Χτες ο πατέρας μου μού έδωσε ένα πεντοχίλιαρο να πληρώσω το φροντιστήριο. Τα δίδακτρα του Νοέμβρη τα πλήρωσα προχτές. Του Δεκέμβρη μετά τα Χριστούγεννα. Δε φταίω εγώ. Με δύο κατοστάρικα χαρτζιλίκι τη βδομάδα ούτε τυρόπιττα δεν αγοράζω αλλά πού να πάρει χαμπάρι ο τσιγκούναρος. Με το πεντοχίλιαρο θα πάω για μπίρες το Σάββατο και θα περάσω κι από την Ελένη μια βόλτα. Μια χαρά μού’ κατσε, δε λέω.
«Τι βλέπω Βαγγέλη, καινούριο ποδήλατο;», με ρώτησε η Αφροδίτη στο σχολείο. Είχα πάρει το Μότο Κρος μαζί, έτσι για να το δείξω λίγο. Όλοι μαζεύτηκαν γύρω μου και το χάζευαν. Βασιλιάς ένιωθα, μεγάλη κυρίλα. Τα αγόρια της τάξης είχαν λυσσάξει από τη ζήλεια τους, τέτοιο όχημα κανένας δεν κυκλοφορεί σε ολόκληρο το λύκειο. Τα κορίτσια χασκογέλαγαν και καλά, τις έβλεπα εγώ όμως, γυάλιζε το ματάκι τους.
«Ναι, τώρα το αγόρασα», είπα στην Αφροδίτη. «Με δικά μου λεφτά, οι γονείς δεν μου έδωσαν μία».
«Έπιασες δουλειά Βαγγελάκη και δεν το ξέρουμε;» μου κόλλησε το τσουλάκι.
«Ναι, γαμάω γριές τα Σαββατόβραδα και μου δίνουν χαρτζιλίκι. Τραβάς κάνα ζόρι Αφροδιτούλα;», άναψα εγώ. Η συζήτηση με αυτό το κορίτσι δεν έχει νόημα. Πάντα κάνει το παν για να με νευριάσει. Τελείως ξενέρωτη γκόμενα. Απορώ τι της βρίσκουν και τρέχουν όλοι πίσω της. της γύρισα την πλάτη και συνέχισα να χαζεύω με τους άλλους.
Μετά από αυτό δε μιλήσαμε άλλο. Έφυγα για το σπίτι όλο νεύρα. Κλείστηκα στο μπάνιο και τράβηξα μια γερή μαλακία, μία ώρα έμεινα μέσα. Την σκεφτόμουν συνεχώς. Με τσάντισε το πουτανάκι, ήθελα να της πετάξω τα μάτια έξω. Τρεις ώρες έκανα να συνέλθω, και με τους Μετάλλικα στη διαπασών. Μετά κατέβηκα στην κουζίνα. Η μαλακία πάντα με κάνει και πεινάω. Η μάνα μου είχε μαγειρέψει κάτι ντολμαδάκια, αλλά πάνω στο τραπέζι είχε κι ένα πιάτο γεμιστά. Η πιπεριά ήταν μισοφαγωμένη. Τα καθάρισα στο πι και φι και την έκανα για του Νύση που είχαμε ραντεβού. Στη μάνα μου είπα ότι πήγαινα Αγγλικά.
Ο Νύσης είναι ο κολλητός μου. Έμεινε στην ίδια τάξη πέρυσι και το σταμάτησε το σχολείο. Από τότε δουλεύει οικοδομή, μεταφέρει έπιπλα στα σπίτια, κάνει ό, τι βρει. Πριν κάνα μήνα έπεσε με τη μηχανή και έκανε τα μούτρα του κιμά. Γέμισε το κούτελό του ράμματα, τα ρουθούνια του είναι στραπατσαρισμένα, μοιάζει λες και του έφυγε η μύτη. Από τότε δε γουστάρει να βγαίνει, κι έτσι την πέφτουμε σπίτι του κι ακούμε μουσική, κάνουμε κάνα τσιγάρο και λέμε διάφορα. Ο γιατρός είπε πως η μούρη του θέλει εγχείρηση για να ξαναστρώσει, αλλά θα του πάρει καιρό μέχρι να μαζέψει τα φράγκα και να πάει στην Αθήνα, μπορεί κι ένα χρόνο.
Του χρόνου που θα τελειώσω το λύκειο λέω να την κάνω μαζί του κι εγώ. Να πάμε στην Αθήνα, να βρούμε καμιά δουλειά, να ξεφύγουμε από τη γούβα. Εδώ δεν υπάρχει μέλλον, όποιος ξεμείνει στο χωριό ξόφλησε. Του χρόνου ο Νύσης θα κάνει την εγχείρηση κι εγώ θα βρω δουλειά. Μπορεί να μένουμε μαζί για αρχή, θα δούμε. Προς το παρόν καπνίζουμε τα τσιγάρα που βουτάω στη ζούλα από τον πατέρα μου και πίνουμε τις μπίρες της μάνας του Νύση. Όποτε βρισκόμαστε είναι καλά. Ταιριάζουμε, τον καταλαβαίνω και με καταλαβαίνει.
