα γρήγορα, ίσα να ηρεμήσω, έριξα λίγο νερό στα μούτρα μου και γύρισα στο τραπέζι. Η Μάρω ήταν στην κουζίνα και κάτι έκανε. Με το που με είδε άρχισε πάλι να λέει τα δικά της αλλά δεν άκουγα καλά, είχα ήδη σηκωθεί να φύγω. Τη χαιρέτησα βιαστικά και βγήκα στο κρύο.

Κοίταξα γύρω μου. Ο ουρανός είχε γεμίσει σύννεφα. Μαύρη μαυρίλα ο τόπος. Κίνησα για του Νύση περνώντας μέσα από τα χωράφια. Οι μπότες μου βούλιαζαν στις λάσπες. Τα δάχτυλά μου είχαν κιτρινίσει από το κρύο, όσο κι αν τά’ χωνα στις τσέπες δε ζεσταίνονταν με τίποτα. Σκέφτηκα τη μάνα μου που μια ζωή μου λέει να φοράω γάντια.

«Τα γάντια είναι για τους φλώρους», της απαντάω συστηματικά. Αν τα είχα τώρα βέβαια, θα με βόλευαν πολύ, αλλά δε γαμιέται…

Καθώς πέρναγα από το ξέφωτο του Λίμπα διέκρινα το σπίτι της Ελένης. Σκέφτηκα να περάσω μια βόλτα στα γρήγορα αλλά είχε περάσει η ώρα και ο Νύσης θα με περίμενε. Με την Ελένη βλεπόμαστε εδώ και έξι μήνες. Με το που πάτησα τα δεκαεπτά θέλησα να προχωρήσω πάρα πέρα. Ήρθα μια μέρα να τη βρω επίτηδες, το είχα βάλει στόχο. Η Ελένη είναι επαγγελματίας, δε χρειάστηκε να της εξηγήσω τίποτα. Το κάναμε πρώτη φορά στον καναπέ της, ούτε που κατάλαβα τι έγινε. Από τότε περνάω όποτε μπορώ και τα λέμε λίγο. Έχει όμορφο κορμί, τη γουστάρω κι ας είναι μεγαλύτερή μου. Το στόμα της είναι φωτιά και λαύρα. Η γλώσσα της είναι απαλή και μυρίζει πάντα ωραία. Ειδικά όταν πίνει με κάνει στάνταρ να σκέφτομαι τα μπαρ που θα δω του χρόνου στην Αθήνα κι άλλα τέτοια καυλωτικά. Το δέρμα της είναι απαλό και άσπρο. Τα μαλλιά της είναι μαύρα και γενικώς σε όλα τα σημεία του σώματός της η χαίτη της είναι φουντωτή και απαλή σα βαμβάκι. Κάθε φορά μου μαθαίνει διάφορα κόλπα η Ελένη, ποτέ δε βαριέμαι. Κάποια μέρα αυτά τα κόλπα θα τα χρησιμοποιήσω και αλλού, προς το παρόν όμως μόνο μαζί της γίνεται να το κάνω.

Έφτασα στο σπίτι του Νύση περασμένες τέσσερις. Μπήκα χωρίς να χτυπήσω. Η μάνα του ακουγόταν στο μπάνιο που έπλενε κι εκείνος ήταν αραχτός στο δωμάτιό του και άκουγε Πετρίδη. Είχε στα χέρια την κιθάρα του και δοκίμαζε τις χορδές. Άνοιξα μια μπίρα και κάθισα στην καρέκλα δίπλα από το κρεβάτι του. Έξω φύσαγε τόσο δυνατά που από τη χαραμάδα που έμπαζε το παράθυρο φύσαγε σαν ανεμιστήρας.

«Νομίζω πως την έχω πατήσει με το μαλακισμένο την Αφροδίτη», του είπα χαζεύοντας τον ουρανό. Στα σύρματα της ΔΕΗ είχαν κάτσει δύο χοντρά κοράκια.

«Σοβαρολογείς ρε μαλάκα; Κι η Ελένη;», ξαφνιάστηκε ο φίλος μου.

«Ε, τι η Ελένη ρε; Με την Ελένη πηδιόμαστε πού και πού κι αυτό είναι όλο. Δεν τά’ χουμε», συνέχισα. «Το άλλο το βλαμμένο το σκέφτομαι μέρα νύχτα. Πέτρα μου γίνεται με το που φέρνω τα μούτρα της στο μυαλό μου».

«Νόμισα πως με την Ελένη ήσασταν κάτι σα ζευγάρι», απόρησε ο Νύσης.

«Καμία σχέση ρε φίλε. Τι λες τώρα; Την Ελένη την παίρνει όλο το χωριό, μην τρελαθούμε!», του είπα κι άναψα τσιγάρο. Ξεφύσησα προς το ταβάνι. Είδα πως στις γωνίες υπήρχαν  κάτι πράσινες κηλίδες υγρασίας που αλλού έμοιαζαν με ψυχεδελικά λουλούδια κι αλλού με πεθαμένες πεταλούδες. Έξω έσκαγαν βροντές κι ο ουρανός φωτιζόταν από τους κεραυνούς που έπεφταν μέσα από τα σύννεφα.

«Και τι λες να κάνεις; Πώς θα κινηθείς;», ρώτησε ξεχνώντας για λίγο την κιθάρα πάνω στο κρεβάτι. Τα μούτρα του έμοιαζαν με αποκριάτικη μάσκα.

«Δεν ξέρω. Τίποτα μάλλον», αποκρίθηκα και τράβηξα μια γερή τζούρα. Ένιωθα να με κόβει το στομάχι μου, κάπως σα να μου ερχόταν αναγούλα. Έσβησα το τσιγάρο στο τασάκι, ρούφηξα λίγη μπίρα και σηκώθηκα. Ο Νύσης έχει μια μεγάλη βιβλιοθήκη με κόμιξ που αγοράζει από το μίνι μάρκετ σχεδόν κάθε βδομάδα. Όποτε έρχομαι σπίτι του πάντα τσεκάρω τα καινούρια περιοδικά. Τράβηξα ένα Αστερίξ και το ξεφύλλισα. Στο μυαλό μου τα στρογγυλά δόντια της Αφροδίτης έλαμψαν λίγο πριν αρχίσω να τα γλύφω με τη γλώσσα μου και να της ρουφάω τα χείλη. Τα χέρια μου χάιδευαν ήδη τα βυζιά της. Ήθελα να την πονέσω, λύσσαγα να τη δαγκώσω και να την ακούσω να φωνάζει καθώς τη στρίμωχνα, την καργιόλα. Ήθελα να την κάνω να ματώσει. Έβαλα το Αστερίξ στη θέση του και στράφηκα προς το Νύση ξεφυσώντας.

«Δεν είναι κατάσταση αυτή ρε μαλάκα. Είμαι συνεχώς με το πουλί όρθιο», είπα αγχωμένα.

«Τράβα από της Ελένης, ξαλάφρωσε και μετά σκέψου το. Τι άλλο να σου πω ρε φίλε; Βρες ένα τρόπο», μου πέταξε ξαπλώνοντας ανάσκελα με ανοιχτά πόδια. Το κρεβάτι του ήταν στρωμένο με μια μπλε κουβέρτα. Από κάτω φαινόταν ένα ριγέ σεντόνι, τσαλακωμένο και παλιό. Τον χαιρέτησα και κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Η μάνα του μαγείρευε στην κουζίνα κάτι που βρώμαγε κρεμμύδι. Της είπα ένα γεια και βγήκα στη βροχή.

Λίγο πιο κάτω από το Νύση μένει ο Θάνος ο Κουτρούλιας. Περνώντας έξω από το παράθυρό του έριξα μια ματιά στο δωμάτιο. Ήταν μέσα και κάτι διάβαζε. Του χτύπησα το τζάμι, ο φύτουλας άνοιξε και με ρώτησε τι έγινα. Του είπα πως ήμουν άρρωστος, γι’ αυτό δεν είχα πάει σχολείο. Εννοείται πως δε με πίστεψε, μου είπε όμως στα γρήγορα την ύλη στα μαθηματικά και στη χημεία και με ξαπόστειλε βιαστικά. Καθώς έκλεινε το παράθυρο παρατήρησα πως τα νύχια του ήταν τόσο βρώμικα που μέχρι και βάτραχος αν τα έβλεπε θα έτρεχε να ξεράσει.

Καθώς διέσχιζα μούσκεμα τα χωράφια τσαλαβουτώντας ως το γόνατο στις λάσπες σκέφτηκα την Αφροδίτη στη θέση της Ελένης. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να φανταστώ τη μυρωδιά της. Έβγαλα τη γλώσσα στον αέρα κι έκανα πως την έγλυφα χαμηλά, κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι. Ο αέρας ήταν κρύος και οι στάλες της βροχής που έμπαιναν στο στόμα μου είχαν γεύση τσίγκου. Σε λίγο συνήλθα και κοίταξα γύρω μου τη λασπουριά σαν αγουροξυπνημένος. Το κεφάλι μου βούιζε, ένιωθα ζαλάδα. Έβγαλα ένα τσιγάρο από την τσέπη μου και στάθηκα ν’ ανάψω. Η χούφτα μου δεν με βοηθούσε. Η βροχή μου έφερνε εκνευρισμό. «Άει στο διάολο για καιρός», ψέλλισα και συνέχισα σκυφτός προς το σπίτι. Δεν θα πήγαινα στης Ελένης, δεν είχα όρεξη. Ούτε τσιγάρο άναψα.

Μπαίνοντας στο σπίτι είδα τη μάνα μου και την αδερφή μου που κάτι γράφανε στο τραπέζι της κουζίνας. Έκανε ζέστη, ό, τι έπρεπε ήταν. Χωρίς να τους μιλήσω άνοιξα το ψυγείο, πήρα τα σύνεργα για ένα σάντουιτς και έβγαλα ένα πιάτο από το ντουλάπι. Έξω φύσαγε πολύ, ο βοριάς κόντευε να ξεριζώσει τις λεμονιές από τα παρτέρια. Πήρα το πιάτο με το σάντουιτς κι ανέβηκα στο δωμάτιό μου. Πέταξα τα βρεγμένα ρούχα μου στην καρέκλα και ξάπλωσα στο κρεβάτι γυμνός. Μετά έβαλα στο πικάπ να παίζει το Μπλακ Άλμπουμ των Μετάλλικα και κλείδωσα την πόρτα.

(Η φωτογραφία είναι του Μ. Μοσχολιού)

Κατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Τούλα

Νοεμβρίου 16, 2009 · 18 σχόλια

broken

Πάχυνα η ρουφιάνα, πάχυνα. Κάθε πρωί μία από τα ίδια. Σηκώνομαι και με την τσίμπλα στο μάτι τρέχω στη ζυγαριά. Κάθε μέρα δείχνει και λίγο πάρα πάνω. Πόσα ήμουν την προηγούμενη βδομάδα ούτε που θυμάμαι. Φταίει μάλλον που περιμένω περίοδο κι είμαι φουσκωμένη. Δε μπορεί να πήγα ενενηνταέξι. Σε μια βδομάδα δύο κιλά; Αδύνατον…

«Μαμά βγαίνεις; Πρέπει να ετοιμαστώ για το σχολείο, άντε!», φωνάζει έξω από το μπάνιο η Αλεξάνδρα. Ούτε να κατουρήσει δε μπορεί κανείς πια εδώ μέσα. Μαρτύριο.

«Βγαίνω!», βιάζομαι ν’ απαντήσω πριν βαρέσει κι άλλη μπουνιά στην πόρτα.

Χτες τη νύχτα έριξε καρεκλοπόδαρα. Κακοτράχαλος χειμώνας, ψοφόκρυο. Οι ειδήσεις είπαν πως θα χειροτερέψει κι άλλο. Να θυμηθώ να πω του Χρήστου πως θέλουμε πετρέλαιο, το ντεπόζιτο πρέπει να είναι σχεδόν άδειο. Πότε βάλαμε τελευταία φορά; Τον Οκτώβρη νομίζω, δε θυμάμαι ακριβώς. Τι να πρωτοθυμηθώ κι εγώ εδώ μέσα… Όλα στην καμπούρα μου, ξεκούτιανα πια.

«Μαμά θέλω λεφτά για τα αγγλικά», φωνάζει από το διάδρομο ο Βαγγέλης. Εμ βέβαια, κοντεύει δεκαπέντε ο μήνας κι ακόμα να πληρώσουμε. Ξεφτίλα στην καθηγήτρια.

«Άντε πες του μπαμπά να σου δώσει», του απαντάω καθώς ντύνομαι, «έξω είναι και καθαρίζει το μποστάνι».

Ρίχνω μια ματιά από το παράθυρο και τον βλέπω να τσαπίζει δίπλα στις κολοκυθιές. Η καταιγίδα δεν άφησε τίποτα όρθιο, πνιγήκαμε στη λάσπη. Τα ζαρζαβατικά κολυμπάνε στο βούρκο. Η μάντρα δε βαστάει τίποτα, ούτε νερό ούτε αέρα. Τσάμπα ο κόπος και τα λεφτά που δώσαμε του Νύση για να τη φτιάξει.

Τώρα βγάζει ένα πεντοχίλιαρο από την τσέπη και το δίνει του Βαγγέλη. Εγώ λεφτά δεν παίρνω στα χέρια μου. Ό, τι ανάγκη έχουμε το λέμε του Χρήστου κι αυτός φροντίζει. Για φαΐ μου δίνει είκοσι χιλιάρικα το μήνα και με αυτά πρέπει να τα φέρω βόλτα. Για τα έξτρα του ζητάμε ό, τι είναι κάθε φορά. Μεγάλο ζόρι. Μέχρι και για κερί στην εκκλησία πρέπει να του ανοίγω το χέρι και να περιμένω σα ζητιάνα. Δύσκολο, γιατί είναι και σφιχτοχέρης και τα μετράει όλα με το σταγονόμετρο.

«Σβήστε κάνα καλοριφέρ! Σύμβαση με τη ΔΕΗ έχουμε;», ακούγεται η αγριοφωνάρα του άντρα μου από τον καμπινέ. Πότε πρόλαβε κι ανέβηκε; Μέσα στη γκρίνια πια αυτός ο άνθρωπος, συνεχώς κάτι του φταίει. Ποτέ του δεν ευχαριστιέται. Και καλά, εκείνος παίρνει το καπελάκι του και φεύγει κάθε πρωί. Εμένα που είμαι ασθματικιά με ρωτάει αν μπορώ να ζήσω όλη μέρα μέσα σ’ ένα ψυγείο; Από την άλλη, τέσσερις νοματαίοι εδώ μέσα, να μην αφήσω λίγο ανοιχτά να αεριστεί το σπίτι; Δεν είναι υγεία, πρώτα απ’ όλα. Η κλεισούρα σε αρρωσταίνει, το είπε κι ο γιατρός.

Ησυχία ακούω μέσα. Θα φύγανε κι ούτε καλημέρα δεν είπαν. Πάω να φτιάξω ένα τσάι και να στρωθώ, έχω δουλειές με φούντες σήμερα. Χτες κακοκοιμήθηκα. Στην αρχή με πήρε ο ύπνος στον καναπέ αλλά μετά σηκώθηκα και πήγα μέσα. Όλη νύχτα με ξύπναγε ο αέρας που χτύπαγε τους τσίγκους. Κάθε τόσο πεταγόμουν στον ύπνο μου, μ’ έκοβε τρομάρα. Σε μια στιγμή γύρισα και κοίταξα το Χρήστο που κοιμόταν δίπλα μου. Έκανα να τον πλησιάσω αλλά αυτός Τούρκος. Ίσα που δε με κλώτσησε. Ούτε σκυλί να ήμουν.

«Δεν έχω καμία όρεξη», μούγκρισε με το που πήγα να τον ακουμπήσω. «Όλη μέρα σκοτώνομαι στη δουλειά, το βράδυ είμαι πτώμα».Τίποτα δεν έγινε τελικά. Ούτε χτες ούτε προχτές. Ως συνήθως. Γύρισα πλευρό και προσπάθησα να κοιμηθώ. Μου’ ρχόταν να βάλω τα κλάματα αλλά κρατήθηκα. Είχα βουρκώσει για τα καλά, αλλά είπα στον εαυτό μου «Όχι Τούλα, δεν θα του κάνεις τη χάρη να σε δει να κλαις κιόλας. Αρκεί που σε περιφρονεί, μην του δώσεις κι άλλη ικανοποίηση από πάνω!». Κι έτσι κρατήθηκα, έστω με τα χίλια ζόρια.

Ναι, φύγανε όλοι. Κι η πόρτα της κουζίνας ανοιχτή. Γέμισε ο τόπος λάσπες. Καρκανιάσανε κιόλας τα πόδια μου από την υγρασία, απελπισία με πιάνει. Μερικές φορές μού’ ρχεται να τα βροντήξω όλα και να χαθώ από προσώπου γης. Σάμπως θα λείψω και σε κανέναν; Μια χαρά θα τα βγάλουν πέρα και μόνοι τους. Αλίμονο σε μένα, που μέχρι να πεθάνω θα τραβιέμαι για δαύτους κι ένα ευχαριστώ δεν πρόκειται να μου πουν ποτέ.

«Τούλα!». Είναι η κυρά Ξένη από δίπλα. Βγάζω το κεφάλι από το παράθυρο και τη βλέπω πρωί πρωί μ’ ένα πιάτο γεμιστά στο χέρι. Ξεσκέπαστο. Έξω φυσάει του καλού καιρού, τίποτα δεν άφησε όρθιο ο αέρας. Τα γεμιστά καίνε, η κυρά Ξένη φοράει ένα χοντρό καρό γάντι και μου απλώνει το χέρι.

«Μόλις τά’ βγαλα απ’ το φούρνο», λέει και μου δίνει το πιάτο. Καλή γυναίκα η κυρά Ξένη, άψογη γειτόνισσα. Ούτε κουτσομπόλα, ούτε τίποτα. Καθαρή και νοικοκυρεμένη, είκοσι χρόνια σε διπλανά σπίτια και ποτέ δεν λογοφέραμε. Μόνο που έχασε τον άντρα της πέρυσι κι έχει μείνει μαγκούφα. Δεν το βάζει κάτω όμως, πιάνει την πέτρα και τη στύβει.

«Γεια στα χέρια σου», της λέω και βάζω μέσα το πιάτο. Αυτές είναι νοικοκυρές, ούτε δέκα η ώρα και το φαΐ της έτοιμο, όχι σαν εμένα που κάθομαι και κλαίω τη μοίρα μου… Να θυμηθώ να την τρατάρω ντολμαδάκια το μεσημέρι, ντροπή να της γυρίσω άδειο το πιάτο.

Χτες το βράδυ μου φάνηκε πως κάπως μύριζε ο προκομμένος μου. Μπορεί να ήταν η ιδέα μου βέβαια, γιατί για τέτοιες βρωμιές δεν τον έχω ικανό, αλλά νόμισα πως είχε πάνω του ξένη μυρωδιά. Άμα τον πλησιάσω και μου ξαναβρωμίσει πάλι, μαύρο φίδι που τον έφαγε. Μάρτυς μου ο Θεός, αν μυριστώ τίποτα είμαι ικανή να τον σκοτώσω…

«Αμάν, τι γεμιστά είναι αυτά», μονολογώ τσιμπώντας με το πιρούνι μια πιπεριά. Ορίστε μας, αυτό μας έλειπε τώρα, ν’ αρχίσω να μιλάω και μόνη μου. Με αποτρελάνανε, αυτό ήταν, χάζεψα.

«Κοίτα λίγο και τον εαυτό σου, όχι μόνο τους άλλους», μού’ λεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου που έβλεπε την κατάσταση εδώ μέσα. Αυτή ήξερε τι έλεγε, εγώ όμως πού μυαλό.

«Το καθήκον μου κάνω μάνα», της έλεγα, «σαν σύζυγος, μητέρα και καλή Χριστιανή».Τόσα ήξερα τόσα έλεγα. Και να πού κατάντησα. Τέτοιο χαϊβάνι.

«Να θυμηθώ να βγάλω τα φύλλα από την κατάψυξη, να προλάβω τα ντολμαδάκια για το μεσημέρι», μονολογώ πάλι. Ακούω τη φωνή μου και είναι λες και μίλησε η μάνα μου. Όσο και να το γυροφέρνω όμως, η μάνα μου πίσω δε γυρνάει. Όσα παίρνει ο χρόνος τα παίρνει για πάντα. Ανεπιστρεπτί.

«Να παντρευτούμε ρε Τουλάκι», μού’ λεγε κάποτε ο Χρήστος, «δεν αντέχω χώρια σου. Άντε, να κάνουμε οικογένεια, σπίτι, να σε έχω δική μου». Πόσο μακριά μου φαίνεται τώρα αυτή η εποχή. Σα να τη ζήσανε δυο άλλοι.

«Ορίστε, παντρευτήκαμε, κάναμε σπίτι κι οικογένεια, με έχεις. Και τώρα τι, κυρ Χρήστο;», θέλω να του πω, αλλά ως συνήθως είμαι μόνη μου στην κουζίνα, κι ό, τι και να πω μόνο τα ντουβάρια είναι εδώ για να τ’ ακούσουν. Παντρεύτηκα για να κουβεντιάζω με τα ντουβάρια. Και τι κατάλαβα;

Τα χρόνια περνάνε, τα παιδιά μεγαλώνουν, ο Χρήστος λείπει συνεχώς κι εγώ κλεισμένη στην κουζίνα τρώω ό, τι βρω μπροστά μου από τα νεύρα μου. Κοντεύω να φτάσω τα εκατό κιλά κι ούτε που το κατάλαβα. Η μόνη μου ευχαρίστηση είναι το φαγητό. Άλλη δεν έχω. Έξω δε βγαίνουμε ποτέ, φιλενάδες τίποτα, μόνο από την τηλεόραση μαθαίνω τι γίνεται στον έξω κόσμο. Με το φαγητό ξεγελάω τις πίκρες μου, κι ας μην πεινάω. Νομίζω πως κάτι κάνω, ανακουφίζομαι. Έχω κι αυτό το άσθμα που με παιδεύει από μικρό κορίτσι κι ούτε στο κατώφλι δεν τολμάω να βγω με τόση υγρασία σε τούτο τον παλιότοπο.

Έξω βρέχει τσίρι τσίρι, καλά που πρόλαβα και μάζεψα τα ρούχα αλλιώς θα μας έτρωγε η λάσπη πάλι. Μου φαίνεται πως ρίχνει χιονόνερο, θα θερίσει το κρύο απόψε. Να μην ξεχάσω να πω του Χρήστου για το πετρέλαιο, άμα ξεμείνουμε θα είμαστε να μας κλαίνε οι ρέγγες. Κι αυτός ο αέρας, τα τσάκισε τα ξινά, λεμόνι για λεμόνι δεν έμεινε στα δέντρα.

Μόλις τελειώσω το φαΐ να θυμηθώ να κοντύνω το παντελόνι του Βαγγέλη στη μηχανή, δέκα φορές μου το’ χει πει αλλά δεν έχω ευκαιρήσει. Τι πόνος κι αυτός στην πλάτη μου! Στα δύο μού κόβει τα σωθικά. Όλα μαζί, Θεέ μου…

Νιώθω πως γέρασα. Καμιά φορά κοιτάω τη φάτσα μου στον καθρέφτη κι είμαι για λύπηση. Κοντεύω τα πενήντα, με τριγυρίζει η εμμηνόπαυση, κι από τη μέρα που παντρεύτηκα και κάναμε τα παιδιά το κορμί μου δεν το ξεκούρασα στιγμή. Μια οι αρρώστιες, μια τα οικονομικά, μια ο θάνατος της μάνας μου, ησυχία δε βρήκα. Συνεχώς κάτι τρέχει στο μυαλό μου, κάτι που πρέπει να φροντίσω, κάτι να θυμηθώ. Τα ζωντανά στο στάβλο περνάνε καλύτερα από μένα. Τουλάχιστον αυτά τις νύχτες ζευγαρώνουν, κι ας τα ζεύουνε όλη μέρα στο χωράφι. Εγώ που ούτε καν αυτό δεν αξιώνομαι, τι είδους ζώο είμαι;

 (Η φωτογραφία είναι του Μ. Μοσχολιού)

Κατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Όλα λάθος (Χρήστος)

Νοεμβρίου 11, 2009 · 21 σχόλια

1AAE4CC3E2832D34CF3ACEF0A9B2D

Χτες έβρεχε όλη νύχτα. Κακοκοιμήθηκα. Βροντάγανε ως το χάραμα οι τσίγκοι στα παράθυρα μα τέντες δε βάλαμε ακόμα κι άμα μπει νερό στο ισόγειο μαύρα μου μαντάτα. Τους άφησα να χτυπάνε και δεν κουνήθηκα.

«Τουλάχιστον θα γλιτώσουμε την πλημμύρα», σκεφτόμουν καθώς έχανα τον ύπνο μου.

Η χοντρή ροχάλιζε δίπλα μου σαν βουβάλι. Αναρωτήθηκα τι σκατά κάνω σ’ αυτό το βούρκο που λέω για ζωή. Τα δύο βουβαλάκια μου ρουφάνε το αίμα καθημερινά, λεφτά για φροντιστήριο, λεφτά για παπούτσια, λεφτά για σινεμά, λεφτά για πιτόγυρα, λεφτά, λεφτά, λεφτά. Η χοντρή τρέχει πίσω μου ξεσκονίζοντας το σκαλί που ανεβαίνω, μαζεύοντας τα ρούχα που ακουμπάω στην καρέκλα, τσακίζοντας τα νεύρα μου με την υστερική φωνή της και με την κακομούτσουνη φάτσα της, συνεχώς ξινισμένη. Στο εργοστάσιο γαμήσι και πρόστιμο η δουλειά, σε λίγο δεν θα έχω κουράγιο ούτε τα πόδια μου να πάρω από την κούραση εκεί μέσα. Το μποστάνι είναι κι αυτό δεύτερη δουλειά κανονικά, αλλά από τα έξτρα της λαϊκής πληρώνω τις δόσεις για το σπίτι. Σκυλίσια ζωή, γαμώ το κέρατό μου.

 «Δε μ’ αγαπάς πια», ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του εφιάλτη μου από το διπλανό μαξιλάρι. Έξω έριχνε καρέκλες. Γύρισα προς το μέρος της κι αναστέναξα με κλειστά μάτια. Η βροχή είχε δυναμώσει, τα νεύρα μου τσατάλια, δεν θα το άντεχα κι αυτό.

«Όχι πάλι ρε πούστη μου», σκέφτηκα στα μουγκά.

«Τρεις μήνες έχεις να μ’ ακουμπήσεις, άντρας είσαι συ ή πτώμα;», συνέχισε η μουλάρα. Αντί να πάει να κοιταχτεί σε κάνα καθρέφτη μπας και δει τα χάλια της αναρωτιέται αν είμαι άντρας εγώ. Άντρας είμαι, όχι κτηνοβάτης, αλλά πού να πάρει πρέφα αυτή. Έκανα πως δεν άκουσα.

«Δηλαδή αν δεν πάω με τον άντρα μου με ποιον να πάω; Με τον κουμπάρο;» συνέχισε.

«Άσε μας νυχτιάτικα ρε Τούλα», της απάντησα, «είμαι πτώμα, δε με βλέπεις;».

«Με παραμελείς Χρήστο, έχω παράπονα», το βιολί της αυτή.

«Τούλα, δουλεύω σα σκυλί για να σας τα ακουμπάω, φροντίζω και το μποστάνι για τη λαϊκή, ξεθεώνομαι όλη μέρα στο τρέξιμο, τι θες;».

«Έχω όρεξη», χαριεντίστηκε το κτήνος.

«Εγώ πάλι καμία», της απάντησα και σιχτίρισα από μέσα μου τη μαύρη μου τη μοίρα. Τελικά το πήρε απόφαση, αποκοιμήθηκε και σε λίγο το μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιο ήταν ο βρυχηθμός της. Έξω η βροχή κι ο αέρας σπάγανε τα πάντα.

Το πρωί, εκεί που καθάριζα το μποστάνι πριν φύγω για το εργοστάσιο, πλησίασε ο μεγάλος μέσα από τις λάσπες και άρχισε πάλι τα δικά του. «Μπαμπά, θέλω λεφτά για τα αγγλικά. Πάλι καθυστέρησα τα δίδακτρα κι η καθηγήτρια φωνάζει. Η μαμά είπε να έρθω να σου ζητήσω».

«Την τύφλα σου δε σκαμπάζεις από αγγλικά», του είπα, «απορώ τι σκατά σας μαθαίνουν εκεί μέσα. Ή μήπως είσαι τόσο τούβλο που ό, τι κι αν κάνει η δασκάλα εσύ δεν χαμπαριάζεις μία;».

«Προσέχω στο μάθημα, να ρώτα την», απάντησε το ζωντόβολο, «του χρόνου θα δώσω και για το Λόουερ μαζί με τους μεγάλους».

Έβγαλα ένα πεντοχίλιαρο, το άρπαξε και εξαφανίστηκε ανάμεσα στα κολοκύθια. Τον κοίταξα να ξεμακραίνει και αναρωτήθηκα αν αυτό το πλάσμα ήταν ο γιος που ονειρεύτηκα όταν μάθαμε πως θα κάναμε αγόρι.

«Σκατά στα μούτρα σου», μονολόγησα.

Σε λίγο μπήκα μέσα να πλυθώ και να αλλάξω για τη δουλειά. Το σπίτι ήταν σα φούρνος από τη ζέστη. Τα καλοριφέρ καίνε μέρα νύχτα στο φουλ, χαμάμ εκεί μέσα. Όσο κι αν φωνάζω να κάνουμε λίγη οικονομία, να το ανάβουμε για λίγες ώρες κάθε μέρα και να κλείνουμε τις πόρτες φεύγοντας, αυτοί πέρα βρέχει. Η πόρτα της κουζίνας μένει πάντα ανοιχτή και μετά αναρωτιούνται γιατί δε φτουράει ζέστη στο σπίτι. Στο μπάνιο έβραζε ο τόπος, κόντεψα να σκάσω. Γύρισα τη βάνα του καλοριφέρ στο μηδέν και πλύθηκα βιαστικά. Ύστερα φόρεσα τη φόρμα της δουλειάς και κατέβηκα στην κουζίνα. Η μικρή με περίμενε να την πάω στο σχολείο.

«Άντε ρε μπαμπά! Πάλι θα αργήσω πρώτη ώρα», γκρίνιαξε.

«Είμαι έτοιμος, πάμε», της είπα χωρίς να πιώ ούτε μια γουλιά καφέ.

Βγήκαμε στο δρόμο και περπατήσαμε ως το Φίατ. Με το που μπήκαμε μέσα έβαλα αμέσως μπρος να ζεστάνει λίγο η μηχανή. Το τιμόνι ήταν κρύο σαν παγοκολώνα.

«Γιατί δεν παίρνεις ένα αμάξι της προκοπής; Τούτο εδώ το σαράβαλο κάνει μία ώρα να πάρει μπρος κάθε μέρα», είπε βάζοντας τη ζώνη της, χωρίς καν να με κοιτάξει.

«Έχεις λεφτά να το πληρώσεις; Γιατί εγώ καπούτ!», της απάντησα τσαντισμένος. «Κι επίσης, καλημέρα, Αλεξάνδρα», της πέταξα κάνοντας όπισθεν.

«Καλημέρα», απάντησε άκεφα η μικρογραφία της Τούλας και κοίταξε έξω.

Η διαδρομή ήταν ελάχιστη, αλλά οι καρόδρομοι του χωριού δεν επιτρέπουν και πολλά γκάζια. Παντού είχε λακκούβες με νερό και στις άκρες των δρόμων σέρνονταν σπασμένα κλαδιά και φύλλα μέσα στις λάσπες. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και ο καιρός βαρύς.

«Διάολε, αυτή η υγρασία με τσακίζει, μου πονάνε όλα μου τα κόκαλα», μονολόγησα. Εκείνη τσιμουδιά. Χάζευε αδιάφορα τη γλίτσα στο δρόμο και τα κοράκια που μαζεύονταν στα γυμνά κλαριά ή στα καλώδια της ΔΕΗ.

Μετά από λίγο την άφησα έξω από το προαύλιο του σχολείου και κατηφόρισα προς το εργοστάσιο. Ένα τέταρτο αργότερα φόρτωνα και ξεφόρτωνα καφάσια με μπουκάλια πότε στο φορτηγό πότε στην αποθήκη. Ως το μεσημέρι θα πηγαινοερχόμουν έτσι μέσα στην υγρασία. Το αφεντικό, ευτυχώς, δεν πολυκατέβαινε στις αποθήκες. Καλός μαλάκας κι αυτός. Τουλάχιστον για την ώρα είχαμε την ησυχία μας, έτσι για αλλαγή.

Δούλευα μηχανικά, σχεδόν σαν αναίσθητος. Γύρω μου ο θόρυβος από τις μηχανές με ξεκούφαινε. Σκέφτηκα πως αυτή την ώρα η χοντρή μάλλον θα τύλιγε ντολμαδάκια κουτσομπολεύοντας με καμιά γειτόνισσα από το παράθυρο της κουζίνας, με τα ρολά στο κεφάλι και τις κρέμες στα μούτρα της. Έφερα τη φάτσα της στη σκέψη μου και έφτυσα κάτω με αηδία. Να σκεφτείς πως αυτή τη γυναίκα κάποτε την ερωτεύτηκα για την ομορφιά της, ο ηλίθιος. Είκοσι χρόνια μετά μουντζώνω τον εαυτό μου κάθε πρωί στον καθρέφτη μα δεν αλλάζει κάτι. Από άγγελος έγινε ο δαίμονας ο ίδιος. Πού να φανταστώ πως το φιδίσιο κορμάκι της θα γινόταν σαν πατάτα; Πώς να μαντέψω την τρομερή ασχήμια της πίσω από εκείνη την απίστευτη ομορφιά των καστανών ματιών της; Με στράβωσε ο έρωτας, χαντάκωσα τη ζωή μου, ξόφλησα. Τέτοια σκεφτόμουν και ζόριζα το φόρτωμα, έσπρωχνα τα καφάσια με δύναμη στην καρότσα του φορτηγού.

«Πήγε μία. Δεν πάμε για καμιά μπίρα ρε Χρήστο;» ακούστηκε σε μια στιγμή η φωνή του Φώτη πίσω από την πλάτη μου. Ήταν ώρα για διάλειμμα και συνήθως το περνάγαμε απέναντι, στο καφενείο της Μάρως.

«Πάμε ρε μεγάλε, ώρα είναι», του απάντησα σεκλετισμένος. Προχωρήσαμε στα μουγκά τα δύο τετράγωνα και χωθήκαμε στη ζεστασιά του μαγαζιού. Η Μάρω μας πλησίασε με το δίσκο στο χέρι, πήρε παραγγελία κι εξαφανίστηκε στην κουζίνα της. Στο τραπέζι μας το τασάκι ήταν γεμάτο γόπες. Ανάψαμε ταυτόχρονα τσιγάρο και ξεφυσήσαμε μαζί.

«Πώς πάει ρε Φώτη;», ρώτησα το φίλο μου. Φαινόταν κομμένος, το μούτρο του ήταν χλωμό και κάτω από τα μάτια είχε μαύρους κύκλους.

«Χέστα κι άστα, μια από τα ίδια. Τίποτα καινούριο στον ορίζοντα», αποκρίθηκε αναστενάζοντας. Ο Φώτης ήταν εργένης. Ζούσε με τη μάνα του στο πατρικό του και δεν έβγαινε από το σπίτι του παρά μόνο για να πάει στη δουλειά ή τα  μεσημέρια, που ερχόμασταν μαζί στης Μάρως για κάνα τσίπουρο στα γρήγορα. Η Μάρω κατέφθασε με τη μπίρα του Φώτη και το τσίπουρό μου, ακούμπησε το πιατελάκι με το μεζέ δίπλα στο τασάκι, άφησε τα ποτήρια και εξαφανίστηκε πάλι στην κουζίνα. Το μαγαζί γέμιζε σιγά σιγά, όλο το εργοστάσιο πάντα εδώ ερχόταν. Σκέφτηκα πως όλοι μας βράζαμε στο ίδιο καζάνι, αλλά αυτή η σκέψη δεν με ανακούφισε και πολύ. Ο Φώτης παρέμενε αμίλητος. Ήπιαμε και τσιμπήσαμε τον άνοστο μεζέ κι έπειτα σηκωθήκαμε για την επόμενη βάρδια που άρχιζε στις δύο. Άκεφος εκείνος, άκεφος κι εγώ. Ούτε λέξη πάρα πάνω δεν είπαμε.

Βγαίνοντας είδα πως ο καιρός χάλαγε όλο και πιο πολύ. Ψιλόβρεχε τσίρι τσίρι κάτι στάλες σαν κάτουρο. Οι μπότες μου γέμισαν λάσπη με τη μία. Σήκωσα όσο έπαιρνε το γιακά του σακακιού μου και άναψα τσιγάρο. Τα δάχτυλά μου βρωμάγανε σαρδέλα και καπνό. Η πλάτη μου πονούσε, το στόμα μου ήταν φαρμάκι. Έφτυσα ξανά και πήρα βαθιά ανάσα. Έκανε κρύο και είχε τρομερή υγρασία. Σκατόκαιρος. Σε λίγο φτάσαμε στο εργοστάσιο, ξαναπιάσαμε δουλειά και η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβω.

Κατά τις επτά που βγήκα στο δρόμο τα φώτα της ΔΕΗ είχαν ανάψει. Κοίταξα το κηδειόχαρτο στην κολώνα απέναντι από την έξοδο του εργοστασίου, πλησίασα και διάβασα το όνομα που έλεγε πάνω. «Λαυρέντιος Μίχας, ετών 97».

«Τα χρόνια σου να πάρουμε, κυρ Λαυρέντιε, κι ο Θεός να σε συγχωρέσει», σκέφτηκα και συνέχισα προς το αμάξι.