«Άκου σολάρισμα, ρε μαλάκα», μου λέει ο Νύσης κάθε φορά που ακούμε κασέτες ή ραδιόφωνο και πετυχαίνουμε καμιά ροκιά. Έχει ταλέντο στην κιθάρα, παίζει καλά. Καμιά φορά ακομπανιάρει τα κομμάτια και ακούγεται σα να είναι μέλος του συγκροτήματος, κανονικά. Εγώ δεν έμαθα κιθάρα. Με βάλανε να μάθω Αγγλικά.
Πηγαίνοντας σου Νύση είπα να περάσω από το καφενείο της Μάρως. Είναι σωστή γκόμενα η Μάρω, κι ας μη λέει πολλά. Δουλεύει στο καφενείο των γονιών της από δεκάξι χρονών. Πέρυσι τέλειωσε το λύκειο κι ακόμα εδώ είναι. Στο χωριό λένε πως ο γέρος της δεν έχει φράγκα να τη στείλει για σπουδές κι έτσι μαζεύει μόνη της ό, τι μπορεί για να την κάνει αργότερα για την Αθήνα. Τα μεσημέρια σερβίρει όλο το εργοστάσιο. Μέχρι κι ο πατέρας μου έρχεται εδώ, μαζί με το Φώτη. Σπουδαία πελατεία.
Έξω φύσαγε και έκανε ψοφόκρυο. Φόρεσα το μαύρο σκούφο Πούμα και βγήκα στο δρόμο. Έχωσα τα χέρια μου στις τσέπες γιατί ξύλιαζα και τράβηξα προς την πλατεία. Σε λιγότερο από είκοσι λεπτά ήμουν στης Μάρως και πίναμε καφέ. Εκείνη την ώρα δεν είχε κόσμο, ήταν άνετη. Είπαμε για το φροντιστήριο, μετά με ρώτησε τι νέα, της είπα το σκηνικό με την Αφροδίτη και χασκογέλασε.
«Τη γουστάρεις ε;», με ρώτησε στα ίσα.
«Καμία σχέση», απάντησα ρουφώντας μια τζούρα φραπέ.
«Έλα τώρα, αφού φαίνεσαι», εκεί αυτή. «Σου μιλάω γι’ αυτήν και κατακομπλάρεις».
«Τι λες ρε Μάρω;», τα πήρα κι εγώ. «Με το μαλακισμένο;».
«Μια χαρά γκόμενα είναι, τι έχει δηλαδή;» συνέχισε.
«Είναι μαλάκω. Ανεγκέφαλη, αυτό έχει», πέταξα και ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Η Μάρω δεν το έβαζε κάτω. Το’ χε βάλει σκοπό να με πρήξει.
«Κοκκίνισες ρε», μου πέταξε και έβαλε τα γέλια.
«Μη με τσαντίζεις τώρα κι εσύ! Κόφτο!», της φώναξα. Η καρδιά μου πήγαινε ντάπα ντούπα από τα νεύρα μου. Ένιωθα τα μάγουλά μου να καίνε. Οι παλάμες μου ήταν μούσκεμα. Το τελειωτικό χτύπημα ήταν όταν κατάλαβα πως είχε αρχίσει πάλι να μου σηκώνεται. Αν με έπαιρνε χαμπάρι η Μάρω θα γινόμουν ρεζίλι. Σηκώθηκα βιαστικά και πήγα στην τουαλέτα. Τον έπαιξα λίγο στα γρήγορα, ίσα να ηρεμήσω, έριξα λίγο νερό στα μούτρα μου και γύρισα στο τραπέζι. Η Μάρω ήταν στην κουζίνα και κάτι έκανε. Με το που με είδε άρχισε πάλι να λέει τα δικά της αλλά δεν άκουγα καλά, είχα ήδη σηκωθεί να φύγω. Τη χαιρέτησα βιαστικά και βγήκα στο κρύο.
Κοίταξα γύρω μου. Ο ουρανός είχε γεμίσει σύννεφα. Μαύρη μαυρίλα ο τόπος. Κίνησα για του Νύση περνώντας μέσα από τα χωράφια. Οι μπότες μου βούλιαζαν στις λάσπες. Τα δάχτυλά μου είχαν κιτρινίσει από το κρύο, όσο κι αν τά’ χωνα στις τσέπες δε ζεσταίνονταν με τίποτα. Σκέφτηκα τη μάνα μου που μια ζωή μου λέει να φοράω γάντια.