Λίγο πριν φτάσω στη στροφή για το συνοικισμό κατέβασα ταχύτητα και έστριψα προς το ξέφωτο του Λίμπα. Είδα πως το σπίτι της Ελένης είχε φως. Παρκάρισα όπως πάντα πίσω από το κοτέτσι και ανέβηκα τα σκαλιά. Χτύπησα την πόρτα με το δάχτυλο και περίμενα. Την άκουσα να πλησιάζει σέρνοντας τις παντόφλες. Μου άνοιξε μισόγυμνη και με έβαλε μέσα. Το δωμάτιο ήταν ζεστό και μύριζε φρεσκοψημένο ψωμί. Ήπιαμε ένα ουίσκι της κακιάς ώρας σε κάτι μικρά χρωματιστά ποτήρια και ξαπλώσαμε αμίλητοι στο κρεβάτι της. Ο σομιές έτριζε με την παραμικρή μας κίνηση. Καθώς μπαινόβγαινα μέσα της εκείνη με χάιδευε, αναστέναζε δίπλα στο αυτί μου και με άναβε όλο και πιο πολύ. Τη γούσταρα έτσι που ήταν μαχμουρλού και νυσταγμένη εκείνη τη στιγμή. Δεν περίμενε παρέα, μάλλον ετοιμαζόταν να πέσει για ύπνο όταν της χτύπησα την πόρτα. Η Ελένη είναι καλή γυναίκα, δεν προσβάλλει κανέναν, ό, τι ώρα κι αν κοπιάσει στο σπιτικό της. Στον έρωτα είναι μπόλικη, σου δίνεται ωραία. Έχει κορμί τραγουδιστό, ξέρει να κάνει τον άντρα να καλοπερνάει στο πλευρό της και σπανίως ζητάει περισσότερα από όσα προαιρείσαι να της δώσεις. Τελείωσα σχεδόν αμέσως, ρίχτηκα ανάσκελα στο στρώμα να πάρω μια ανάσα κι άναψα τσιγάρο. Καπνίσαμε αμίλητοι κι έπειτα σηκωθήκαμε μαζί.

«Να είσαι καλά, ομορφάντρα μου, και να σε βλέπω συχνότερα», μου πέταξε την ώρα που της άφηνα το πεντοχίλιαρο στο κομοδίνο. Χαμογέλασε και τα δόντια της ήταν άσπρα και γυαλιστερά. Ήταν δεν ήταν σαράντα χρονών, ζωντοχήρα και άκληρη. Είχε ξεμείνει στο χωριό εδώ και χρόνια, όταν την παράτησε ο δικός της και έφυγε για την πρωτεύουσα με μια πολύ μικρότερή του. Έκτοτε κανείς δεν έμαθε νέα του. Εκείνη έμεινε μόνη. Μαζί μας.

«Γεια σου Ελένη, καληνύχτα», αποκρίθηκα και βγήκα στο ξεροβόρι.

Έφτασα σπίτι γύρω στις δέκα. Οι υπόλοιποι ήταν χωμένοι στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση, με τα πιάτα τους στα χέρια. Κανείς δε γύρισε να με κοιτάξει με το που μπήκα.

«Έχει ντολμαδάκια στην κατσαρόλα, βάλε και φάε», μου πέταξε η γυναίκα μου χωρίς να αλλάξει θέση. Στην ασπρόμαυρη οθόνη κάποιος πυροβολούσε πάνω στο άλογό του και φώναζε κάτι στα αγγλικά. Μπήκα στην κουζίνα, σερβιρίστηκα ένα καλό πιάτο και κάθισα στο τραπέζι. Το καρό τραπεζομάντιλο ήταν γεμάτο λίγδες. Έφαγα λαίμαργα τα κρύα ντολμαδάκια κι ήπια ένα ποτήρι νερό. Μετά, έβαλα το πιάτο στο νεροχύτη, ρεύτηκα με δύναμη και βγήκα από την κουζίνα κλείνοντας το φως.

Την ώρα που χώθηκα κάτω από την κουβέρτα ξανάπιασε βροχή. Έμεινα για λίγη ώρα να κοιτάζω τα κλαδιά της λεμονιάς που πηγαινοερχόντουσαν με μανία και χτυπάγανε το τζάμι. Μαύρη μαυρίλα ο ουρανός, γκάπα γκούπα οι τσίγκοι, άχνα στο δωμάτιο. Το λαιμό μου έγδερνε ένα αγκάθι. Έβηξα δυνατά και γύρισα πλευρό στα κρύα σεντόνια. Έκλεισα τα μάτια και συνέχισα να βλέπω τις στάλες της βροχής με ανάποδα χρώματα μέσα στο σκοτάδι. Από εκείνη τη στιγμή μέχρι τώρα δεν κουνήθηκα στο κρεβάτι. Η ώρα έχει πάει μία. Η χοντρή άφαντη. Θα την πήρε ο ύπνος στον καναπέ, ως συνήθως.

Χτες κακοκοιμήθηκα. Απ’ ό, τι φαίνεται κι απόψε μαύρο ύπνο θα κάνω.

(Στο maurochali που μου υπενθύμισε)

Κατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Ένα τραγούδι πες μου ακόμα και κάντα όλα λάσπη και χώμα

Ιουνίου 20, 2009 · 18 σχόλια

Με λένε Λευτέρη και πιστεύω πως όταν υποκλίνεσαι στο προφανές μόνο τότε έρχεσαι στα ίσα σου. Πολλές φορές στη ζωή μου δοκίμασα διάφορα κόλπα για να εξωραΐσω την πραγματικότητα  όταν αυτή με πλήγωνε ή απλώς δεν την άντεχα, μα τελικώς κατάλαβα πως κάθε τέχνασμα έχει τα όριά του. Οι άνθρωποι δεν γίνεται να ξεφεύγουν αιωνίως από τους δαίμονές τους, πόσο μάλλον από την αντικειμενικότητα ορισμένων καταστάσεων η οποία είναι αδιαμφισβήτητη και οριστική.

Μ’ αρέσει να τριγυρνάω σε διάφορα λαϊκά μαγαζιά για νυχτερινή εκτόνωση και ξαφνικές συναντήσεις με τη μοίρα. Παλιά έλεγα πως τίποτα δεν είναι τυχαίο, επέμενα να αποδίδω στα πάντα κάποιο σκοπό, μια σχέση αιτίου-αιτιατού που καθόριζε τα δρώμενα. Πλέον δεν το πιστεύω. Νομίζω πως από ένα σημείο και μετά τα ηνία της ζωής περνάνε σε ξένα χέρια και τότε αφηνόμαστε οικειοθελώς να μας κουμαντάρει κάποιος άλλος, να αποφασίσει εν μέρει για μας και για το άμεσο μέλλον μας. Μερικές φορές αυτή η άποψη δεν είναι μόνο βολική μα και αρκετά δίκαιη. Ή εντελώς ανώριμη και άδικη, αυτό όμως δεν είναι της παρούσης.

Παντρεύτηκα την Άσπα στα τριανταεννιά μου και τα τελευταία δεκαοκτώ χρόνια ζούμε κάτω από την ίδια στέγη. Την ερωτεύτηκα με τη μία, όταν εμφανίστηκε κάποια μέρα στο γραφείο όπου δούλευα ως υπεύθυνος εκδόσεων. Το βιογραφικό της είχε εντυπωσιάσει τον εκδότη που την είχε καλέσει αμέσως σε συνέντευξη για τη θέση του βοηθού που χρειαζόταν. Η Άσπα ήταν φιλόλογος, αδιόριστη και ωραία, και απ’ ό, τι έλεγε γνώριζε άπταιστα τρεις ξένες γλώσσες κι είχε δουλέψει για πολλά χρόνια στην ελεύθερη αγορά ως διορθώτρια και μεταφράστρια λογοτεχνίας. Όταν ο εκδότης έβγαλε το συμβόλαιο και της πρότεινε να σταθεί δίπλα του για να διαβάσουν τους όρους εκείνη του απάντησε ψύχραιμα πως μπορούσε να διαβάσει τις σελίδες το ίδιο καλά και από την ανάποδη. Αυτό ήταν αρκετό για να προσληφθεί αμέσως. Ήταν όμορφη και ήξερε να διαβάζει ανάποδα, τέτοια προσόντα συνδυασμένα δεν συναντά κανείς εύκολα στις μέρες μας.

Μεγάλωσα σε μια εποχή όπου ελληνικό τραγούδι ήταν για μένα μόνο το Νέο Κύμα, λίγο πειραματικό ροκ και ίσως κάποια ρεμπέτικα. Επιλεκτικά πάντα. Οι παρέες μου αποτελούνταν από άτομα απολύτως ενημερωμένα περί μουσικής, με άποψη κι εκλεπτυσμένο γούστο. Αγοράζαμε, θυμάμαι, τους δίσκους του Σαββόπουλου και του Νικολαΐδη κι έπειτα τρέχαμε όλοι μαζί στα κέντρα που έπαιζαν για να τους ακούσουμε ζωντανά. Τα ροκ κλαμπ ήρθαν κάπως αργότερα, το ίδιο και τα κουτούκια όπου ολιγομελείς κομπανίες προσφύγων έπαιζαν τραγούδια του Βαμβακάρη και του Τσιτσάνη και μας τίναζαν τα πέταλα ως το πρωί χωρίς να παίρνουμε καν χαμπάρι πως λιώμα δεν σημαίνει μόνο θρίαμβος αλλά και θλίψη. Με αυτό ακριβώς το διττό λιώμα συνθηκολόγησα κάπως αργότερα.

Η Άσπα είναι γλυκός και τρυφερός άνθρωπος, αρκετά προσκολλημένη στις παραδόσεις και στις συνήθειες που κληρονόμησε από την οικογένειά της. Συχνά, παρατηρώντας την να κινείται στο χώρο έχω την εντύπωση πως κοιτάζω τη μητέρα της, η οποία ήταν πάντα ευγενική και καλοσυνάτη, συνεπής νοικοκυρά και καλοβαλμένη φίλη, στοργική σύζυγος και καλή μητέρα. Της Άσπας της αρέσει να καλούμε φίλους στο σπίτι και να στήνουμε όμορφες βραδιές από το τίποτα. Ξέρει να ετοιμάζει τους νοστιμότερους μεζέδες σε ελάχιστο χρόνο και να κάνει την παρέα να νιώθει αμέσως άνετα. Αγαπιόμαστε με έναν παράξενο τρόπο που μοιάζει ταυτόχρονα με συντροφική αλληλεγγύη και γαλήνια ωριμότητα. Είναι αλήθεια πως ο αρχικός έρωτας, αυτή η τρομερή χημεία που μας ένωσε κάποτε,  έχει μετατραπεί σε κάτι πιο ήπιο, λιγότερο ενστικτώδες και εναγώνιο, παραμένουμε όμως σφιχτοδεμένοι μεταξύ μας, αδιαμφισβήτητα ενωμένοι σε μια σχέση ασφάλειας και ψυχολογικής αλληλεξάρτησης. Η Άσπα είναι το στήριγμά μου κι εγώ είμαι η απαραίτητη πατρική παρουσία στη ζωή της. Η ανάγκη του ενός για τον άλλον είναι τόσο ισχυρή που συχνά με κάνει να σκέφτομαι πως αυτό που έλεγαν εύστοχα οι παλιοί «έξις δευτέρα φύσις» είναι η πιο σωστή κουβέντα που άκουσα ποτέ.

Έννοιες όπως σεβντάς, παράπονο, μεράκλωμα και τα συναφή ανέκαθεν μου προκαλούσαν ανάμεικτα, για να μην πω αρνητικά, συναισθήματα. Από τη μια αρνιόμουν πως θα ήταν ποτέ δυνατόν να τις νιώσω και να με αφορούν προσωπικά, καθώς είχα τοποθετηθεί στην αντίπερα όχθη της συναισθηματικής γεωγραφίας, όπου κάτι τέτοια παραήταν στοιχειώδη και κενά νοήματος για έναν εκλεπτυσμένο διανοούμενο που προτιμούσε να εκφράζεται υιοθετώντας διαφορετικούς όρους αισθηματικής αγωγής και συμπεριφοράς.

Από την άλλη βέβαια, και με το πέρας του χρόνου κατάλαβα –με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε αργά ή γρήγορα τα σημαντικότερα πράγματα της ζωής μας– πως όσο πιο γρήγορα παραδοθείς σε όλα εκείνα τα επίμονα και διαπεραστικά συναισθήματα που εκφράζουν τις πιο ευάλωτες πτυχές του εαυτού σου και είναι ξένα ως προς τις αρχικές επιλογές συμπεριφοράς και της πόζας ζωής που υιοθετείς, τόσο πιο εύκολα θα καταφέρεις να απελευθερωθείς από τα διάφορα διανοητικά κλισέ και να απολαύσεις τη ζωή σου. Στην περίπτωσή μου, τουλάχιστον, εκεί κρυβόταν η αναγνώριση μιας εγκλωβισμένης εσώτερης ανάγκης που μέχρι τότε καταπίεζα συστηματικά κι επισταμένα, επιμένοντας με δειλία κι αναποφασιστικότητα  σε έναν συναισθηματικό καθωσπρεπισμό που μου στερούσε την ανάσα και κάθε ελευθερία έκφρασης.

Η πρώτη φορά που αφέθηκα να με παρασύρει ο φίλος μου ο Μάρκος σε λαϊκό κέντρο διασκέδασης ήταν πριν δυο χρόνια, όταν αποφάσισε να γιορτάσει τη γέννηση του γιου του στο μαγαζί όπου τραγούδαγε η Τζένη Βάνου. Ποτέ δεν πίστευα πως οι τραγουδιστές του είδους είχαν οποιαδήποτε σχέση με το λεγόμενο ποιοτικό τραγούδι κι είναι αλήθεια πως ακολούθησα την παρέα με βαριά καρδιά. Εκείνο το βράδυ ένας αόρατος από μηχανής Θεός ήρθε να με μυήσει στο δέος που εκπροσωπούν οι φωνές των λαϊκών τραγουδιστών και με την γλυκιά νάρκη που προσφέρει η νύχτα μαζί τους.

Για πολλά χρόνια σνόμπαρα το μαζικό λαϊκό ύφος αυτού του είδους καλλιτεχνών. Μπαίνοντας εκείνο το βράδυ στο μαγαζί ένιωσα πως ανακάλυπτα έναν καινούργιο κόσμο. Καθίσαμε στο τραπέζι που είχε κρατήσει ο Μάρκος και παραγγείλαμε ποτά και φρούτα. Στα γύρω τραπέζια κάθονταν μεσήλικες παρέες, νεαροί με φοιτητικά ρούχα, σαραντάρηδες με σοβαρό ύφος. Το μαγαζί δεν ήταν γεμάτο, είχε αρκετό κόσμο όμως για να με πείσει πως εκείνο το βράδυ δεν θα το πέρναγα ανάμεσα σε γηραιές καραβοτσακισμένες υπάρξεις ή σημαιοστολισμένες έφηβες με μίνι και τακούνια. Κανά δυο μπακούρια που σιγόπιναν το ποτό τους στο μπαρ μου φάνηκαν απόλυτα ταιριαστή λεπτομέρεια του ντεκόρ, και αυτό με καθησύχασε ακόμα περισσότερο.

Όταν βγήκε η τραγουδίστρια στην πίστα αντίκρισα ένα ιερό θηρίο που με έκανε να νιώσω σαν αφοπλισμένος θηριοδαμαστής. Τραγούδησε Άκη Πάνου, Ζαμπέτα, Λοΐζο και Τσιτσάνη βυθίζοντας την αίθουσα σε ένα υποβλητικό κλίμα δέους και συγκίνησης. Άλλοι τραγουδούσαν μαζί της τους στίχους των τραγουδιών και άλλοι παράμεναν να την κοιτάζουν σαν θαμπωμένοι πιστοί. Ο κομπλεξικός μου χαρακτήρας με εμπόδισε να εκδηλώσω οποιοδήποτε σημάδι παράδοσης σε μια αίσθηση που μου φαινόταν ήδη κατανυκτική και πλήρης νοήματος, εντελώς ξαφνικά.

Επιστρέφοντας στο σπίτι ήξερα πως από την καλοβαλμένη ζωή μου έλειπε κάτι σημαντικό. Η Άσπα φαινόταν ανάλαφρη και ευχαριστημένη. Η γνωστή καλόβολη Άσπα μου. Εμένα με έτρωγε πνιχτά ένα εσωτερικό σκουλήκι που μου έδενε τα σπλάχνα κόμπο και μου δυσκόλευε την αναπνοή. Δεν ήταν από τα λαϊκά τραγούδια το βάρος που με πλάκωνε, ήταν όλα όσα κατάλαβα πως αυτά τα τραγούδια με έκαναν να αναζητήσω μέσα μου καθώς και η πικρή διαπίστωση πως όλα αυτά για μένα δεν υπήρχαν. Εκείνο το βράδυ είχα έρθει σε επαφή με καταστάσεις που ανέκαθεν αρνιόμουν να δεχτώ πως θα μπορούσαν ποτέ να με αφορούν προσωπικά. Είχα νιώσει την κατάνυξη του πιστού που έχει τρόπο και Θεό να λατρεύει, που διατηρεί μέσα του πάθος κι ελπίδα, που τολμά να αναγνωρίσει την μικρότητά του και να την κοιτάξει κατάματα με θάρρος.

Οι εξορμήσεις που επακολούθησαν μετά από εκείνο το βράδυ με τραβούσαν όλο και πιο βαθιά σε έναν συγκινησιακό κόσμο που με μάγευε και με άλλαζε. Σιγά σιγά, άρχισα να καταλαβαίνω την σπουδαιότητα του έρωτα και να νιώθω όλο και πιο έντονα το βάρος της απουσίας του από τη ζωή μου. Αναγνωρίζοντας επιτέλους πως η μέχρι τώρα υπεράνω στάση μου απέναντι στα ένστικτά μου ήταν απλώς και μόνο μια μονωτική ταινία απώθησης των αναγκών μου άρχισα να νιώθω πιο τρωτός και ταυτόχρονα πολύ πιο ανθρώπινος. Άρχισα να αξιολογώ από την αρχή τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους κοιτάζοντας τα πράγματα με καινούργιο βλέμμα. Όλες μου τις σχέσεις, και ειδικά τη σχέση μου με τον εαυτό μου.

Ο σκληρός πυρήνας μου μαλάκωνε κάθε φορά που μια λαϊκή ψυχή μιλούσε με λόγια που θα μπορούσαν να είχαν βγει από το δικό μου στόμα. Οι βελούδινες φωνές που συνόδευαν το μουσικό παράπονο, τη γλύκα, το χάδι των τραγουδιών με παράσερναν σε έναν κόσμο όπου οι αισθήσεις μου αφυπνίζονταν αποκτώντας σάρκα και οστά. Κατάλαβα τι σημαίνει ενσυναίσθηση της στιγμής, τέχνη του αισθήματος, απελευθέρωση των αρχέγονων αναγκών που τώρα ξεχύνονταν μέσα μου με την μορφή μικρασιατικού παραπόνου, ιωνικών κυμάτων, αέρινης λύτρωσης που καταφθάνει αιφνιδιαστικά από τα πέρατα του χρόνου. Η Μοσχολιού, η Αλεξίου, η Μαριώ, η Πόλυ Πάνου έγιναν δρόμος που με οδηγούσε στο προφανές. Από το θάνατο μέχρι τη ζωή, από την προδοσία μέχρι το απόγειο του έρωτα, από το χώμα ως τα σύννεφα, τα λαϊκά τραγούδια άνοιγαν μέσα μου συγκινησιακά μονοπάτια που μου έδιναν φτερά.