«Τα γάντια είναι για τους φλώρους», της απαντάω συστηματικά. Αν τα είχα τώρα βέβαια, θα με βόλευαν πολύ, αλλά δε γαμιέται…
Καθώς πέρναγα από το ξέφωτο του Λίμπα διέκρινα το σπίτι της Ελένης. Σκέφτηκα να περάσω μια βόλτα στα γρήγορα αλλά είχε περάσει η ώρα και ο Νύσης θα με περίμενε. Με την Ελένη βλεπόμαστε εδώ και έξι μήνες. Με το που πάτησα τα δεκαεπτά θέλησα να προχωρήσω πάρα πέρα. Ήρθα μια μέρα να τη βρω επίτηδες, το είχα βάλει στόχο. Η Ελένη είναι επαγγελματίας, δε χρειάστηκε να της εξηγήσω τίποτα. Το κάναμε πρώτη φορά στον καναπέ της, ούτε που κατάλαβα τι έγινε. Από τότε περνάω όποτε μπορώ και τα λέμε λίγο. Έχει όμορφο κορμί, τη γουστάρω κι ας είναι μεγαλύτερή μου. Το στόμα της είναι φωτιά και λαύρα. Η γλώσσα της είναι απαλή και μυρίζει πάντα ωραία. Ειδικά όταν πίνει με κάνει στάνταρ να σκέφτομαι τα μπαρ που θα δω του χρόνου στην Αθήνα κι άλλα τέτοια καυλωτικά. Το δέρμα της είναι απαλό και άσπρο. Τα μαλλιά της είναι μαύρα και γενικώς σε όλα τα σημεία του σώματός της η χαίτη της είναι φουντωτή και απαλή σα βαμβάκι. Κάθε φορά μου μαθαίνει διάφορα κόλπα η Ελένη, ποτέ δε βαριέμαι. Κάποια μέρα αυτά τα κόλπα θα τα χρησιμοποιήσω και αλλού, προς το παρόν όμως μόνο μαζί της γίνεται να το κάνω.
Έφτασα στο σπίτι του Νύση περασμένες τέσσερις. Μπήκα χωρίς να χτυπήσω. Η μάνα του ακουγόταν στο μπάνιο που έπλενε κι εκείνος ήταν αραχτός στο δωμάτιό του και άκουγε Πετρίδη. Είχε στα χέρια την κιθάρα του και δοκίμαζε τις χορδές. Άνοιξα μια μπίρα και κάθισα στην καρέκλα δίπλα από το κρεβάτι του. Έξω φύσαγε τόσο δυνατά που από τη χαραμάδα που έμπαζε το παράθυρο φύσαγε σαν ανεμιστήρας.
«Νομίζω πως την έχω πατήσει με το μαλακισμένο την Αφροδίτη», του είπα χαζεύοντας τον ουρανό. Στα σύρματα της ΔΕΗ είχαν κάτσει δύο χοντρά κοράκια.
«Σοβαρολογείς ρε μαλάκα; Κι η Ελένη;», ξαφνιάστηκε ο φίλος μου.
«Ε, τι η Ελένη ρε; Με την Ελένη πηδιόμαστε πού και πού κι αυτό είναι όλο. Δεν τά’ χουμε», συνέχισα. «Το άλλο το βλαμμένο το σκέφτομαι μέρα νύχτα. Πέτρα μου γίνεται με το που φέρνω τα μούτρα της στο μυαλό μου».
«Νόμισα πως με την Ελένη ήσασταν κάτι σα ζευγάρι», απόρησε ο Νύσης.
«Καμία σχέση ρε φίλε. Τι λες τώρα; Την Ελένη την παίρνει όλο το χωριό, μην τρελαθούμε!», του είπα κι άναψα τσιγάρο. Ξεφύσησα προς το ταβάνι. Είδα πως στις γωνίες υπήρχαν κάτι πράσινες κηλίδες υγρασίας που αλλού έμοιαζαν με ψυχεδελικά λουλούδια κι αλλού με πεθαμένες πεταλούδες. Έξω έσκαγαν βροντές κι ο ουρανός φωτιζόταν από τους κεραυνούς που έπεφταν μέσα από τα σύννεφα.
«Και τι λες να κάνεις; Πώς θα κινηθείς;», ρώτησε ξεχνώντας για λίγο την κιθάρα πάνω στο κρεβάτι. Τα μούτρα του έμοιαζαν με αποκριάτικη μάσκα.