Η μετάλλαξή μου από ορκισμένο βιβλιοφάγο και ξενέρωτο έντεχνο σε ένθερμο θαυμαστή του λαϊκού ρεπερτορίου εντυπωσίασε από την αρχή των περίγυρό μου κι έγινε συχνά αιτία αστεϊσμών και σχολίων απέναντι στα οποία παρέμενα εντούτοις αξιοθαύμαστα απαθής. Η Άσπα συνέχιζε να στέκει στο πλάι μου, ευθυτενής και λόγια,  χωρίς να καταφέρνει να συμμεριστεί πραγματικά το καινούργιο μου πάθος. Μέχρι σήμερα με αντιμετωπίζει με αξιοθαύμαστη αξιοπρέπεια και κατανόηση. Παρόλα αυτά, ποτέ δεν κατάφερε –ούτε καν προσπάθησε– να συμμετάσχει πραγματικά σε αυτό το νέο άνοιγμα της ζωής μου. Ως σαφώς πιο ολοκληρωμένος και ισορροπημένος άνθρωπος βρίσκει άλλους τρόπους να καλύπτει τα κενά που σίγουρα υπάρχουν και στη δική της ζωή, παρόλη τη σχέση συνεννόησης και συντροφικότητας που επιμένουμε να διατηρούμε πεισματικά.

Το αφυδατωμένο ψυχικό μου πεδίο άρχισε να ποτίζεται με σταγόνες καλλιτεχνικής σοφίας που μου προσφέρονταν απλόχερα κατά τις νυχτερινές μου περιπλανήσεις. Σιγά σιγά, κατάλαβα πως όσο πιο γρήγορα αναγνωρίσει κανείς τις εκάστοτε ανάγκες του, τόσο πιο εύκολα καταφέρνει να προχωρήσει ουσιαστικά στη ζωή του. Όσο πιο νωρίς αφηνόμουν στο ποτό και στη μουσική τόσο πιο γρήγορα ξεκίναγε η νύχτα. Ανακάλυψα πως αυτό το σκοτεινό κομμάτι του χρόνου είναι ο φυσικός μου χώρος. Μέχρι σήμερα βυθίζομαι μέσα του ηδονικά και με εμπιστοσύνη και ποτέ δεν βγαίνω προδομένος από αυτή την επιλογή. Η αφύπνισή μου επέρχεται σταδιακά και μου δίνει μία νέα ώθηση για ζωή. Είναι πολλά τα μέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς για να λυτρωθεί από τον στερημένο και γυψωμένο εαυτό του. Στην περίπτωσή μου το μέσον και το νόημα εστιάζονται στο μέλι και στο βελούδο των λαϊκών φωνών που συνομιλούν μαζί μου συγκινώντας με και παρακινώντας με για κάτι παραπάνω.

Πού και πού, κοιτάζοντας την πρωινή αδειοσύνη της ζωής μου καταλαβαίνω πως η πραγματική επαφή με τον κόσμο και τη χαρά έχει χαθεί. Τόσα χρόνια βυθίζομαι όλο και πιο βαθιά σε όσα θέλω να αποφύγω μα δεν αντέχω να αλλάξω. Η παγιωμένη σταθερότητα που μου προσφέρει η Άσπα, το κοινό αίσθημα ασφάλειας και η προστασία από τη μοναξιά δεν αφορούν ερωτικούς συντρόφους αλλά δεδομένους φίλους. Η δειλία μας να δώσουμε μια διέξοδο στις ορμές μας, το καθωσπρέπει βλέμμα με το οποίο κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον, οι έντεχνοι ρόλοι που δεχτήκαμε να αναλάβουμε με τον καιρό και που αναθέσαμε πατριωτικά ο ένας στον άλλον, νεκρώνουν μέρα με την μέρα τον έρωτα και μας μετατρέπουν σε θλιβερά σκιάχτρα του αλλοτινού μας εαυτού.

Την γλυκιά μου Άσπα, που την ερωτεύτηκα για μια αναποδιά της, τελικά την έκανα στήριγμα, φίλη, αδερφή. Την αποδόμησα ως ερωμένη για να μπορώ να προστατεύομαι κοντά της από όσα πίστευα πως θα με σκότωναν. Εκείνη βλέπει σε μένα τον προστάτη που δεν θα την αφήσει ποτέ μόνη και θα βρίσκεται πάντα κοντά της στις δύσκολες στιγμές. Θυσιάσαμε τον έρωτα στον βωμό της ασφάλειας. Γίναμε δεδομένοι και πληκτικοί. Ο πατέρας όμως δεν γίνεται και να είναι κι εραστής, ούτε η φίλη ερωμένη. Και οι δυο γνωρίζουμε πως ο δρόμος που ακολουθούμε εκβάλλει στη βαλτωμένη λίμνη όλων εκείνων των σχέσεων που διαιωνίζονται αναιμικά και ουδέτερα, χωρίς να αφορούν ουσιαστικά κανέναν.

Όταν λοιπόν ακούω την Ρίτα να τραγουδά το «Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω», νιώθω πως αυτήν ειδικά την αγάπη την έχω στερηθεί και πως ανοίγοντας τα χαρτιά μου, το τραπέζι μπροστά μου μένει καλοβαλμένα αδειανό. Κι όταν συνεχίζει με το αθάνατο «Ιστορία μου», κάτι μέσα μου με καλεί να ταυτιστώ με αυτούς τους στίχους και να επιδιώξω όλες αυτές τις συγκινήσεις που, αν κι ενδεχομένως λάθος,  είναι η μόνη δίοδος προς εκείνο το δυνατό συναίσθημα που τόσο χρειάζομαι.

Βγαίνω λοιπόν στα λαϊκά μαγαζιά, κάνω παρέα με ανθρώπους που κάτω από αυτούς τους ήχους είναι αυθεντικοί κι εντοπίζω το χαμένο κέντρο βάρους μου μέσα από τα λιωμένα βλέμματα και τις σκόρπιες τους λέξεις. Η απόλαυση και η κατανόηση της μουσικής άλλαξε πρόσωπο για μένα, έγινε γραμμή ζωής, ανάκτηση χαμένου χρόνου και ξεχασμένων αισθημάτων που τώρα πια τολμώ να αγγίζω με γυμνά δάχτυλα και με το θάρρος του ανθρώπου που αποφάσισε να ζήσει ξεγλιστρώντας μέσα σε μια νύχτα από τα νύχια του μαρασμού. Με τον τρόπο του.

Σε ένα τέτοιο μαγαζί γνώρισα πριν έναν μήνα την Ρόζα. Η Ρόζα είναι λαϊκό κορίτσι, δεν μιλάει ξένες γλώσσες ούτε ξέρει να διαβάζει ανάποδα. Δεν ντρέπεται να το δείχνει όταν είναι ετοιμόρροπη και δεν κρύβει την άπλα του χαρακτήρα της όταν νιώθει ευτυχισμένη. Όταν βρισκόμαστε δεν μιλάμε για τον Ντεριντά ούτε αναλύουμε τα άπαντα του Καστοριάδη. Δεν γνωρίζει τον Καρζή και τα σωστά ελληνικά, η Ασκητική δεν της λέει τίποτα. Ξέρει όμως να με κόβει στα δύο όταν με κοιτάζει και να κάνει τον κόσμο να σβήνει γύρω μου χωρίς καν να αφήνει ίχνη.

Κάτι τέτοιες στιγμές σαν αυτήν λοιπόν, που την κοιτάζω με κομμένη αναπνοή να μεσουρανεί στην πίστα χορεύοντας το «Ένα τραγούδι πες μου ακόμα» ενώ ένα μάτσο θαμώνες προσκυνούν στα πόδια της, ξεφεύγω από τις ενοχές μου, αλλάζω χαρακτήρα κι αποκτώ τη δύναμη να τσακίσω τα αιώνια δεσμά μου. Γίνομαι αυτό που πραγματικά είμαι: ένας μικρός αντάρτης θεός που δραπέτευσε από τον Όλυμπο, κατέβηκε στη γη και δέχτηκε να συνθηκολογήσει επιτέλους με το αμαρτωλό σινάφι του που ξέρει να του χαρίζει απλόχερα την ευτυχία και να δίνει το πολυπόθητο νόημα στην άδεια του ζωή. Είμαι πενήντα επτά χρονών κι εκείνη μόλις έκλεισε τα τριάντα. Έχω απόλυτη επίγνωση των πραγμάτων, δεν είμαι αφελής. Ένα τραγούδι είναι η Ρόζα, ίσως το τελευταίο, μα θέλω να’ ναι το πιο ωραίο.

 

(Ρίτα Σακελλαρίου: Ένα τραγούδι πες μου ακόμα)

( Κι επειδή, σαν τον διάολο,  το κατεστημένο έχει πολλά ποδάρια και το maurochali  γουστάρει τις ανατροπές, το κείμενο αφιερώνεται εξαιρετικά )

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Η μαριονέτα με το ατλαζένιο γοβάκι

Ιουνίου 9, 2009 · 10 σχόλια

Ατλαζένιο_γοβάκι_Κλωντέλ

 

Με λένε Ροζαλί και ζω μέσα σε μια ντουλάπα. Είμαι μια μαριονέτα του 1900. Το σώμα μου είναι φτιαγμένο από πηλό και τα ρούχα μου είναι υφασμάτινα. Σήμερα οι μαριονέτες είναι συνήθως ξύλινες και φοράνε συνθετικά ρούχα. Εγώ λοιπόν είμαι σπάνια στο είδος μου. Φοράω ένα λινό κίτρινο φόρεμα που μου φτάνει ως τον αστράγαλο, κεντημένο με μικρές λευκές πεταλούδες, ένα χειροποίητο πλεκτό ζακετάκι στο χρώμα του κρόκου κι ένα ατλαζένιο γοβάκι. Το άλλο το έχασα κατά τη διάρκεια μιας μετακόμισης κι έτσι το δεξί μου πόδι παρέμεινε έκτοτε γυμνό.

Τα μαλλιά μου είναι φτιαγμένα από φυσική κόκκινη τρίχα και τα βλέφαρά μου επίσης. Τα μάτια μου είναι γαλάζια και καλοσχεδιασμένα. Παρόλο που είμαι μιας κάποιας ηλικίας τα σκοινάκια μου λειτουργούν στην εντέλεια, δεν έχω χάσει ούτε ένα. Τα ξυλάκια που με συγκρατούν είναι κάπως φθαρμένα από ένα μικρό σκώρο που φώλιασε σε ένα από αυτά και τα γέμισε μικρές τρυπούλες, μα προς το παρόν δεν είναι κάτι σοβαρό.

Στη ντουλάπα όπου ζω, είμαι κρεμασμένη από ένα μεταλλικό τσιγκελάκι, περασμένο στο σιδηρόδρομο των παλτών. Το ύψος μου φτάνει σχεδόν το ένα μέτρο και δε γινόταν να με κρεμάσουν κάπου αλλού. Προσωπικά θα χαιρόμουν περισσότερο αν με είχαν αφήσει στον καλόγηρο στης εισόδου, όπου κρεμόμουν αρχικά, αλλά μπλέκονταν τα σακάκια και οι τσάντες τους με τα σκοινιά μου κι έτσι δημιουργούνταν πρόβλημα. Άλλωστε, μέσα στη ντουλάπα σκονίζομαι λιγότερο και προστατεύονται τα ρούχα μου χάρη στα αρωματικά αντισκωρικά που υπάρχουν παντού εδώ μέσα. Τουλάχιστον, δεν είμαι στριμωγμένη.

Το μόνο θέμα είναι όμως ότι πλήττω κάπως. Αυτή τη ντουλάπα ανοιγοκλείνει μόνο όταν κάποιος χρειαστεί ένα παλτό ή κάποιο βαρύ πουλόβερ. Αυτό σημαίνει πως βλέπω σπανίως κόσμο, είτε όταν κάποιος ψάχνει ένα παλτό, είτε όταν το επιστρέφει, είτε όταν περνάει η καθαρίστρια και κάνει έλεγχο στα πλεκτά ή ξεσκονίζει τα ράφια με τα πλεκτά.  Είναι καλή γυναίκα η Πωλίν, ποτέ δεν παραλείπει να τινάξει λίγο τα ρούχα μου και να χαϊδέψει απαλά τα ολόισια μαλλιά μου. Μερικές φορές μου μιλάει κιόλας και τότε χαίρομαι πραγματικά πολύ.

Κανονικά θα έπρεπε να ήμουν ζευγάρι με μιαν άλλη μαριονέτα, τον Πωλ, μιας και ο καλλιτέχνης που μας σμίλεψε, μας ζωγράφισε και μας έραψε τα ρούχα είχε αποφασίσει να μας κρατήσει για πάντα μαζί.

Ο δημιουργός μας ήταν ένας υπέργηρος καλλιτέχνης που έκανε σκηνικά και κοστούμια θεάτρου για τις μεγαλύτερες παραστάσεις της εποχής του. Τον έλεγαν Κλωντ. Ζούσε στο Παρίσι, σε μια μικρή σοφίτα με θέα στο Σηκουάνα, και ήταν πραγματικά περιζήτητος χάρη στο ταλέντο και στην πλούσια φαντασία του που τον έκανε να ράβει τα πιο ωραία ρούχα για τους θεατρίνους. Από την άλλη, όταν έφτιαχνε τα σκηνικά συνήθιζε να χρησιμοποιεί βελούδινες κουρτίνες, χρυσοποίκιλτα διακοσμητικά, όμορφα έπιπλα και παράξενα στολίδια για τη σκηνή. Μια φορά είχε «ντύσει» μια ολόκληρη παράσταση με ζωντανά εξωτικά πουλιά. Όλο το Παρίσι συνέχισε να μιλά για εκείνο το έργο, μήνες αφότου είχαν τελειώσει οι παραστάσεις. Τόσο εντυπωσιακό ήταν.

Στον ελεύθερο χρόνο του ο Κλωντ καταπιανόταν με τις μαριονέτες του, που πάντοτε τις χάριζε εδώ κι εκεί μόλις στέγνωναν οι μπογιές στο πρόσωπό τους και σταθεροποιούνταν τα χτενίσματά τους. Έφτιαχνε πολύ όμορφες κούκλες, κι όλοι είχαν να το κάνουν με την υπομονή και το ταλέντο του. Εμένα και τον Πωλ μας κράτησε για τον εαυτό του. Ήμασταν οι αγαπημένες του μαριονέτες, έλεγε όταν κάποιος μας ζητούσε κοιτώντας μας με θαυμασμό.

Θυμάμαι πως μας κρέμαγε μπροστά στο παράθυρο και κοιτάζαμε όλοι μαζί το ηλιοβασίλεμα στο ποτάμι και τους πλανόδιους βιβλιοπώλες που μάζευαν τα κιόσκια τους με το που έπεφτε το σκοτάδι. Μας φερόταν σαν να ήμασταν αληθινοί άνθρωποι, μας μιλούσε πολύ συχνά, μας άλλαζε φορεσιές και μας ξεσκόνιζε σχεδόν κάθε μέρα. Ο Πωλ κι εγώ ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι στη σοφίτα του Κλωντ, δεν μας έλειπε τίποτα, και η λιγοστή υγρασία που έμπαινε καμιά φορά όταν έβρεχε από το ξύλινο κούφωμα του παραθύρου δεν μας ενοχλούσε και πολύ. Άλλωστε, τότε ήμασταν νέοι.

Ένα βράδυ, έχοντας καταναλώσει μια αρκετά μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, ο Κλωντ μας εξήγησε την ιστορία μας. Η σύλληψή μας, λοιπόν, είχε βασιστεί σε έναν αρχαίο κινέζικο θρύλο σύμφωνα με τον οποίο δύο αστρικοί εραστές κάθε χρόνο, ύστερα από μεγάλες περιπλανήσεις και ταλαιπωρίες, χωρίς να μπορούν να αγγιχτούν μεταξύ τους, αντικρίζονται από τα δύο άκρα του γαλαξία. Μας ομολόγησε πως μια τέτοια ιστορία είχε πραγματικά συμβεί κάποτε και πως η έμπνευσή του είχε βασιστεί στις περιπέτειες ενός λογοτεχνικού ζευγαριού που συναντήθηκε για πρώτη φορά σε ένα καράβι, ταξιδεύοντας για την Κίνα. Οι δυο εραστές ήταν πραγματικά πρόσωπα.

Η γυναίκα ήταν παντρεμένη, μα αυτό δεν την εμπόδισε να ζήσει έναν θυελλώδη έρωτα με τον άντρα, ο οποίος για πέντε ολόκληρα χρόνια υπήρχε μόνο για κείνη. Μετά από αυτό το διάστημα που πέρασαν μαζί, εκείνη τον εγκατέλειψε χωρίς καμία δικαιολογία, πράγμα που βύθισε τον ερωτευμένο εραστή σε παντοτινή θλίψη. Μία φορά λοιπόν, έντεκα χρόνια μετά το χωρισμό τους, το παράνομο ζευγάρι συναντήθηκε τυχαία. Κοιτάχτηκαν από μακριά, χωρίς όμως να πλησιάσουν περισσότερο ο ένας τον άλλον. Έτσι, δικαιώθηκε ο μύθος των χωρισμένων εραστών που, παρόλο που χάνονται μεταξύ τους, τα άστρα βρίσκουν πάντα έναν τρόπο για να τους ξαναενώσουν έστω και για μια στιγμή.

Ο Πωλ κι εγώ είχαμε μείνει άναυδοι με τη μεγαλειώδη ιστορία που μας ακολουθούσε χωρίς καν να το γνωρίζουμε. Ο Κλωντ δεν το ομολόγησε ποτέ, άφησε όμως να εννοηθεί πως μπορεί αυτή η ιστορία να τον αφορούσε και προσωπικά. Εκείνο το βράδυ, θυμάμαι, μας είχε κρεμάσει δίπλα δίπλα με τον Πωλ στο κουρτινόξυλο του παραθύρου και απλώς μας κοίταζε λυπημένος μέχρι που χάραξε η μέρα κι έπεσε αποκαμωμένος να κοιμηθεί. Εμείς παραμείναμε ακίνητοι, να αιωρούμαστε πότε πότε με το απαλό φύσημα του ανέμου που έμπαινε από τη χαραμάδα και μας έσπρωχνε τον έναν κοντά στον άλλο για μια αδιόρατη στιγμή. Όταν άγγιζα το χέρι του Πωλ ένιωθα τη μεγάλη συγκίνηση μιας ερωμένης που κατάφερε ν’ αγγίξει φευγαλέα τον αγαπημένο της κι έπειτα επέστρεφε στη θέση της, κρεμασμένη από τα σκοινάκια της στο δοκάρι του ουρανού.

Ο Κλωντ πέθανε μερικούς μήνες μετά και τα πράγματά του μοιράστηκαν από τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος στους γείτονες και σε παλιατζήδες που συνήθιζαν να αδειάζουν σπίτια νεκρών αγοράζοντας τα έπιπλά τους για ένα κομμάτι ψωμί. Τη βιβλιοθήκη με τους αμέτρητους τόμους Μπαλζάκ, Ουγκώ, Μπωντλέρ, Φλομπέρ, Ρεμπό και Κλωντέλ την πήρε η φοιτήτρια του κάτω ορόφου που δεν πίστευε στην τύχη της με τόσα αριστουργήματα που είχε κληρονομήσει ξαφνικά από το πουθενά. Τα μικροέπιπλα και τα λιγοστά αντικείμενα του Κλωντ πουλήθηκαν στον Άραβα που πήρε και τον Πωλ, κι απ’ ό, τι άκουσα θα τα πούλαγε στα διάφορα υπαίθρια παζάρια όπου γύρναγε τις Κυριακές και τα μεσημέρια του Σαββάτου. Ο κλήρος του μεσημεριού λοιπόν είχε πέσει στον καλό μου.

Η θλίψη μου ήταν μεγάλη μα δυστυχώς δεν καταφέραμε να μείνουμε μαζί. Εγώ παραήμουν κοκέτα για τους πελάτες του, είχε πει. Κανείς δεν θα με αγόραζε. Έτσι, ο ιδιοκτήτης με χάρισε στην εγγονή του, τη Μαργκερίτ, αυτή που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει συγγραφέας, και όταν με είδε εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά και τη χάρη μου. Η Μαργκερίτ είναι ένα μελαγχολικό κοριτσάκι με γαλάζια μάτια και πυρρόξανθα μαλλιά. Κάθε φορά που με κοιτάζει να κρέμομαι στην ξύλινη ντουλάπα με χαϊδεύει στοργικά και, σα να καταλαβαίνει την πίκρα μου που νιώθω μακριά από το άλλο μου μισό, μου χαμογελά γλυκά και μου λέει: «Καλημέρα θλίψη».

Μερικές φορές η αναμονή της ευτυχίας σε συνδυασμό με τη νοσταλγία αυτού του στίχου με γεμίζει πραγματικά με θλίψη. Ξέρω όμως πως η νίκη μου κρίνεται καθημερινά από την υπομονή και τη στωικότητα με την οποία δέχομαι τη μοίρα μου κι από την επιμονή μου να ελπίζω σε ένα μικρό θαύμα. Όταν σκέφτομαι τον αγαπημένο μου, αποφεύγω να χρησιμοποιώ για το μέλλον μας τις λέξεις «τίποτα» και «ποτέ». Κάτι τέτοιο θα με βύθιζε στην απελπισία, θα σκότωνε κάθε ελπίδα να τον ξαναδώ και θα ακύρωνε το θρύλο που ενώνει αναπάντεχα τους εραστές μετά το χωρισμό τους. Συνεχίζω λοιπόν να κρέμομαι σαν γκροτέσκο σκιάχτρο στην ντουλάπα της Μαργκερίτ συλλογιζόμενη την παράλογη φαρσοκωμωδία της ζωής μου. Τα ξυλάκια μου κατατρώγονται από τον αντάρτη σκώρο που θεριεύει, μα τα σκοινιά μου είναι ακόμα γερά. Για μένα σημασία δεν έχει η αιώνια ζωή παρά μόνο η αιώνια ζωντάνια. Αυτήν ακριβώς τη ζωντάνια αισθάνομαι κάθε φορά που σκέφτομαι τον καλό μου, και προσπαθώ να φανταστώ πού βρίσκεται κι αν με σκέφτεται ακόμα. Θα ήταν άδικο και για τους δυο να παρέδιδα τα όπλα, γι’ αυτό και δεν το κάνω επ’ ουδενί. Ποτέ δεν θα παραδώσω τα όπλα.  Όλα αυτά τα χρόνια που πέρασα υπομονετικά μέσα σε αυτό εδώ το σπίτι μου δίνουν το δικαίωμα να κρίνω πως όλα είναι καλά. Σε κάποιο μακρινό σημείο του γαλαξία ξέρω πως υπάρχει ο αλλοτινός εραστής μου και, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, αργά ή γρήγορα θα έρθει εκείνη η μέρα που θα συνωμοτήσει το σύμπαν και η μοίρα θα μας ενώσει ξανά, έστω και για μία και μοναδική στιγμή μέσα στο χρόνο.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Το τατουάζ

Μαΐου 22, 2009 · 23 σχόλια

90441,1198122115,8

Με λένε Λιλάκι και είμαι κομμώτρια. Ζω στην Αθήνα, ντάλα κέντρο, δεν έχω αυτοκίνητο και ψηφίζω ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Όταν έφυγα από την Πάτρα ήμουν δεκαεπτά. Ανέβηκα στην πρωτεύουσα για να σπουδάσω λογιστικά σε μια ιδιωτική σχολή μα στη διαδρομή κατάλαβα πως το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να χτενίζω τις συμφοιτήτριές μου και να δοκιμάζω καινούρια κουρέματα σε όσους τολμηρούς συμφοιτητές μου εμπιστεύονταν το κεφάλι τους στα χέρια μου. Παράτησα λοιπόν τα λογιστικά και γράφτηκα σε μια γνωστή σχολή κομμωτικής. Αποφοίτησα με άριστα κι έπιασα δουλειά σε κεντρικό κομμωτήριο αμέσως μετά. Η δουλειά μου μ’ αρέσει πολύ και σιγά σιγά αποκτώ πελάτισσες που έρχονται στο μαγαζί ειδικά για μένα. Το αφεντικό το ξέρει αυτό κι έτσι με αφήνει να αυτοσχεδιάζω κατά βούληση χωρίς να επεμβαίνει ποτέ στη δουλειά μου.

Από τότε που ήρθα στην Αθήνα, αν και είμαι πολύ πιο ευχαριστημένη απ’ ό,τι στην Πάτρα, πίνω και καπνίζω περισσότερο από πριν. Επίσης, διαβάζω πολύ περισσότερο γιατί εδώ τα μεγάλα βιβλιοπωλεία βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από το σπίτι μου κι έτσι, όταν έχω καιρό, πετάγομαι και χαζεύω με τις ώρες τα διάφορα επιστημονικά βιβλία. Διαβάζω κατά μέσο όρο ένα βιβλίο την εβδομάδα. Πού και πού γράφω κιόλας. Τα βράδια που είμαι σπίτι και δεν έχω κανονίσει να βγω μου αρέσει να γράφω μικρά ποιήματα, πάντα με χαρτί και μολύβι. Υπολογιστή δεν χρησιμοποιώ γιατί η οθόνη μού φαίνεται ψυχρή, το πληκτρολόγιο δεν με βολεύει, τα μάτια μου πονάνε και η πλάτη μου πιάνεται. Ακολουθώ λοιπόν την παραδοσιακή μέθοδο για να κάνω τις σκέψεις μου στίχους και να μιλάω με χάρτινη φωνή στον εαυτό μου. Νομίζω πως έτσι η εσώτερη φωνή μου ακούγεται καθαρότερα. Πάνω στο χαρτί αποτυπώνω όσα ποτέ δεν θα μπορούσα να εκφράσω με άλλο τρόπο.

Το προηγούμενο Σάββατο έκανα μια βόλτα στο Μοναστηράκι και χάζευα τα μαγαζιά και τους τουρίστες. Το ροδοκόκκινο χρώμα των Άγγλων που κάνουν διακοπές στην Αθήνα είναι εντυπωσιακό. Ποτέ δεν κατάλαβα αν οφείλεται στον ήλιο ή στις μπίρες που ρουφάνε ασταμάτητα. Οι Ιταλοί είναι φασαριόζοι, μιλάνε δυνατά και χειρονομούν σαν Έλληνες. Τους βρίσκω ελκυστικούς αλλά δεν είμαι σίγουρη αν έχω επηρεαστεί από το μύθο αυτού του λαού ή αν η γοητεία τους είναι όντως υπαρκτό χαρακτηριστικό. Οι Γάλλοι είναι ξενέρωτοι, κυκλοφορούν με λευκά καπελάκια κι έχουν δέρμα εξίσου λευκό, παστωμένοι στο αντιηλιακό, κελαϊδώντας σαν αφηνιασμένα παπαγαλάκια στην κομψή μωρουδιακή γλώσσα τους. Από όλους τους λαούς προτιμώ τους Έλληνες. Πιστεύω πως είμαστε ο πιο έξυπνος κι εφευρετικός λαός του κόσμου. Έχουμε καλό γούστο και έμφυτη ζωντάνια. Επίσης, οι Έλληνες έχουν τα πιο πρωτότυπα τατουάζ που υπάρχουν. Ένα τέτοιο χτύπησα κι εγώ το προηγούμενο Σάββατο, περνώντας από του Τζίμη.

Όταν κάθισα στη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα ένιωσα σα να είχα πάει στον οδοντίατρο ή στο μικροβιολόγο. Το μαύρο δέρμα ήταν δροσερό και τα πόδια μου περίσσευαν στο τέλος. Ξάπλωσα αναπαυτικά και ακούμπησα το χέρι στο μπράτσο της πολυθρόνας σα να επρόκειτο να δώσω αίμα. Ο Τζίμης αποστείρωσε την περιοχή πάνω από τον καρπό μου, από το μέσα μέρος, και φόρεσε τα ιατρικά του γάντια. Με προειδοποίησε πως η βελόνα πονάει σε αυτή την περιοχή και πως θα έπρεπε να κρατήσω το χέρι μου ακίνητο όσην ώρα θα ζωγράφιζε το τατουάζ μου. Έβαλε Μαρκ Άλμοντ στο στέρεο κι έσκυψε πάνω από το χέρι μου προσπαθώντας να αυτοσυγκεντρωθεί. Το σχέδιο που είχα κατά νου δεν υπήρχε στα κιτάπια του, το φτιάξαμε μαζί λίγο πριν καθίσω. Με το που άκουσα το μπιστολάκι του να βουίζει έκλεισα τα μάτια και περίμενα. Ο πόνος δεν με τρομάζει. Η όλη διαδικασία κράτησε περίπου μία ώρα και το κάψιμο που ένιωθα στον καρπό μου καθώς το μελάνι χυνόταν κάτω από το δέρμα μου με έκανε να σκέφτομαι πως η αίσθηση έμοιαζε πολύ με το κάψιμο του ντεκαπάζ στο κρανίο, όταν τα καστανά μαλλιά αρχίζουν να ξανθαίνουν, μουσκεμένα από το οξυζενέ και τη βαφή στο κομμωτήριο.

Όλη την εβδομάδα στο κομμωτήριο οι πελάτισσες δεν σταμάτησαν να σχολιάζουν το καινούριο μου τατουάζ και να θαυμάζουν την πρωτοτυπία του καλοφτιαγμένου σχεδίου που στόλιζε σαν εκκεντρικό βραχιόλι τον αριστερό μου καρπό. Όλες συμπέραναν πως ήταν μια χιουμοριστική κίνηση, μια ιδέα της στιγμής που είχε να κάνει με τη δουλειά μου και κατέληξε σε αυτό το χαριτωμένο σχέδιο πάνω στο δέρμα μου. Το αφεντικό έδειξε να το φχαριστιέται. Οι συνάδελφοι με κοίταζαν με μισό μάτι, πιστεύοντας μάλλον πως φόρεσα κατάσαρκα τη δουλειά μου για να εντυπωσιάσω τις πελάτισσες ή για να δείχνω πόσο αφοσιωμένη κομμώτρια είμαι. Κανένας δεν κατάλαβε το βαθύτερο νόημα του μισάνοιχτου ψαλιδιού με την κατακόκκινη βίδα-καρδιά που είχα χτηπήσει στο πιο ευαίσθητο σημείο του χεριού μου εκείνο το Σάββατο.

Λένε πως το μισάνοιχτο ψαλίδι φέρνει γρουσουζιά. Όταν ήμουν μικρή, η γιαγία Λίλα έτρεχε ξωπίσω μου να το κλείσει κάθε που το έβλεπε μισάνοιχτο πάνω στο γιούκο με τα ρούχα ή στο μάρμαρο του μπάνιου. Η μάνα μου κληρονόμησε τα προληπτικά τερτίπια της γιαγιάς και και μας κυνήγαγε να κλείνουμε τα ψαλίδια αν κάναμε χειροτεχνίες με χαρτόνια για το σχολείο ή όταν κόβαμε τα νύχια μας το Σάββατο. Η αδερφή μου κι εγώ γελάγαμε με τη μανία τους, παρόλα αυτά, για καλό και για κακό, φροντίζαμε να μην αφήνουμε το ψαλίδι ανοιχτό. Ο φόβος φυλάει τα έρμα και, παρόλο που ποτέ δεν το παραδεχτήκαμε ανοιχτά, ένας μικρός φόβος υπήρχε όντως μέσα μας.

Τα χρόνια πέρασαν, εγώ έγινα κομμώτρια και χειρίζομαι καθημερινά -και με μεγάλη δεξιοτεχνία- το τρομερό αντικείμενο που προκαλεί τη μοίρα κι αλλάζει την εμφάνιση και το χαρακτήρα των  πραγμάτων. Η αλήθεια είναι πως νιώθω μια παράξενη ηδονή όταν βλέπω μια μακρυμαλλούσα πελάτισσα να μπαίνει στο μαγαζί. Ξέρω πως θα την πείσω και πως, βγαίνοντας, το κεφάλι της θα στολίζει ένα κομψό αλα γκαρσόν κούρεμα και πως οι μακριές τούφες της θα μαζευτούν από τη σκούπα μου και θα καταλήξουν στο καλάθι των αχρήστων. Όταν βλέπω τις ατέλειωτες μπούκλες να πέφτουν νεκρές στο πάτωμα αμέσως μετά το υπέροχο χρατς του ψαλιδιού μου, μια βίαιη χαρά φουντώνει μέσα μου και με με συνεπαίρνει κατευθείαν. Γενικώς είμαι το καλύτερο ψαλίδι του μαγαζιού και, κατά κοινή ομολογία, όταν οι πελάτισσες θέλουν μια ριζική αλλαγή εγώ μπορώ να τις βοηθήσω καλύτερα από τις άλλες κοπέλες. Δεν είναι μόνο η άριστη τεχνική μου, φταίει που εγώ έχω και τις πιο απίστευτες ιδέες κι επινοώ κουρέματα πανέμορφα και πρωτότυπα. Από τα χέρια μου οι πελάτισσες βγαίνουν άλλοι άνθρωποι, κι αυτό ακριβώς είναι το μυστικό ενός επιτυχημένου ψαλιδιού.

Σήμερα είναι Σάββατο, μία εβδομάδα αφότου χτύπησα το τατουάζ στο αριστερό μου χέρι. Βρίσκομαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, ντυμένη με το λευκό νοσοκομειακό νυχτικό μου, στο θάλαμο προετοιμασίας για την επέμβαση. Το μόνο πράγμα που φοράω πάνω μου και θα παραμείνει στη θέση του όταν μπω στο χειρουργείο είναι το μισάνοιχτο ψαλίδι μου με την κεντρική βίδα-καρδιά. Οι νοσοκόμες τριγυρνούν χαρωπά στο δωμάτιο και με πειράζουν με αστεία και καθησυχαστικές κουβέντες. Όλα θα πάνε καλά, μου λένε, είμαι δυνατό κορίτσι εγώ κι όταν ξυπνήσω θα είμαι άλλος άνθρωπος. Νομίζουν πως φοβάμαι, εγώ όμως νιώθω ήρεμη κι ευτυχισμένη. Το γούρι που χάραξα στο χέρι μου αντιστρέφοντας τους όρους της μοίρας και ξορκίζοντας ένα προαιώνιο κακό βαφτίζοντάς το καλό με προστατεύει από κάθε ανησυχία και με γεμίζει αυτοπεποίθηση. Ο γιατρός καταφθάνει και οι νοσοκόμες με μεταφέρουν στο χειρουργείο χαμογελώντας μου ενθαρρυντικά.

Στην αίθουσα αναμονής έχουν μαζευτεί τα κορίτσια. Θα με περιμένουν μετά την επέμβαση για να μην είμαι μόνη στο ξεκίνημα της νέας μου ζωής. Αυτές γνωρίζουν, πέρασαν νωρίτερα από το χειρουργικό τραπέζι και τώρα που ήρθε η σειρά μου να αλλάξω εαυτό θα είναι εδώ για να μου κρατούν το χέρι στα πρώτα μου βήματα, λίγες ώρες μετά. Η εγχείρηση αλλαγής φύλου δεν είναι η πιο απλή επέμβαση που μπορεί να κάνει κανείς. Οι κίνδυνοι είναι γνωστοί και τους συζήτησα λεπτομερώς με το γιατρό όλους αυτούς τους μήνες που έπαιρνα τις ορμόνες και προετοίμαζα το σώμα μου για την πολυπόθητη αλλαγή. Παρόλα αυτά, ήμουν από την αρχή αποφασισμένη να κάνω ό,τι χρειάζεται για να νιώσω πως γίνομαι επιτέλους εκείνη που πραγματικά είμαι μέσα μου, ελεύθερη να συμβαδίσω με τη φύση μου όπως όλοι οι άνθρωποι.

Οι προβολείς του χειρουργείου ανάβουν από πάνω μου και η νοσοκόμα μού φορά τη μάσκα της νάρκωσης και μού ζητά να αρχίσω να μετράω αντίστροφα από το δέκα. Ο κόσμος θολώνει γύρω μου, τα βλέφαρά μου αρχίζουν να βαραίνουν, ο παλμός μου χτυπά αργά και σταθερά. Το μισάνοιχτο ψαλίδι με τη βίδα-καρδιά αισθάνομαι πως πάλλεται σαν ετοιμόγεννη μήτρα στον καρπό του αριστερού μου χεριού κι αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που νιώθω λίγο πριν βυθιστώ στο απόλυτο σκοτάδι.

(Στο Γιάννη και στο maurochali)

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Ωκεανός σοφίας

Μαΐου 20, 2009 · 39 σχόλια

βουδιστές

Με λένε Άρνα και μένω στην κοιλάδα της Κατμαντού. Η καλύτερή μου φίλη είναι η Πατάν. Γνωριζόμαστε από την ημέρα που γεννηθήκαμε κι έχουμε μεγαλώσει στην ίδια αυλή. Είμαι μοναχοπαίδι και η Πατάν είναι για μένα αδερφή και όχι μόνο. Όταν πηγαίναμε σχολείο ερχόταν κάθε πρωί και με ξυπνούσε, πίναμε μαζί το τσάι μας και βγαίναμε στα χιόνια πιασμένες χέρι χέρι. Ποτέ δεν άλλαξε αυτή μας η συνήθεια. Τώρα πια που δεν πάμε σχολείο έρχεται και με παίρνει για τα χωράφια και το απόγευμα γυρνάμε μαζί, πάντοτε πιασμένες χέρι χέρι. Η Πατάν είναι όλος ο κόσμος για μένα. Θείο δώρο.