«Δεν ξέρω. Τίποτα μάλλον», αποκρίθηκα και τράβηξα μια γερή τζούρα. Ένιωθα να με κόβει το στομάχι μου, κάπως σα να μου ερχόταν αναγούλα. Έσβησα το τσιγάρο στο τασάκι, ρούφηξα λίγη μπίρα και σηκώθηκα. Ο Νύσης έχει μια μεγάλη βιβλιοθήκη με κόμιξ που αγοράζει από το μίνι μάρκετ σχεδόν κάθε βδομάδα. Όποτε έρχομαι σπίτι του πάντα τσεκάρω τα καινούρια περιοδικά. Τράβηξα ένα Αστερίξ και το ξεφύλλισα. Στο μυαλό μου τα στρογγυλά δόντια της Αφροδίτης έλαμψαν λίγο πριν αρχίσω να τα γλύφω με τη γλώσσα μου και να της ρουφάω τα χείλη. Τα χέρια μου χάιδευαν ήδη τα βυζιά της. Ήθελα να την πονέσω, λύσσαγα να τη δαγκώσω και να την ακούσω να φωνάζει καθώς τη στρίμωχνα, την καργιόλα. Ήθελα να την κάνω να ματώσει. Έβαλα το Αστερίξ στη θέση του και στράφηκα προς το Νύση ξεφυσώντας.
«Δεν είναι κατάσταση αυτή ρε μαλάκα. Είμαι συνεχώς με το πουλί όρθιο», είπα αγχωμένα.
«Τράβα από της Ελένης, ξαλάφρωσε και μετά σκέψου το. Τι άλλο να σου πω ρε φίλε; Βρες ένα τρόπο», μου πέταξε ξαπλώνοντας ανάσκελα με ανοιχτά πόδια. Το κρεβάτι του ήταν στρωμένο με μια μπλε κουβέρτα. Από κάτω φαινόταν ένα ριγέ σεντόνι, τσαλακωμένο και παλιό. Τον χαιρέτησα και κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Η μάνα του μαγείρευε στην κουζίνα κάτι που βρώμαγε κρεμμύδι. Της είπα ένα γεια και βγήκα στη βροχή.
Λίγο πιο κάτω από το Νύση μένει ο Θάνος ο Κουτρούλιας. Περνώντας έξω από το παράθυρό του έριξα μια ματιά στο δωμάτιο. Ήταν μέσα και κάτι διάβαζε. Του χτύπησα το τζάμι, ο φύτουλας άνοιξε και με ρώτησε τι έγινα. Του είπα πως ήμουν άρρωστος, γι’ αυτό δεν είχα πάει σχολείο. Εννοείται πως δε με πίστεψε, μου είπε όμως στα γρήγορα την ύλη στα μαθηματικά και στη χημεία και με ξαπόστειλε βιαστικά. Καθώς έκλεινε το παράθυρο παρατήρησα πως τα νύχια του ήταν τόσο βρώμικα που μέχρι και βάτραχος αν τα έβλεπε θα έτρεχε να ξεράσει.
Καθώς διέσχιζα μούσκεμα τα χωράφια τσαλαβουτώντας ως το γόνατο στις λάσπες σκέφτηκα την Αφροδίτη στη θέση της Ελένης. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να φανταστώ τη μυρωδιά της. Έβγαλα τη γλώσσα στον αέρα κι έκανα πως την έγλυφα χαμηλά, κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι. Ο αέρας ήταν κρύος και οι στάλες της βροχής που έμπαιναν στο στόμα μου είχαν γεύση τσίγκου. Σε λίγο συνήλθα και κοίταξα γύρω μου τη λασπουριά σαν αγουροξυπνημένος. Το κεφάλι μου βούιζε, ένιωθα ζαλάδα. Έβγαλα ένα τσιγάρο από την τσέπη μου και στάθηκα ν’ ανάψω. Η χούφτα μου δεν με βοηθούσε. Η βροχή μου έφερνε εκνευρισμό. «Άει στο διάολο για καιρός», ψέλλισα και συνέχισα σκυφτός προς το σπίτι. Δεν θα πήγαινα στης Ελένης, δεν είχα όρεξη. Ούτε τσιγάρο άναψα.
Μπαίνοντας στο σπίτι είδα τη μάνα μου και την αδερφή μου που κάτι γράφανε στο τραπέζι της κουζίνας. Έκανε ζέστη, ό, τι έπρεπε ήταν. Χωρίς να τους μιλήσω άνοιξα το ψυγείο, πήρα τα σύνεργα για ένα σάντουιτς και έβγαλα ένα πιάτο από το ντουλάπι. Έξω φύσαγε πολύ, ο βοριάς κόντευε να ξεριζώσει τις λεμονιές από τα παρτέρια. Πήρα το πιάτο με το σάντουιτς κι ανέβηκα στο δωμάτιό μου. Πέταξα τα βρεγμένα ρούχα μου στην καρέκλα και ξάπλωσα στο κρεβάτι γυμνός. Μετά έβαλα στο πικάπ να παίζει το Μπλακ Άλμπουμ των Μετάλλικα και κλείδωσα την πόρτα.
(Η φωτογραφία είναι του Μ. Μοσχολιού)