 Φέτος κλείνουμε τα δεκαοκτώ και θα πρέπει να πάρουμε κάποιες αποφάσεις για τη ζωή μας. Αν μείνουμε στο χωριό θα πρέπει είτε να παντρευτούμε είτε να δουλέψουμε για όλη μας τη ζωή στα χωράφια. Η Πατάν λέει πως θέλει να παντρευτεί, και οι δικοί της έχουν ήδη αρχίσει να στέλνουν προξενιά στα γύρω χωριά. Αν βρεθεί γαμπρός από γειτονικό χωριό θα έρθει και θα την πάρει μαζί του μετά το γάμο. Συνήθως η γυναίκα που παντρεύεται αφήνει για πάντα τον τόπο της και πάει να ζήσει στο σπίτι του άντρα της, με την καινούρια της οικογένεια, δηλαδή τους γονείς του. Αν είναι τυχερή μπορεί να την ζητήσει κάποιος συγχωριανός μας και να γλιτώσει την ξενιτιά. Αν όχι, θα πρέπει να χωρίσουμε για πάντα κι η σκέψη και μόνο με κάνει κι αρρωσταίνω.

 Αν δεν μείνουμε στο χωριό έχουμε τη δυνατότητα να μπούμε σε κάποια ιερή στούπα, δηλαδή σε θιβετιανό μοναστήρι. Νομίζω πως αυτή είναι η καλύτερη λύση για μένα, μιας και τα χωράφια μού φαίνονται μεγάλη σκλαβιά, το χωριό δεν το αντέχω και το γάμο δεν τον συζητάω καν. Τουλάχιστον, αν με δεχτεί κάποιο μοναστήρι, θα έχω την ευκαιρία να μάθω να διαβάζω, θα μελετάω τα ιερά βιβλία, θα δουλεύω συγκεκριμένες ώρες στη μονή και θα μάθω να ζωγραφίζω και να φτιάχνω χειροτεχνήματα όπως όλες οι μοναχές και οι μοναχοί της περιοχής. Αν γινόταν να έπαιρνα και την Πατάν μαζί μου, η ζωή θα ήταν για μένα ένα όμορφο όνειρο.

 Η ξαδέρφη της Πατάν, η Σαμάρ, μπήκε πέρυσι στο μοναστήρι των Κόκκινων Καπέλων. Ήταν πολύ τυχερή που βρήκε θέση στη μία από τις δύο σημαντικότερες στούπες της περιοχής μας, δηλαδή στο Μπόντανθ. Βρίσκεται ανατολικά της Κατμαντού και λένε πως στα θεμέλιά της κρύβεται ένα ιερό κόκαλο του Βούδα. Το Μπόντανθ έχει πολλά μοναστήρια και η Σαμάρ λέει πως κάθε καλοκαίρι οι ξενώνες γεμίζουν με προσκυνητές που έρχονται από την Ευρώπη και την Αμερική για διαλογισμό φορώντας τα πιο παράξενα ρούχα του κόσμου.  Αν με δέχονταν σε γειτονικό μοναστήρι με την Σαμάρ θα μπορούσαμε να βλεπόμαστε και να κουβεντιάζουμε για την Πατάν, για το χωριό και για τις οικογένειές μας. Αν χρειαστεί να πάω σε άλλη στούπα θα είμαι ολομόναχη.

 Χτες συναντήθηκα με την Πατάν πίσω από το περιβόλι του σπιτιού της, στην αποθηκούλα που έχτισε ο πατέρας της για να φυλάει τα πρόβατα από τον αέρα και τη βροχή. Συναντιόμαστε καμιά φορά εκεί νωρίς το βράδυ, γιατί στα χωράφια δεν μπορούμε να μιλήσουμε με την ησυχία μας και να μάθουμε η μια τα νέα της άλλης. Της χάρισα ένα κομποσκοίνι με τις χάρες του Βούδα και την παρακάλεσα να προσεύχεται για μένα και να μην με ξεχάσει αν ποτέ χρειαστεί να χωρίσουμε. Η Πατάν άρχισε να κλαίει και να μου λέει πως θα ήθελε να μέναμε για πάντα μαζί, να παντρευόμασταν στο χωριό και να ζούσαμε όπως πάντα σε γειτονικά σπίτια. Εγώ της απάντησα πως δεν πρόκειται να παντρευτώ ποτέ και πως το πιθανότερο είναι να μπω σε μοναστήρι. Η Πατάν έκλαιγε ασταμάτητα μέχρι την ώρα που χωρίσαμε.

 Εδώ και λίγες βδομάδες έχω αρχίσει να υφαίνω μια σημαία για την Πατάν. Θέλω να της την κάνω δώρο για το γάμο της κι επειδή είμαι κάπως αργή στον αργαλειό την ξεκίνησα από τώρα για να είμαι έτοιμη όταν έρθει η στιγμή. Πάνω στη σημαία έχω σχεδιάσει να υφάνω ένα τετράγωνο μάνταλα που θα συμβολίζει τη γη. Το μάνταλα είναι ένα δύσκολο σχέδιο με ομόκεντρους κύκλους που μέσα τους κλείνουν ένα τετράγωνο χωρισμένο σε τέσσερα τρίγωνα. Μέσα στα τρίγωνα θα υφάνω πολύχρωμα σύμβολα του Βούδα, τον κύβο της φωτιάς, την ομπρέλα του αέρα και τους δεκατρείς δρόμους που οδηγούν στη Νιρβάνα. Ελπίζω να φέρει τύχη στην Πατάν και να την έχει για πάντα στο σπίτι της, να με θυμάται.

 Όταν θα μπω στο μοναστήρι θα χρειαστεί να κόψω για πρώτη φορά τα μαλλιά μου. Χαϊδεύω την παχιά πλεξούδα μου και λυπάμαι που θα την αποχωριστώ κάποια μέρα. Η κοτσίδα της Πατάν είναι ακόμα πιο όμορφη κι απαλή. Τα μαλλιά της είναι πάντοτε λαμπερά και δεν χορταίνω να τα αγγίζω όποτε βρισκόμαστε στο περιβόλι. Αν μπω σε Ταντρικό μοναστήρι θα διδαχτώ ιεροτελεστίες μαγείας τις οποίες θα αφιερώνω στην Πατάν για να την προστατεύω από κάθε κακό και αμαρτία. Νομίζω πως η Πατάν έχει ερωτευτεί τον ξάδελφό της τον Άνγκορ, γιατί όποτε μού μιλάει γι’ αυτόν το πρόσωπό της παίρνει μια παράξενη έκφραση και τα μάγουλά της κοκκινίζουν. Τους έχω δει να μιλάνε στο δρόμο μια δυο φορές και μου φαίνεται πως κι εκείνος την κοιτάζει με κάπως περίεργο τρόπο. Μια μέρα τον είδα να της χαϊδεύει την κοτσίδα και να της λέει κάτι που την έκανε να γελάσει. Ομολογώ πως ένιωσα ένα ξαφνικό τσίμπημα στην καρδιά και πως εκείνη τη στιγμή αν μπορούσα θα άρπαζα ένα ψαλίδι και θα της την έκοβα σύριζα.

 Στη γλώσσα μου Πατάν σημαίνει Ωραία Πόλη. Πρόκειται για μία από τις αρχαιότερες πόλεις του Νεπάλ και λένε πως χτίστηκε τον δωδέκατο αιώνα από πλούσιους εμπόρους οι οποίοι περνώντας από τα Ιμαλάια ήθελαν ένα ναό να προσεύχονται στο Βούδα. Στην είσοδο του ναού υπάρχουν δύο λιοντάρια από μάρμαρο και η σκεπή του είναι φτιαγμένη από ατόφιο χρυσάφι. Στην αυλή της πόλης-ναού υπάρχει ένα τεράστιο άγαλμα του Βούδα και γύρω του ζουν αμέτρητες χελώνες που είναι και οι ακοίμητοι φρουροί του. Οι τοιχογραφίες της Ωραίας Πόλης είναι ξακουστές σε ολόκληρη τη χώρα για τα εντυπωσιακά στολίδια τους. Πατάν σημαίνει ομορφιά, και νομίζω πως αυτό το όνομα ταιριάζει απόλυτα στο πιο όμορφο κορίτσι του χωριού, την καλύτερή μου φίλη.

Όταν κατάλαβα πως ήμουν ερωτευμένη μαζί της πρέπει να ήμασταν κάπου δέκα χρονών. Πλατσουρίζαμε στα νερά του δρόμου έξω από το σπίτι της και καταβρέχαμε η μία την άλλη. Η Πατάν είχε βγάλει τα παπούτσια της και γλιστρούσε στον πάγο που είχε μαζευτεί στο χαντάκι. Εγώ στεκόμουν πίσω της και κάθε που έκανε να πέσει την άρπαζα από τη μέση και την κρατούσα σφιχτά στην αγκαλιά μου. Θυμάμαι πως τα ξυλιασμένα δαχτυλάκια των ποδιών της είχαν κιτρινίσει και φαίνονταν σαν δάχτυλα πεθαμένου. Η κοτσίδα της μύριζε χειμωνιάτικο θυμάρι και τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα από το κρύο και το παιχνίδι. Καθώς την κρατούσα στην αγκαλιά μου νόμιζα πως η καρδιά μου θα έσπαζε από ευτυχία. Ήθελα αυτή η στιγμή να διαρκούσε έναν αιώνα. Καθυστέρησα επίτηδες εκείνη την αγκαλιά και προσπάθησα να την κάνω να κρατήσει για πάντα. H Πατάν κατάλαβε πως κάτι έτρεχε και με κοίταξε απότομα ξεγλιστρώντας σαν πουλί από την αγκαλιά μου. Τότε την άρπαξα από το μπράτσο και, χωρίς καν να σκεφτώ τι κάνω, της έδωσα ένα δυνατό φιλί στο στόμα. Έπειτα το έβαλα στα πόδια αφήνοντάς την κοκαλωμένη στο πεζούλι. Έκτοτε κάνουμε σα να μη συνέβη τίποτα. Ποτέ δεν μιλήσαμε γι’ αυτό.

 Δέκα περίπου χρόνια αργότερα, η Πατάν κι εγώ ετοιμαζόμαστε να ακολουθήσουμε η καθεμιά το δρόμο της. Εκείνη θα παντρευτεί για όλη της τη ζωή κάποιον που δεν αγαπάει κι εγώ θα αποχωριστώ για πάντα αυτήν που αγαπώ. Τη ζωή μου θα την αφιερώσω στην προσευχή και στο διαλογισμό. Κάθε μου σκέψη θα τη στέλνω στην Πατάν με την ελπίδα να φτάνει μέσα της σαν ηλιαχτίδα που ξέφυγε από τα σύννεφα και κάνει το χιόνι να λαμποκοπά. Άνθρωπο δεν ξαναφίλησα από εκείνη την ημέρα και ποτέ δεν πρόκειται να αγγίξω στόμα αλλουνού. Το μόνο σημάδι αφοσίωσης που μπορώ να της προσφέρω είναι η αιώνια πίστη στα αγαπημένα χείλη της που ως παιδάκι φίλησα μία και μοναδική φορά, εκείνη την κρύα μέρα. Μαζί με αυτό, το μόνο που θα μείνει από μένα στη ζωή της θα είναι μια χρωματιστή σημαία φυλαχτό κι ένα ιερό κομποσκοίνι περασμένο στο δεξί της χέρι.

 Εύχομαι η Πατάν να είναι ευτυχισμένη και να έχει μια ήσυχη ζωή. Δεν θα άντεχα να μάθω πως η καλύτερή μου φίλη, η αγαπημένη και μοναδική μου Πατάν έπαθε κάτι κακό. Δεν θα ήθελα να ακούσω πως αρρώστησε ή πως κάποιος την έβλαψε. Κάτι τέτοιο θα με τρέλαινε, σίγουρα θα παραφρονούσα από λύπη. Τότε και μόνο τότε θα μπορούσα να γίνω αμαρτωλή, να χρησιμοποιήσω τη γνώση του Δαλάι Λάμα και τις ιεροτελεστίες του Τάντρα για να πνίξω κάποιον στον Ωκεανό της σοφίας μου και όχι για να προσευχηθώ στο Θεό για τη ζωή και την ειρήνη, όπως προβλέπεται. Είναι καλή λύση το μοναστήρι, είμαι σίγουρη πια. Η γνώση είναι δύναμη κι εγώ πρέπει να είμαι δυνατή, πανέτοιμη για όλα, ειδικά αν χρειαστεί μια μέρα να παλέψω για τη γυναίκα που αγαπώ και που την θέλω για δική μου.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Για τους φίλους μιλάνε σε χρόνο Ενεστώτα

Μαΐου 13, 2009 · 42 σχόλια

drinking-

 

Με λένε Φλωράνς και είμαι η ιδιοκτήτρια ενός καφενείου στο κέντρο της Οστάνδης. Η Οστάνδη είναι από τις πιο γραφικές πόλεις του Βελγίου, γι’ αυτό και πολλοί Φλαμανδοί ζωγράφοι την επέλεξαν για θέμα στους πίνακές τους. Η αχανής παραλία της πόλης μου απλώνεται λυπημένη και αμμώδης και, λίγο πιο μέσα, η Βόρεια Θάλασσα έχει πάντοτε εκείνο το μελαγχολικό γκριζογάλανο χρώμα που δανείζεται από τον ουρανό και τα βαριά σύννεφά του. Κάποιος πελάτης μού είχε πει μια μέρα πως η θάλασσα είναι ο καθρέφτης του ουρανού, γι’ αυτό και έχει πάντα το ίδιο χρώμα με κείνον. Μου φάνηκε παράξενο, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Έκτοτε, κάθε φορά που κοιτάζω τη θάλασσα ξέρω πως είναι σα να κοιτάζω ταυτόχρονα τον ουράνιο καθρέφτη της και τότε νιώθω σα να γνωρίζω ένα πολύτιμο μυστικό.

 Το καφενείο μου ονομάζεται «Λούβρο». Στο Παρίσι δεν έχω πάει ποτέ, ελπίζω όμως να κάνω αυτό το ονειρεμένο ταξίδι μόλις βγω στη σύνταξη. Από μικρή σχεδίαζα φανταστικά ταξίδια και περιπλανήσεις σε άγνωστους τόπους, συναντήσεις με μυστηριώδεις ξένους, περιπετειώδεις εξερευνήσεις σε τροπικά δάση και αχανείς πρωτεύουσες. Με  τις σκέψεις και τα λόγια έχτιζα ανώγεια και κατώγεια, που λέει κι η παροιμία. Κοντεύω τα εξήντα και από το Βέλγιο δεν έχω ξεμυτίσει ούτε μία φορά. Δεν παραιτούμαι όμως. Κάποια μέρα θα κάνω το γύρο του κόσμου ξεκινώντας από το Λούβρο, όπως ο Γκράχαμ Γκριν που έφτανε από τις Βρυξέλλες στη Βιέννη διασχίζοντας το Παρίσι.

 Το μαγαζί ανοίγει κάθε μέρα στις επτά. Έρχομαι πρώτη, στήνω τις καρέκλες και ξεσκονίζω τα τραπέζια. Ανοίγω τα μεγάλα τζαμωτά παράθυρα να αεριστεί ο χώρος και να φύγει η τσιγαρίλα της νύχτας. Μου αρέσει η ησυχία του πρωινού, την απολαμβάνω. Μετά σφουγγαρίζω, μοιράζω τα τασάκια στα τραπέζια κι ανάβω τη μηχανή του καφέ να ζεσταίνεται. Κατά τις επτάμισι αρχίζουν να καταφθάνουν οι πρώτοι πελάτες. Οι κοπέλες μου με βοηθάνε, η Νέλλυ και η Λώρα, πιάνουν δουλειά στις οκτώ. Νωρίτερα δεν έχει κόσμο, δεν τις χρειάζομαι. Ο καιρός είναι συνήθως βροχερός, χειμώνα καλοκαίρι, και λίγο πριν πιάσουν δουλειά οι γείτονες  περνάνε για μια καλημέρα κι ένα ζεστό καφέ. Καμιά φορά μπαίνει και κανένας περαστικός, σπάνια όμως. Πότε πότε σερβίρω και κάνα κρουασάν ή τίποτα κέικ, αν τύχει κι είμαι ξεκούραστη το βράδυ και προλάβω να καταπιαστώ με την κουζίνα. Έτοιμα δεν παίρνω ποτέ, δεν έχουν γεύση. Κυρίως όμως σερβίρω καφέδες και μπίρες.

 Χτες το πρωί, με το που τελείωσα το μάζεμα του μαγαζιού κι είχα μόλις ανάψει την καφετιέρα ήρθε ο Ερρίκος. Είναι ο ένοικος του τρίτου ορόφου, συγγραφέας και φίλος. Κατεβαίνει καθημερινά με τα χαρτιά και τα μολύβια του και παραγγέλλει τον καφέ του στο γωνιακό τραπεζάκι, το πιο ήσυχο. Άπλωσε τα τεφτέρια και τα βιβλία του και, όπως πάντα, έστριψε τσιγάρο και στράφηκε προς το πάρκο. Η θέα έξω από τη τζαμαρία ήταν όμορφη. Η μέρα είχε φέξει για τα καλά και ο αέρας βούιζε σκορπίζοντας παντού ξερά φύλλα και κλαράκια από τα δέντρα. Σέρβιρα τον καφέ με τις τρεις ζάχαρες στον Ερρίκο και κάθισα δίπλα του στον ξύλινο πάγκο. Μείναμε για λίγη ώρα να χαζεύουμε το σκουπιδιάρικο που άδειαζε τους κάδους και μετά ανταλλάξαμε δυο τρεις λέξεις για το βιβλίο του. Ο Ερρίκος γράφει ένα μυθιστόρημα. Μέσα εκεί λέει για τη γυναίκα του που τον άφησε πριν δυο χρόνια κι έφυγε για τη Γερμανία μαζί με έναν εικοσάχρονο φοιτητή του από το πανεπιστήμιο. Μεγάλος καημός αυτή η γυναίκα, καταστροφή. Έκτοτε παράτησε τα μαθήματα και γράφει βιβλία. Για την ακρίβεια, ξεκίνησε να γράφει το συγκεκριμένο βιβλίο και, απ’ ό, τι φαίνεται, μέχρι το τέλος με δαύτο θα παλεύει.

 Το μαγαζί γέμισε κατά τις εννιά, και τα κορίτσια δεν προλάβαιναν να σερβίρουν μπίρες και καφέδες. Οι περισσότεροι ζητάνε συνήθως μπίρα, παρόλο που είναι πρωί. Τα βαρέλια δεν ησύχαζαν, οι κάνουλες τρέχανε συνεχώς. Εγώ προτιμώ να εξυπηρετώ στον πάγκο, γιατί είναι λιγότερο κουραστικό και τώρα με τους κιρσούς τα πόδια μου δε βαστάνε. Η πόρτα άνοιγε κάθε τόσο κι άλλος έβγαινε άλλος έμπαινε, σε δουλειά να βρισκόμαστε. Ο Ερρίκος είχε τελειώσει προ πολλού τον καφέ του κι έπινε ήδη το τρίτο κονιάκ της ημέρας. Όπως πάντα, ήξερα πως μέχρι το μεσημέρι θα κατέβαζε ολόκληρο το μπουκάλι. Όταν τον είδα να βάζει το χέρι του την τσέπη δεν φαντάστηκα. Νόμισα πως έψαχνε το σακουλάκι με τον καπνό και τα τσιγαρόχαρτα ή έστω το σημειωματάριό του, ένα βιβλιαράκι γεμάτο μουτζούρες που όλο το ξεφύλλιζε σκεπτικός. Δεν φαντάστηκα.

 Κόντευε πια μεσημέρι. Η Λώρα είχε καταπιαστεί με την καφετιέρα και η Νέλλυ μοίραζε παγωμένα ποτήρια και μπουκάλια στους πελάτες. Εγώ σέρβιρα στον πάγκο και μάζευα τα ποτήρια και τα φλιτζάνια στο νεροχύτη. Ο Ερρίκος έπινε με νευρικότητα και φαινόταν κάπως ανήσυχος. Έξω ο αέρας λυσσομανούσε και κάθε που μπαινόβγαινε κάποιος ένα παγωμένο κύμα όρμαγε σαν σίφουνας. Το μαγαζί ήταν σχεδόν γεμάτο και η καπνίλα άρχιζε να με τσούζει στα μάτια. Πέρασα ανάμεσα στους θαμώνες και άνοιξα την πόρτα να πάρουμε αναπνοή.  Χαιρέτισα τον καραφλό Τούρκο στο απέναντι σουβλατζίδικο και στάθηκα στο κατώφλι να πω μια καλημέρα στη Νίκη τη μανάβισσα που πέρναγε με το σκύλο της για την αγορά. Οι πάγκοι της λαϊκής ήταν από νωρίς στημένοι στην πλατεία και οι πωλητές διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με δυνατή φωνή. Κοίταξα τα κατακόκκινα μήλα και τις φρέσκιες αγκινάρες, τα δροσερά σπανάκια και τα σέλινα στα καφάσια. Ένιωσα τυχερή για εκείνη τη μικρή στιγμή που ήμουν ζωντανή και κοίταζα όλα αυτά τα αγαθά της γης απλωμένα μπροστά μου. Παρόλο τον παλιόκαιρο η λαϊκή είχε κόσμο. Ξαναμπήκα στο μαγαζί κλείνοντας πίσω μου την πόρτα ξυλιασμένη.

 Αγαπώ τη ζωή και πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι ευγνώμονες για το θείο δώρο που τους χαρίστηκε. Όποιος αξιώθηκε να γεννηθεί στη γη θα έπρεπε να γνωρίζει πόσο τυχερός είναι και να προσπαθεί να ζει τη ζωή του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με σέβας, αισιοδοξία, κόπο για κάτι καλύτερο. Η ζωή είναι ωραία και μακάρι να μπορούσε να διαρκέσει όσο περισσότερο γίνεται για όλους. Όταν ακούστηκε ο εκκωφαντικός θόρυβος από το γωνιακό τραπέζι το μαγαζί πάγωσε. Σαν να έγινε σεισμός όχι κάτω από τα πόδια μας μα μέσα στα αυτιά μας. Γυαλιά από τη τζαμαρία πετάχτηκαν ολόγυρα, κάποιοι πέσανε στο πάτωμα έντρομοι παρασέρνοντας ποτήρια, άλλοι έσκυψαν να καλυφθούν κάτω από το τραπέζι τους, τα κορίτσια έμπηξαν τις φωνές και όλοι μαζί στραφήκαμε έντρομοι προς το σημείο του πανικού. Ο Ερρίκος ήταν πεσμένος στον ξύλινο πάγκο. Τα μυαλά του ήταν χυμένα στο κάθισμα, ανάκατος εγκέφαλος με αίμα και μαλλιά. Κραυγές και πανικόβλητες λέξεις ακούγονταν από παντού, ένας παγωμένος τρόμος κυρίευσε το χώρο. Ο κόσμος ξεχυνόταν όπως όπως έξω από το μαγαζί.  Έτρεξα προς το μέρος του και στάθηκα πανικόβλητη μπροστά του. Το θέαμα και η μυρωδιά από τον πυροβολισμό και το φρέσκο αίμα μου έφεραν αναγούλα. Βρέθηκα να ξερνάω δίπλα στο κομματιασμένο κεφάλι του φίλου μου κλαίγοντας με λυγμούς και τρέμοντας σαν ψάρι.

 Στο τραπεζάκι του Ερρίκου βρέθηκε, εκτός από το μισοτελειωμένο του κονιάκ και το πακέτο με τον καπνό του, ένα βιβλίο γερμανικής ιστορίας που δίδασκε στο πανεπιστήμιο, ένα μολύβι Faber Kastel, μερικές άγραφες σελίδες από μπλοκ με γραμμές και το τεφτέρι του, χωμένο κάτω από μια ντάνα μουτζουρωμένες σελίδες γεμάτες σημειώσεις και αφηρημένα σχέδια. Λίγο πιο πέρα έχασκε άδειο ένα πακετάκι από τσιγαρόχαρτα Drum. Οι έρευνες της αστυνομίας έδειξαν πως, φυσικά, επρόκειτο για αυτοκτονία και η σωρός του Ερρίκου μεταφέρθηκε στη Γάνδη, όπου και αποτεφρώθηκε παρουσία κάποιων συγγενών και κάνα δυο φίλων. Την ώρα που το φέρετρο τυλιγόταν στις φλόγες σκέφτηκα πως, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, στην τελευταία μουτζουρωμένη σελίδα της ντάνας του υπήρχε γραμμένη με μεγάλα μαύρα γράμματα η λέξη «Τέλος». Το μυθιστόρημα του Ερρίκου είχε ολοκληρωθεί εκείνο το μεσημέρι. Μαζί με αυτό και η ζωή του.

 Η ζωή είναι δώρο. Ποιος μπορεί όμως να την αντέξει όταν έχει γίνει πια ένα απάνθρωπο μαρτύριο που πονά και υπενθυμίζει κάθε στιγμή το θάνατο; Ποιος είναι τόσο σοφός και αρκετά δυνατός για να υπομένει τα χτυπήματά της καρτερικά και με ανεξάντλητο θάρρος; Ο Ερρίκος έγραψε τέλος και δραπέτευσε μέσα από τη τζαμαρία του Παρατατικού της ζωής του εκείνο το χειμωνιάτικο μεσημέρι, αφήνοντας πίσω του ένα μυθιστόρημα και μερικά κόκκινα σημάδια στο ξύλινο πάτωμα του καφενείου «Λούβρο», στο κέντρο της Οστάνδης. Εγώ λέω να βγω πρόωρα στη σύνταξη και να αφήσω το μαγαζί στις κοπέλες. Είναι καιρός να ξεκινήσω εκείνο το πολυπόθητο ταξίδι στον κόσμο, σαν τον Γκράχαμ Γκριν που έφτανε από τις Βρυξέλλες στη Βιέννη διασχίζοντας το Παρίσι. Ήρθε πια η ώρα να επισκεφτώ το Λούβρο, να περιπλανηθώ σε ξένους τόπους, να κουβεντιάσω με αγνώστους για το δώρο της ζωής που ονειρεύομαι να ζήσω και για ένα φίλο συγγραφέα που σταμάτησε να ζει, μιλώντας τους γι’ αυτόν σε χρόνο Ενεστώτα.

(COIL: All the pretty little horses)

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Mrs Poldo

Μαΐου 6, 2009 · 46 σχόλια

sausages

Με λένε Μαρία, εκ του Μαριάνθη. Είμαι μια πενηντάχρονη νοικοκυρά που αγαπά πολύ τα λουκάνικα. Όταν θέλουν να με πειράξουν με φωνάζουν κυρία Πόλντο, από εκείνο τον ήρωα των κινουμένων σχεδίων που μπουκωνόταν με λουκάνικα και χάμπουργκερ χωρίς να τα βαριέται ποτέ. Τρώω λουκάνικα για πρωινό, για δεκατιανό, για μεσημεριανό, για βραδινό.  Σε κάθε συνταγή που μαγειρεύω υπάρχει λίγο λουκάνικο, πότε χωριάτικο, πότε Φρανκφούρτης, πότε Στρασβούργου, πότε γαλοπούλας, πότε χοιρινό. Από μικρή λάτρευα αυτά τα μαλακά μπαστουνάκια με το ροζουλί χρώμα που έσταζαν θολές σταγόνες αλατόνερο με το που τα έβγαζα από το πλαστικό σακουλάκι τους και πριν καν φτάσω σπίτι τα είχα καταβροχθίσει με βουλιμία. Θυμάμαι πως η μητέρα μου με μάλωνε κάθε φορά που επέστρεφα από το μπακάλη με ένα τρόφιμο λιγότερο από όσα είχε σημειώσει στη λίστα. Δεν με πείραζε όμως, ούτε με φόβιζε η αντίδρασή της. Όσο μπορούσα να γεύομαι τα αγαπημένα μου κρεατομπαστουνάκια εγώ ήμουν ευτυχισμένη.

 Μεγαλώνοντας άρχισα να πηγαίνω σε εστιατόρια με φίλους, σε ταβέρνες και ουζερί, σε μπάρμπεκιου όπου με καλούσαν οι γείτονες και κάθε φορά καταβρόχθιζα τεράστιες ποσότητες από την αγαπημένη μου τροφή, απολαμβάνοντας τις ωραιότερες γεύσεις που μπορούσε να μου προσφέρει η κάθε γαστριμαργική μου περιπέτεια. Την μεγαλύτερη έκπληξη την είχα νιώσει όταν, κάποια Πρωτομαγιά, ένας θείος μου έφερε κάτι σκεβρωμένα και βαθυκόκκινα λουκάνικα που τρώγονταν ωμά, όπως διευκρίνισε.  Αρχικά τα κοίταξα με δυσπιστία, κατόπιν πλησίασα στη μύτη μου το μαραμένο λουκάνικο και εισέπνευσα βαθιά την καπνιστή μυρωδιά του. Δαγκώνοντας διστακτικά την ακρούλα του ένιωσα πως άγγιζα την έκσταση. Τέτοια αρωματική και πικάντικη γεύση δεν είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ. Θυμάμαι επίσης πως η μυρωδιά από εκείνα τα νεόφερτα λουκάνικα-αποκάλυψη παρέμεινε στα χέρια μου μέχρι το βράδυ εκείνης της μέρας, όταν επιστρέφοντας στο σπίτι αναπολούσα την εξαιρετική γεύση φέρνοντας κάθε τόσο τα δάχτυλά μου στη μύτη.

 Παντρεύτηκα με προξενιό ένα καλό παλικάρι, συντοπίτη μου, λίγο πριν κλείσω τα είκοσι. Ο Πέτρος ήταν ο γιος του χασάπη του χωριού και η οικογένειά τους ήταν αξιοσέβαστη και εργατική. Όλοι με μακάριζαν για την καλή μου τύχη να παντρευτώ ένα τόσο άξιο παιδί, δουλευταρά και λεβεντόπαιδο, εμένα όμως η μεγαλύτερη ευτυχία μου κρυβόταν πίσω από τους πάγκους του μαγαζιού τους, εκεί δίπλα στο ψυγείο, στη μεριά με τα τσιγκέλια. Από εκείνα τα μαυριδερά μαντεμένια τσιγκέλια κρέμονταν αλυσίδες από τα πιο λαχταριστά λουκάνικα που είχα αντικρύσει στη ζωή μου. Σαν μικρά κοσμήματα φάνταζαν στα αχόρταγα μάτια μου. Ονειρευόμουν πως τα πέρναγα σαν κολιέ γύρω από το λαιμό, κρατώντας τη μια άκρη στο χέρι και ροκανίζοντας σιγά σιγά τον κάθε κρίκο του δυσεύρετου θησαυρού μου. Αρκετές φορές ζητούσα του Πέτρου να φέρει μερικά στο σπίτι, και μα το Θεό, ποτέ δεν τα τσιγκουνεύτηκε.

 Η πρώτη μας κόρη, η Άννα, γεννήθηκε κατακαλόκαιρο, κι ήταν το πιο τροφαντό μωρό του χωριού. Τα ρόδινα μαγουλάκια της ήταν αφράτα σαν τσουρεκάκια και τα παχουλά της δάχτυλα έμοιαζαν με λουκανικάκια έτοιμα να γίνουν μια χαψιά. Όλο το χωριό την καμάρωνε, κι εγώ δεν σταματούσα να την λιμπίζομαι λεπτό. Τις νύχτες στεκόμουν πάνω από το κρεβατάκι της, την κοιτούσα να πιπιλάει τον αντίχειρα του αριστερού της χεριού και μου τρέχανε τα σάλια. Όταν ζωγραφίζαμε της άρεσε να βουτάει τα χέρια της μέσα στις πολύχρωμες μπογιές, αλλά η αγαπημένη της ήταν η ροζ, που της θύμιζε, όπως έλεγε, τα τρία γουρουνάκια. Εγώ σκεφτόμουν τι ωραίο γουρουνάκι που ήταν το ίδιο το κοριτσάκι μου και καμάρωνα που αυτό το τόσο ορεκτικό παιδί ήταν δικό μου. Η δεύτερη κόρη μας γεννήθηκε ένα χειμώνα μετά, κι ήταν λεπτή και μαυριδερή σαν κατσιασμένος καλικάτζαρος. Καμία σχέση με το χαϊδεμένο μου πρωτότοκο αφράτο λουκανικάκι. Λουίζα το όνομά της, από την πεθερά μου.

 Την αγάπη μου για τα λουκάνικα την κληρονόμησε το καλικατζαράκι. Η μεγάλη, προς μεγάλη μου έκπληξη, ούτε να τα μυρίσει δεν ήθελε η αρχόντισσα. Αντιθέτως, το μικρό μαυριδερό σαμιαμίδι μπορούσε να καταβροχθίζει ορεξάτα τεράστιες ποσότητες καθημερινά, χωρίς να παίρνει δράμι. Σε κάθε διάλειμμα του σχολείου προλάβαινε και κατέβαζε ένα σακουλάκι βραστά λουκάνικα, επιστρέφοντας στο σπίτι έψαχνε να εντοπίσει τις ροδέλες του χωριάτικου μέσα στη σούπα, ανακάτευε τα αυγά στο τηγάνι για να προλάβει κα τσιμπήσει όλο το κρεατικό, έμπαινε ολόκληρη σχεδόν μέσα στο φούρνο για να ξεχωρίσει τα ψητά λουκανικάκια από τα φασόλια γίγαντες που σιγοψήνονταν στο ταψί ανάμεσα στα καρότα και τα σέλινα. Μέσα στα σάντουιτς έκρυβε πάντοτε δυο τρία ξεγυρισμένα και στις πίτσες ζήταγε διπλή μερίδα καυτερό αλλαντικό. Μέχρι κι εγώ είχα σηκώσει τα χέρια ψηλά με αυτό το κορίτσι και αναρωτιόμουν μήπως έπασχε από καμιά ασθένεια, μπας και είχε ταινία και δεν της φτούραγε μπουκιά.

 Ο Πέτρος είχε αδυναμία στο στερνοπαίδι μας, στα όπα όπα την είχε. Την χάζευε περήφανος να καταπίνει τις τεράστιες μπουκιές από τα χειροποίητα λουκάνικα που ο ίδιος φρόντιζε να φέρνει στο σπίτι καθημερινά και άνοιγε το φυλλοκάρδι του. Με το που έκλεισε τα δώδεκα άρχισε να την παίρνει μαζί του στο μαγαζί, να τον βοηθάει. Με τι χαρά τύλιγε στις λαδόκολλες τα αφράτα λουκανικάκια και τις κόκκινες μπριζόλες, δεν περιγράφεται. Φερόταν ήδη σαν αφέντρα του μαγαζιού, φιλική κι ευγενική με τους πελάτες, γαλαντόμα στις μερίδες και ξυράφι στο λογαριασμό. Η μεγάλη προτιμούσε τις νερομπογιές και τα πινέλα της, άντε και κάνα μυθιστόρημα, ροζ πάντα, ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά στο βελούδινο καναπέ του σαλονιού, με ένα φλιτζάνι τσάι και τα εκλεκτότερα μπισκότα βουτύρου της αγοράς. Ζαχαρωτό το κοριτσάκι μου, ξεχείλιζαν τα παχάκια της από παντού, ευωδίαζε φρέσκο βούτυρο και σοκολάτα γάλακτος. Όταν επέστρεφαν στο σπίτι ο πατέρας και η κόρη, το φραμπαλάδικο αγγελουδάκι μου ανέβαινε στο δωμάτιό του, απαξιώντας να φάει μαζί με τους «δύσοσμους εκδορείς», όπως τους αποκαλούσε. Αυτοί την στραβοκοίταζαν μα δεν έβγαζαν άχνα, ξέροντας πως αν πείραζαν την Άννα θα είχαν να κάνουν μαζί μου. Αυτό όμως το απέφευγαν συστηματικά γιατί ήξεραν καλά πως δεν τους συνέφερε να με εκνευρίσουν.

 Την ημέρα που τσάκωσα το σκιάχτρο να κοροϊδεύει και να βασανίζει την Άννα μου αποκαλώντας την «λιπαρό γουρούνι του καναπέ, άχρηστη και χαραμοφάισσα» πετώντας της τα μαξιλάρια του καναπέ στο θεϊκό της προσωπάκι, ο νους μου θόλωσε και έδρασα χωρίς να σκεφτώ. Την έβαλα κάτω και την έδεσα σε μια καρέκλα στην κουζίνα, άνοιξα το ψυγείο, έβγαλα ένα πακέτο λουκάνικα και άρχισα να της τα χώνω στο στόμα, το ένα μετά το άλλο, χωρίς να περιμένω καν να τα μασήσει. Πνίγηκε μετά από λίγο, καθώς η αγαπημένη της τροφή μπούκωνε το στραβοχυμένο στόμα της κόβοντάς της την ανάσα και φτάνοντας αμάσητη ως τον οισοφάγο της. Με δέκα-δώδεκα λουκάνικα είχαμε τελειώσει. Την έλυσα και την άφησα στο πάτωμα, μπουκωμένη λουκάνικα και σάλια. Έτρεξα να παρηγορήσω το κοριτσάκι μου, που στεκόταν μουτρωμένο στο σαλόνι. Όταν την πήγα μέσα και είδε τι είχε συμβεί στην κουζίνα κρεμάστηκε στο λαιμό μου και άρχισε να με γεμίζει φιλιά. «Επιτέλους, τώρα που βγήκε από τη μέση το σκιάχτρο, μπορούμε να ζήσουμε ήσυχα τη ζωή μας! Και για να δεις πόσο σε αγαπάω, καλή μου μανούλα, να, μέχρι και λουκάνικο θα φάω για χάρη σου», αναφώνησε η αγάπη μου κι έχωσε για πρώτη φορά στο στόμα ένα από τα λουκάνικα με τα οποία είχα δολοφονήσει την αδερφή της, μασώντας το απολαυστικά και κοιτώντας με στα μάτια όπως δεν με είχε ξανακοιτάξει ποτέ μέχρι εκείνη τη μέρα.

(Στη Βούλα, που με μια λέξη της έγινε η αιτία γι’ αυτό εδώ το ποστ)

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Κλικ

Απριλίου 3, 2009 · 16 σχόλια

hat5roses_williamklein1

Με λένε Στέφανο και είμαι φωτογράφος. Η φωτογραφία είναι η κατ’ εξοχήν οπτική τέχνη και το όπλο της είναι ένας φακός 28mm που αντί για σφαίρες πυροβολεί κλικ. Μου αρέσει να φωτογραφίζω γυναίκες και αστικά τοπία. Η εξοχή δεν με ήλκυσε ποτέ. Όλες  τις φωτογραφίσεις μου τις κάνω σε παλιές αποθήκες, σε εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτίρια, σε πολυσύχναστους δρόμους ή σε πολυτελή ξενοδοχεία του κέντρου. Ενθουσιάζομαι κλέβοντας στιγμές από γυναίκες που τρώνε, περπατάνε, κοιτάζουν το κενό χωρίς σκοπό και προοπτική. Η Νέα Υόρκη προσφέρεται για τις προτιμήσεις μου, μιας και εδώ υπάρχει πάντοτε κάτι καινούριο να ανακαλύψει κανείς, πόσο μάλλον αν είναι καλλιτέχνης  και χρειάζεται διαρκώς νέες εικόνες μπροστά στα μάτια του. Αυτή η πόλη υπήρξε ανέκαθεν ένα φωτογραφικό ποίημα που δεν βαρέθηκα ποτέ να εξερευνώ σαν ερωτευμένος.

 

Κάτω από την πορνογραφική τους επιφάνεια, σε όλες τις φωτογραφίες μου είναι ιδιαίτερα έντονη η προσπάθεια που καταβάλλω κάθε φορά μπροστά σε κάθε μοντέλο μου προκειμένου να το κατακτήσω. Ως αντικείμενο της τέχνης μου, ως γυναίκα, ως εικόνα. Ως τελικό δημιούργημά μου. Όλα αυτά είναι σαφή αρκεί να παρατηρήσει κανείς κάπως πιο προσεκτικά τις φωτογραφίες μου, οι οποίες δεν είναι μόνο ατοπήματα της αρσενικής φαντασίας μα και καδραρισμένα κομματάκια ενός ερωτικού παζλ που αποτελεί την ίδια μου τη ζωή, το παρελθόν και το μέλλον μου.

 

Οι μυστικοί μου πόθοι, οι κρυφές ανάγκες μου και οι διαδρομές των εκάστοτε ερωτικών ιστοριών μου είναι εν πολλοίς η κινητήρια δύναμη της τέχνης μου. Μερικές φορές οι συλλογές φωτογραφιών στις οποίες ποζάρει κάποια ερωμένη μου μετουσιώνονται στο νου μου σε οικογενειακό λεύκωμα συναισθημάτων και πολύτιμων στιγμών ζωής. Αυτές ειδικά οι φωτογραφίες χαρακτηρίζονται από την ακατέργαστη ματιέρα του παθιασμένου έρωτά μου για τη γυναίκα που στέκεται μπροστά στο φακό μου και αντικατοπτρίζουν μια ιδιωτική οπτική της ανταλλαγής αισθημάτων, υγρών και ιδεών ανάμεσά μας. Αυτές οι φωτογραφίες είναι κάθε φορά τα μικρά πορτρέτα μιας περιόδου της ζωής μου που απαθανατίζεται πάνω σε χάρτινα σύμβολα αφοσίωσης και αιώνιας τρυφερότητας για το γυναικείο σώμα.

 

Παλιότερα εντόπιζα τα μοντέλα μου σε οίκους ανοχής ή κατευθείαν στο δρόμο. Οι κοπέλες του Μπρονξ χαιρόντουσαν όταν με έβλεπαν, γιατί ήξεραν πως θα τις πλήρωνα καλά και μάλιστα χωρίς καν να τους ζητήσω τις γνωστές υπηρεσίες τους. Συνήθως τις έβαζα να ποζάρουν μέσα στο χώρο εργασίας τους, ξαπλωμένες στο κρεβάτι, όρθιες σε κάποιο παράθυρο, καθώς πλένονταν στο μπάνιο, πάνω από το τασάκι την ώρα που έσβηναν ένα τσιγάρο. Στις μορφές τους αντικατοπτρίζονταν όλες οι νεράιδες των αγαπημένων παιδικών μου μύθων. Μου άρεσε να συζητώ μαζί τους και να τραβάω τα κλισέ μου με φυσικότητα, απαθανατίζοντας όχι μόνο το βλέμμα τους μα και τις λέξεις που έβγαιναν από το στόμα τους και για ένα νανοσεκόντ ακινητοποιούνταν ακριβώς έξω από τα χείλη τους σαν εκκρεμή μόρια ήχου. Η ξεπεσμένη και κάπως νοσηρή γοητεία τους λειτουργούσε σαν μαγικό φίλτρο για το φακό μου, ο οποίος έμοιαζε να κινείται αυτόνομα εξερευνώντας ακόρεστα τα μυστικά τοπία του σωματικού και ψυχικού τους κάλλους.

 

Στην Πέμπτη Λεωφόρο τα κορίτσια είναι αμέτρητα και σχεδόν πάντα βιαστικά. Η πρώτη φορά που μια κοπέλα τράβηξε την προσοχή μου, εντελώς τυχαία, ήταν έξω από μια βιτρίνα εσωρούχων όπου παρουσιαζόταν η καινούρια συλλογή μιας διάσημης σχεδιάστριας και το μαγαζί έσφυζε από πελατεία. Η Τζιλ στεκόταν και χάζευε ένα ροζ εσώρουχο στολισμένο με μια μαύρη δαντελλένια κορδέλα και μικρά ροζ τριαντάφυλλα. Η ρωμαλέα σωματική χάρη της ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το μικροσκοπικό κομματάκι ύφασμα που είχε απορροφήσει το βλέμμα της –καθώς την κοιτούσα μαγνητισμένος παρατήρησα πως το πορτρέτο της ήταν μια κανονική αντανάκλαση στο κρύσταλλο της βιτρίνας. Τράβηξα τη φωτογραφία και με το πρώτο κλικ στράφηκε προς το μέρος μου και με κοίταξε κάπως επιθετικά. Γνωριστήκαμε Σεπτέμβριο και μέχρι το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς είχα ήδη ολοκληρώσει τη συλλογή του επόμενου έτους, την οποία ονόμασα «Αντανακλώντας την Τζιλ» και της την αφιέρωσα εξ ολοκλήρου.

 

Η έκθεση ήταν αστραφτερή, η γκαλερί γεμάτη διασημότητες και η Τζιλ μου ένα υπέρλαμπρο αστέρι μέσα στο ασημένιο μινιμαλιστικό της φόρεμα που έκρυβε ελάχιστα από τους θεϊκούς γλουτούς της και τα απολύτως απαραίτητα από τα αγαλματένια της στήθη. Χωρίσαμε όταν αποφάσισε να παντρευτεί τον κατά είκοσι χρόνια πρεσβύτερό της και σαφώς αμφισεξουαλικό  ιδιοκτήτη της γκαλερί. Ενίοτε συναντιόμαστε για ποτό στο λοφτ του γκαλερίστα στο Μπρούκλιν και αποτείνουμε φόρο τιμής στο παρελθόν τυλιγμένοι γλυκά στα ροζ σατέν σεντόνια της, πάνω στα οποία την ακινητοποιώ δένοντας τους καρπούς της στο κάγκελο του κρεβατιού με τις μαύρες κορδέλες που προβλέπει πάντοτε για αυτή τη χρήση.

 

Ως ορκισμένος υμνητής της γυναικείας σάρκας και ιδέας συνέχισα επί μήνες να περιφέρομαι στις λεωφόρους του κέντρου προς άγραν υλικού και σωμάτων. Τα φωσφορίζοντα παράθυρα κάποιου ουρανοξύστη τη νύχτα, ένας υπερχειλισμένος σκουπιδοτενεκές έξω από το Εθνικό Μουσείο, ένα μπουλούκι Γιαπωνέζων έξω από μια καντίνα, ένα σμήνος τρελαμένα πουλιά, μια ανασηκωμένη φούστα σε κάποιο παγκάκι του πάρκου ήταν για μένα πολύτιμη σοδειά της ημέρας μου που τη νύχτα κατέληγε λαμπερή εικόνα στο σκοτεινό θάλαμο των ματιών μου.

 

Η φθαρμένη ύλη της σάρκας της Άλισον ήταν μια από τις πιο ερεβώδεις στιγμές της καριέρας μου. Την πρωτοαντίκρισα, στην έξοδο του Μεμόριαλ, καθώς κατέβαινε τα μαρμάρινα σκαλιά με τρεμάμενο βήμα. Σκοντάφτοντας λίγο πριν το πλατύσκαλο του νοσοκομείου, έπεσε στα χέρια μου και την κράτησα δυνατά για να μη σωριαστεί στο έδαφος. Ο λαιμός της και ο ξεσκέπαστος ώμος της ήλκυσαν αμέσως την προσοχή μου. Δέχτηκε να φωτογραφηθεί στο στούντιο μου, όπου απαθανάτισα τις ουλές και το παραμορφωμένο από τα εγκαύματα δέρμα του κορμού της λίγο πριν την πλαστική επέμβαση που της ξανάδωσε όψη φυσιολογικού ανθρώπου πετώντας την εικόνα του τέρατος στα ιατρικά απόβλητα της επιχείρησης. Δεν κοιμηθήκαμε ποτέ μαζί, ένιωθα όμως έναν απροσδιόριστο ερωτισμό να πλανιέται ανάμεσά μας την ώρα που έτεινε τα στρογγυλά στήθη της στο φακό μου κοιτώντας με δειλά. Αυτή η αντίφαση ανάμεσα στο τολμηρό αν και παραμορφωμένο σώμα της και στο ντροπαλό βλέμμα της με ερέθιζε αφάνταστα μα τα πράγματα μεταξύ μας δεν προχώρησαν ποτέ.

 

Η Ντόροθυ ήταν ένα κλασσικό αρχιτεκτόνημα. Την έστηνα πάνω στα δεκάποντα τακούνια της και την έβαζα να βαδίζει ολόγυμνη πάνω στην παχιά μοκέτα του Πλάζα κάθε Παρασκευή βράδυ. Ξεγλιστρούσε κρυφά από την οικογενειακή της εστία κι ερχόταν να με βρει στο δωμάτιο 546 του ξενοδοχείου, γνωρίζοντας πως πέρα από σωματική ευχαρίστηση θα της χάριζα κι αυτή την ερωτική ηδονή που μόνο ο φυσικός πολιτισμός του βλέμματος μπορεί να προσφέρει, ειδικά αν διυλίζεται μέσα από το φωτογραφικό φακό κάποιου ο οποίος αγαπά ηδονοβλεπτικά και στοχεύει πάντοτε στη νοερή καρδιά της εικόνας του επόμενου κλικ του. Με τη Ντόροθυ ένιωθα κατακτητής και κατακτημένος, θύτης και θύμα, ευτυχία και οργή συγχρόνως. Οι περισσότερες φωτογραφίες μας ήταν κοινές, και τότε θεωρήθηκαν ακραίου πορνογραφικού περιεχομένου από όλα τα περιοδικά που τις έστειλα. Πέρυσι συμπεριλήφθηκαν σε ένα ερωτικό φωτογραφικό αφιέρωμα του περιοδικού Φωτογραφία και Εικόνα, στο οποίο φιγουράριζαν και κάποια κλισέ του Γουίλιαμ Κλάιν.

 

Η Σοφία είχε το πιο διεισδυτικό θηλυκό βλέμμα που αντίκρισα ποτέ. Εργαζόταν σε ένα καφενείο στο Μανχάταν και γνωριστήκαμε ένα πρωί χάρη στο καυτό ρόφημα που αναποδογύρισε στα πόδια μου προσπαθώντας να διασχίσει τα τραπέζια. Ο αφόρητα κοινότοπος τρόπος γνωριμίας μας έγινε η αιτία για πολλά ιδιωτικά αστεία και πειράγματα μεταξύ μας. Μου άρεσε πολύ να δουλεύω μαζί της. Η απλότητα των πορτρέτων της βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με τα πορτρέτα άλλων μοντέλων μου. Η εκρηκτική καθαρότητα των ματιών της ερχόταν σε σύγκρουση με την επιτήδευση των εκφράσεων σε άλλα πρόσωπά μου και αυτό την έκανε να φαντάζει εξαιρετικά ατελής και ταυτόχρονα ιδανική στα μάτια μου. Με ερωτεύτηκε ένα απόγευμα, όταν με είδε να ξοδεύω το τελευταίο μου χαρτονόμισμα γονατίζοντας μπροστά σε μια παχουλή τσιγγάνα που διάβαζε το μέλλον και στην οποία πρότεινα το αντίτιμο μιας πρόβλεψης έναντι μιας φωτογραφίας της δικής της ροζιασμένης παλάμης. Οι σκουρόχρωμες χαρακιές του χεριού της σύγχρονης Πυθίας, ο στιβαρός καρπός της με τα χρωματιστά βραχιόλια και το μικρό σημάδι στην άκρη του όρους της Αφροδίτης με συντρόφεψαν και με συντροφεύουν νύχτες ολόκληρες όταν, ανακαλώντας τα στη μνήμη μου, προσπαθώ να συλλάβω τις αιτίες των πραγμάτων και να αδράξω από μέσα τους μια εικόνα από το ζοφερό μου μέλλον.

 

Μου άρεσε να φωτογραφίζω την Κάθριν και την Έλενα σε βιομηχανικές αποθήκες γύρω από το Σέντραλ Παρκ, δίπλα από ρόδες συρματόσκοινων, πίσω από σακιά με τσιμέντο, κάτω από μαδέρια και ανάμεσα σε συσκευασίες με υλικά οικοδομών. Οι θωπείες που αντάλλασσαν μεταξύ τους λειτουργούσαν άκρως διεγερτικά τόσο για μένα όσο και για το φακό μου. Φωτογράφιζα με βιαιότητα, θέλοντας να φυλακίσω μέσα στο φιλμ μου το παραμικρό τους σκίρτημα, σωματικό και ψυχικό. Έψαχνα τα φανταστικά πάθη τους, το θρόνο της ηδονής τους και τα τάρταρα των σωμάτων τους. Ανακάλυπτα στα αγγίγματά τους αναπηρίες και ικανότητες ακροβατών Κινέζικου τσίρκου. Η φαντασία τους ήταν οργιαστικά πλούσια και δεν εξαντλούνταν ποτέ. Καθώς έτρεχα να πιάσω την καλύτερη γωνία των φιλιών και των χαδιών τους θαρρούσα πως το φως της ημέρας αλλοιωνόταν, έμοιαζε να ενσωματώνεται στη δική τους, προσωπική λάμψη και κατέληγε σε ένα αιφνίδιο πυροτέχνημα πίσω από το διάφραγμα της αγαπημένης μου Λάικα. Κλικ! Θυμάμαι πως όταν έκανε κρύο συνήθιζαν να στριμώχνονται στα πόδια μου σαν υπάκουα σκυλάκια που γλύφουν τις πατούσες του αφέντη τους για ένα κόκαλο ή για ένα μάλλινο καρό σακάκι.

 

Η Άιριν επέμενε να την φωτογραφίζω αγκαλιά με τους δυο εφήβους εραστές της, τους οποίους πολλές φορές ανάγκαζε να συνουσιάζονται μεταξύ τους, ενώ εκείνη στεκόταν και παρακολουθούσε καπνίζοντας. Όταν φωτογράφιζα αυτή την αλλόκοτη  τριάδα είχα μονίμως την αίσθηση πως έφτιαχνα μια ιστορία σε συνέχειες, απαθανατίζοντας τη μια σκηνή μετά την άλλη βιαστικά, σα να επρόκειτο για μαγικές εικόνες ενός κινούμενου βιβλίου που άλλαζε χρώμα κάθε στιγμή. Έπιανα στον αέρα την όμορφη τρυφερότητά τους, τη διεστραμμένη απόλαυσή τους, την ανάγκη τους για κάτι περισσότερο από απλό ηδονικό σεξ. Όταν τους έδειχνα τις φωτογραφίες της προηγούμενης φοράς φαίνονταν τόσο χαρούμενοι που σχεδόν με συγκινούσε να τους κοιτάζω καθώς γελούσαν ελεύθερα αφήνοντας τα τρία μελαχρινά κεφάλια να ακουμπάνε μεταξύ τους παιδικά.

 

Όλα εξελίσσονταν καλά για μένα και την τέχνη μου. Η αδρεναλίνη μου διατηρούνταν σε υψηλά επίπεδα και με γέμιζε δυναμισμό και όρεξη για δημιουργία και απόλαυση. Ταξίδευα σε ολόκληρο τον κόσμο, γνώριζα νέες χώρες, φωτογράφιζα διαρκώς καινούρια πρόσωπα και κρυμμένες συζητήσεις βλεμμάτων και νευμάτων. Εντούτοις, ως γνωστόν, σε αυτό τον καφκικό κόσμο τίποτε δεν διαρκεί επ’ άπειρον. Το χτύπημα που έμελλε να με συνθλίψει δεν άργησε να εμφανιστεί. Πριν λίγο καιρό, αιφνιδίως, διαγνώστηκα με ογκοκέρκωση προχωρημένου βαθμού. Πρόκειται για τη δεύτερη αιτία τύφλωσης παγκοσμίως, απ’ ό, τι πληροφορήθηκα, και είναι μια παρασιτική νόσος η οποία εάν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως δεν αφήνει περιθώρια ίασης στον ασθενή. Στην αρχή δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία στις διαταραχές της όρασής μου, όπως συμβαίνει σχεδόν νομοτελειακά με τα σημαντικότερα πράγματα της ζωής μας. Όταν προχώρησε αρκετά η ενόχληση, δυστυχώς πολύ αργά για θεραπεία, επισκέφτηκα διάφορους γιατρούς οι οποίοι απλώς επιβεβαίωσαν το αρχικό πόρισμα.

 

Σταδιακά παρατηρώ πως η όρασή μου βυθίζεται όλο και βαθύτερα στο χιόνι. Είναι πλέον ζήτημα χρόνου να τυφλωθώ εντελώς. Η επίγνωση του επερχόμενου τέλους έχει πάνω μου παράξενη επίδραση. Είναι Αύγουστος και τις νύχτες κοιμάμαι με ανοιχτό παράθυρο. Από τον εικοστό όροφο του κτιρίου μου προσπαθώ να αφουγκραστώ τον απόηχο του δρόμου γυμνάζοντας την ακοή μου έναντι της όρασης. Τότε έρχεται στο νου μου η παλάμη εκείνης της μάντισσας που δεν την άφησα να μου διαβάσει το μέλλον, προτιμώντας να αγοράσω μια εικόνα του δικού της. Ο οιωνός κρυβόταν εκεί. Μέσα στους χαραγμένους ρόζους της νιώθω να διακρίνω κάποια νοερά μηνύματα που μου στέλνει το παρελθόν, μεταμφιέζοντας το φόβο σε ελπίδα και το μέλλον σε κάτι αβέβαιο και στιγμιαίο, με μικρή, ελάχιστη διάρκεια, ίσως παρόμοια με εκείνη του τελευταίου κλικ τις φωτογραφικής μηχανής μου, λίγο πριν νιώσω το επερχόμενο κενό.

 

 

(The Cure: Pictures of you)

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: