Thethreewishes’s Weblog

Entries tagged as ‘Κλειδαρότρυπα’

Ευγενείς διάλογοι/Τα όρια της ταπείνωσης

Δεκεμβρίου 18, 2009 · 11 σχόλια

Πού είναι το τέρμα της ταπείνωσης και του εξευτελισμού ενός ανθρώπου; Πότε καταλαβαίνει κάποιος ότι έφτασε στο έσχατο σημείο του;///Δεν έχουν τέρμα αυτά. Όσο ζει ο άνθρωπος τόσο σπρώχνει τα όρια λίγο πάρα πέρα, όλο και πιο κει, λίγο ακόμα///Υπάρχουν άνθρωποι που δεν σκέφτονται έτσι///Επειδή υπάρχουν και κάποιοι που δεν είναι δειλοί. Αυτοί όμως είναι τόσο λίγοι που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα των πολλών///Θα μπορούσα να μισήσω από ζήλεια έναν δειλό. Επειδή δεν προκαλεί τη μοίρα του///Δεν υπάρχει μοίρα. Δειλία υπάρχει όμως. Οι δειλοί δεν είναι ποτέ αξιοζήλευτοι///Οι δειλοί είναι αξιοζήλευτοι γιατί μέσα τους δεν ζει το σκουλήκι που ροκανίζει τους τολμηρούς///Ηττοπαθής άποψη. Στάση συμβιβασμένου ανθρώπου. Η ηρεμία δεν πρέπει να συγχέεται με την παραίτηση///Η αισθηματολογία με αηδιάζει. Προτιμώ τη χειμερία νάρκη///Η νωθρότητα σκοτώνει. Ποτέ δεν βγήκε κάτι καλό από απόψεις σαν αυτήν///Η νωθρότητα είναι η εκκόλαψη μιας αλλαγής///Όταν είναι περιστασιακή. Όταν είναι απλώς το προηγούμενο στάδιο της δράσης. Αλλιώς είναι απλός αγωγός για τη διευκόλυνση της ταπείνωσης και του εξευτελισμού///Η δράση προϋποθέτει σιγουριά///Η σιγουριά είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Δεν κερδίζεται τζάμπα///Κουραστικά όλα αυτά. Ειδικά αν δεν σιγοκαίει πίσω τους μια ελπίδα///Το σοβαρό πρέπει να διαχωρίζεται από το ανάξιο. Όταν γίνει αυτό όλα γίνονται απλούστερα///Γίνεται η παραίτηση ελπίδα;///Γίνεται///Όλα γίνονται;///Όλα. Ειδικά όσα θεωρούνται απίθανα. Αυτά είναι τα πιο πιθανά///Ευχαριστώ///Τα σέβη μου.

Κι ένα αριστούργημα εδώ!

Κατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Tα φαινόμενα απατούν

Δεκεμβρίου 10, 2009 · 16 σχόλια

Ο Θάνατος του Μπάνι Μανρό με συνοδεύει πιστά πρωί και βράδυ στη γνωστή διαδρομή σπίτι-γραφείο-σπίτι///Κοιτάζω τον πάλλευκο αθώο λαγό στο εξώφυλλο κι αναρωτιέμαι πόσο λίγα πράγματα μπορεί να προδίδουν για κάποιον ή για κάτι τα φαινόμενα///Συνήθως απατούν///Εν προκειμένω αναρωτιέμαι αν απατούν απλώς ή αν εξαπατούν μέχρις εσχάτων κανονικά και με το νόμο///Τόσο βρώμικο σεξ, τόση ωμή βία και τόση ψυχωτική παράνοια είχα χρόνια να συναντήσω σε Times New Roman και Καπιταλάκια///Ένα πράγμα είναι βέβαιο πάντως: Ο Νικ Κέιβ ονειρεύεται να πηδήξει παντοιοτρόπως την Αβρίλ Λαβίν φαντασιωνόμενος το ασημένιο σορτσάκι της Κάιλι Μινόγκ///Κατά τ’ άλλα η συγκλονιστική μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη με αφήνει ενεή κάθε φορά που γυρνάω σελίδα κι ας ευγνωμονώ το λεωφορείο που όπου να’ ναι φτάνει στη στάση μου///Αμαξάκι γιοκ εσχάτως/// Χάρη στην πληθωρική καταθλιπτική Ουγγαρέζα που δεν κρατήθηκε, έπεσε πάνω μου ένα όμορφο πρωί και μ’ έστειλε να περιπλανιέμαι νοερά στα όμορφα βουνά της πατρίδας της εκτοξεύοντας κατάρες και κάνοντας βουντού εκδίκησης και μανίας///Ασκώ μια κάποια γοητεία στις γυναίκες, είναι αλήθεια///Ήθελε οπωσδήποτε να έρθει σε επαφή μαζί μου η άγνωστη, και μάλιστα με τρόπο φαντασμαγορικό///Να’ μαι τώρα στη στάση, με την ομπρέλα στο δεξί και το τσιγάρο στο αριστερό να ατενίζω υπομονετικά τη λεωφόρο περιμένοντας το 21///Όσο πάει η ζωή μου γίνεται όλο και πιο συγκλονιστική///Παράπονο δεν έχω///Ούτε αυτοκίνητο///Κάποιος με ρώτησε τις προάλλες αν δεν μπορώ να πω ούτε εγώ την αλήθεια έτσι όπως τη σκέφτομαι///Κι εγώ του απάντησα πως φυσικά και δεν μπορώ, ένας απλός άνθρωπος είμαι///Γιατί μόνο οι σύνθετοι άνθρωποι είναι ικανοί να λένε την αλήθεια; Εμείς οι απλοί τι ελάττωμα έχουμε;///Πού χάνεται η επαφή και αρχίζουν οι παρεμβολές;///Πού κρύβεται το θάρρος κι αρχίζουν οι προφάσεις;///Θάρρος ή αλήθεια;///Και γιατί τα τελευταία χρόνια αδυνατώ να συναντήσω έναν εμπνευστικό άνθρωπο που να περάσουμε δυο ώρες συζητώντας και να πω χαλάλι επιστρέφοντας σπίτι μου;/// Ένας φίλος μου έλεγε τις προάλλες πως τα λογικά επιχειρήματα δεν επηρεάζουν τα συναισθήματα///Αυτό σημαίνει πως ακόμα κι αν κάποιος είναι ο πιο θεσπέσιος άνθρωπος του κόσμου, με τον καλύτερο χαρακτήρα και τις σπανιότερες αρετές, κάποιος δίπλα του τον κοιτάζει και ενδέχεται να τον βρίσκει τόσο απωθητικό που να μην αντέχει καν τη σκέψη πως θα μπορούσε να έχει την παραμικρή σχέση μαζί του///Το πιο αξιοπερίεργο είναι πως ενδέχεται αυτή η αλήθεια να μην αποκαλυφθεί ποτέ///Όπως φυσικά και το αντίθετο: ενδέχεται να βρίσκει τον χειρότερο άνθρωπο του κόσμου τόσο γοητευτικό που μια του λέξη, ένα βλέμμα, ένα ο, τιδήποτε εκ μέρους του να αρκεί για να του αλλάξει τη ζωή///Το πιθανότερο είναι πως ούτε εκείνος πρόκειται να το μάθει ποτέ, αντιστοίχως///Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, άβυσσος, και τα φαινόμενα απατούν///Η δε αλήθεια δύσκολη κι οδυνηρή, μα τι να κάνεις///Αγαπάτε αλλήλους λοιπόν, ακόμα κι αν δεν τους το αποκαλύψετε ποτέ///Αυτό ακόμα κι από μόνο του νομίζω πως κάτι μετράει///Και για να επανέλθω. Τα πράγματα έχουν πάντοτε δύο όψεις, κι αν στη μία έκδοση ο Μπάνι Μανρό δείχνει αθώο λαγουδάκι ενδέχεται σε κάποια άλλη να είναι κόκκινος σαν την κόλαση///Αυτά τα ολίγα περί αλήθειας και εντυπώσεων, κι ό, τι καταλαβαίνετε κάντε///Τα σέβη μου.

Κατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Συνθήματα

Νοεμβρίου 3, 2009 · 24 σχόλια

συνθημα

“Θέλω να γίνω αυτό που ήμουν τότε που ήθελα να γίνω αυτό που είμαι”, έγραψε κάποιος στην πλατεία Εξαρχείων///Πριν λίγες μέρες, περπατώντας στη γειτονιά της νιότης μου -της πραγματικής και της νοερής- ένιωσα εκείνη τη γνωστή, ανυπέρβλητη déjà vue αίσθηση μιας ταυτότητας που ξεχάστηκε κι έκτοτε παραμένει χαμένη σε κάποια αζήτητα, πίσω από μια στίβα χαρτιά ή κάτω από ένα έπιπλο που έχει χρόνια να ξεσκονιστεί///Η φωτογραφία πάνω στο μπλε πλαστικοποιημένο χαρτί είναι ασπρόμαυρη και παραπλανητική. Το έφηβο πρόσωπο με τα μικρά γυαλιά και το ανέκφραστο βλέμμα δεν ζει πια εδώ, νομίζω πως αγνοείται///Μάλλον γι’ αυτό δεν παραδόθηκε ποτέ στον ιδιοκτήτη της η ταυτότητα εκείνη, εφόσον ένας άγνωστος  -ανύπαρκτος;-  παραλήπτης σπανίως λαμβάνει κάτι που αγνοείται πού ακριβώς οφείλει να αποσταλεί///”Όσο μακριά κι αν είσαι εγώ σ’ αγαπώ”///Σπιρτόκουτο, Ποδήλατο, Αλεξανδρινό, Χάρτες, ζεστή σοκολάτα και συμπάθεια, τσιγάρα και βαθιές αναπνοές///Τα Εξάρχεια είναι μια γειτονιά-βιβλίο. Μπορείς να την περπατήσεις, να την κοιτάξεις, να την μυρίσεις και να τη διαβάσεις. Ακριβώς όπως ένα ωραίο, πλούσιο εικονογραφημένο βιβλίο///“Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του”///Σε ποιον ανήκει η Κέρκυρα; Σε ποιον ανήκει η Αθήνα; Σε ποιον ανήκεις κι εσύ, που κοιτάζεις τους δυο φοιτητές που περνάνε έξω από τη τζαμαρία του Φλοράλ ντυμένοι στα μαύρα, με τα λεπτά και όμορφα σώματα και τα κουρασμένα μάτια, κι αναρωτιέσαι πώς να είναι το δωμάτιό τους, τι να μυρίζουν τα ρούχα τους, πώς να είναι η φωνή τους στις τρεις τα χαράματα όταν ψιθυρίζουν μεθυσμένοι;///Κλέβω κουβέντες από διπλανά τραπέζια και φαντάζομαι ζωές. Εικάζω συνθήκες και οραματίζομαι καταστάσεις. Παρατηρώ γόνατα, δάχτυλα και λαιμούς αγνώστων, λαθρεπιβιβάζομαι για λίγες στιγμές στα οχήματα των ματιών τους κι ανεβοκατεβαίνω κλίμακες σύμφωνα με το φόρτο της στιγμής///Της δικής τους στιγμής, που για λίγο τη σφετερίστηκα και την έκανα δική μου, κι έπειτα την επέστρεψα σεμνά κάνοντας πως δεν συνέβη κάτι, πως δεν συνέβη τίποτα///Έξω η πλατεία ζουζουνίζει σα μελίσσι, περαστικοί με σακούλες Πρωτοπορία ή Παπασωτηρίου ανεβοκατεβαίνουν βιαστικοί, κορίτσια με μπότες ως το γόνατο και αγόρια με μαύρα κοντοκουρεμένα μαλλιά ανταλλάσουν νεύματα, παρέες χειρονομούν, τζάνκια πάνε κι έρχονται ανάμεσα στα τραπέζια, σύννεφα περνάνε, οι ζωές μιλάνε///Ρακόμελα στο Ρακουμέλ και μεζέδες στον Ινδό, ρουχάδικα με γκόθικ βιτρίνες, δισκοπωλεία και λαχειοπώλες. Κίτρινες ροδέλες τα περαστικά ταξί, κυλάνε σαν τα λεμόνια μιας αυλής που θυμίζει καλοκαίρι. Πανώ για την πορεία της εβδομάδας, “Έξω οι μπάτσοι από την Πλατεία”, οδός Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, αφίσσες και πιτόγυρα στον Κάβουρα, αναβρασμός αδρεναλίνης και ιδεολογία ανοιχτού χώρου, Ροζαλία και καρώ τραπεζομάντηλα///“Αν τα λάθη διδάσκουν τότε έχω καταπληκτική μόρφωση”///Αλλιώτικη πόλη, δυνατή. Χίμαιρα και προορισμός μαζί, κι άντε βρες προς τα πού πρέπει να κατευθυνθείς για να εντοπίσεις τα ξεχασμένα μονοπάτια που σε οδηγούσαν σε εκείνο το μαγικό “εκεί” όπου συνέβαινε κάτι σπουδαίο///“Μας λείπεις”///Κι εσείς μου λείπετε, αν και νομίζω πως τώρα πια δεν θυμάμαι καν ποιοί είστε. Για την ακρίβεια, δεν θυμάμαι καν ποια είναι κι εκείνη που σας λείπει και την κάνατε σύνθημα στη Σόλωνος ένα βράδυ, πάνω σε μια στιγμή αδυναμίας///Μήπως μπορεί κάποιος να μου επιστρέψει τις στιγμές αδυναμίας μου που χάθηκαν στη σκόνη των φαναριών;///Βαβέλ, κλειστή η είσοδος, Cafeina, ένα μπουλούκι ένστολοι χαχανίζουν καθώς περνάς, κλομπ, περικνημίδες, μπλε μπουφάν, είναι δεν είναι εικοσιπέντε, τι να πήγε στραβά;///Μια χαμογελαστή Χιονάτη με πολυβόλο προειδοποιεί: “Δεν είμαι εδώ για τη διασκέδασή σου”///Λίγο πιο κει, στον ίδιο τοίχο: “Μην αφήσεις αυτό που σε τρώει να χορτάσει”. Ως συνήθως, το διαβάζω λάθος: “Μην αφήσεις αυτό που σε τρώει να σε χορτάσει”. Κι έτσι καλό ακούγεται, μπορεί και τραγικότερο. Αφιερώνεται στα αδέσποτα του μελιού, που ονειρεύονται μαριονέττες και αυτοσχεδιασμούς μέσα στη νύχτα///Όταν περπατάω μού αρέσει πάντα να κοιτάζω κάτω. Τα πλακόστρωτα της Αθήνας δεν είναι τόσο γοητευτικά όσο της Κέρκυρας, νομίζω όμως πως είναι σαφώς ευνοϊκότερα για τα σκυφτά βλέμματα και τα αναποφάσιστα βήματα εκείνων των ανθρώπων που κατάφεραν να γίνουν αυτό που ήθελαν και τώρα ονειρεύονται να ξαναγίνουν αυτό που ήταν///Ήταν ωραία, και μου τη σπάει ο Παρατατικός///Τα σέβη μου.

Κατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Οι γεύσεις της παιδικής ηλικίας που νοσταλγώ

Οκτωβρίου 20, 2009 · 33 σχόλια

αναγνωστικό

Ντομάτες γεμιστές ///Μουσταλευριά///Γλυκό βύσσινο///Κεφτεδάκια με πατάτες τηγανητές///Σούπα κοντογεναδίτισσα///Μπιφτέκια λαδολέμονο με πατάτες στο φούρνο///Φασολάδα με καυτερή πιπερίτσα///Φακές///Αυγά τηγανητά με πατάτες και κασέρι///Κατσικάκι στο φούρνο με πατάτες, δεντρολίβανο και σκόρδο///Κέικ βανίλια///Μαρμελάδα γιερμάς/// Ψωμί με βούτυρο Βιτάμ και ζάχαρη///Μελιτζάνες και κολοκυθάκια με κουρκούτι τηγανητά///Γιουβαρλάκια/// Παστίτσιο///Μακαρόνια ω γκρατέν///Χταπόδι με μακαρονάκι κοφτό///Χοντρά μακαρόνια με καυτό λάδι, σκόρδο και μυζήθρα///Κοτόπουλο κοκκινιστό με πιλάφι///Μαγειρίτσα///Γλυκό σαλαμάκι με κακάο και μπισκότα Πτι Μπερ/// Ντολμαδάκια με ρύζι ή με κιμά///Ψάρι ψητό λαδορίγανη///Σπανακόρυζο///Πατάτες μπλουμ///Μακαρόνια με κιμά///Μπάμιες με κοτόπουλο///Γίγαντες///Χοιρινό με σέλινο///Κοτόσουπα μιλανέζα///Τουρλού κατσαρόλας///Ιμάμ μπαϊλντί///Μελιτζάνες με τυρί στο φούρνο///Μακαρονάδα με σάλτσα ντομάτα και βασιλικό///Χόρτα λαδολέμονο///Πασχαλιάτικα κουλούρια///Το κέικ της αφθονίας///Κοτόσουπα με φιδέ///Μουσακάς///Φασολάκια///Καγιανάς///Στρογγυλές πατάτες τηγανητές με τριμμένο Kerrygold///Σπανακόπιτα/// Μπακαλιάρος σκορδαλιά///Τραχανάς με φέτα///Αγκινάρες με αρακά///Αγκινάρες α λα πολίτα///Μπριζόλες με πιπεριά και ντομάτα στο τηγάνι///Χαλβάς///Τα σέβη μου.

Κατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Τα δακτυλικά αποτυπώματα του Οκτώβρη

Οκτωβρίου 13, 2009 · 21 σχόλια

serrano

Όσες φορές και να δω το «Χαμένοι στη μετάφραση» δεν το βαριέμαι. Είναι από κείνες τις ταινίες-θερμοφόρες για τις κρύες νύχτες όπου δεν συμβαίνει τίποτα μέσα στα δωμάτια των ανθρώπων και ξάφνου αρχίζουν να συμβαίνουν όλα μονοκοπανιά///Το Τόκυο δεν είναι απλώς μια πόλη, είναι μια κατάσταση μυαλού που μοιάζει με σταυρόλεξο για προχωρημένους λύτες///Με φτιάχνει/// Ειδικά όταν γίνομαι η Σκάρλετ Γιόχανσον και πίνω σκωτς δίπλα στον Μπιλ Μάρρεη που ξενυχτά λίγο πριν του πω I wish you a good fRight στο αεροδρόμιο και συνεχίσω το δρόμο μου συγκινημένη///Έξω πιάσανε τα πρώτα κρύα του φθινοπωρινού βορά και το τζάμι μου είναι παγωμένο το πρωί που ξεκινάω για τη δουλειά. Κάθε μέρα στις 9:00 γίνομαι μια λευκή πολική αρκούδα με ξεκούμπωτο πουκάμισο που ξύνει το παρμπρίζ ενός αυτοκινήτου-σκέητμπορντ φτύνοντας σεμνές βρισιές και χαμηλόφωνη γκρίνια///Χωρίς να ακούει κανείς///Ο αέρας των τελευταίων ημερών είναι αεροστεγής, ελάχιστα πράγματα διαπερνούν την ηθελημένη ηρεμία των πραγμάτων///Στο μυαλό μου φύεται μια ιδεώδης –αν και κάπως κατατονική– Neverland που με φιλοξενεί νυχθημερόν και με αποχαυνώνει ευεργετικά λίγο πριν βυθιστώ στο βραδινό λήθαργο της γλυκιάς πολύτιμης ρουτίνας μου///Αγκαλιάζω τους οικείους μου και τα μαξιλάρια με τρυφερότητα μαθήτριας νηπιαγωγείου και στοργή πιγκουίνου που ξεκινά έναν μακρύ χειμώνα στην Ανταρκτική///Πολύ συχνά κάποιος με πιάνει από το χέρι και με παίρνει μαζί στις ενύπνιες βόλτες του όταν ξεπορτίζει τα βράδια. Και τα πρωινά. Και τα απογεύματα. Διαρκώς///Μου αρέσει να κάνω βόλτες πιασμένη χέρι χέρι with the dreamer who’s still asleep///Κυρίως επειδή κρατάω το χέρι Του, κι έτσι δεν με νοιάζει καν προς τα πού τραβάω///Τα Σάββατα ποτίζω τους κάκτους με φρέσκο νερό από την τσαγιέρα και τραβάω τις κουρτίνες στα παράθυρα. Μαγειρεύω νοσταλγικά γλυκά στραπατσάροντας τις αυθεντικές συνταγές και σκέφτομαι κατά προσέγγιση με λέξεις άλλων///Χαζεύω τα περαστικά αεροπλάνα που κρύβονται στα σύννεφα και προσπαθώ να φανταστώ τους προορισμούς τους. Νομίζω πως όλα πηγαίνουν στην Αθήνα και τα χαιρετάω κουνώντας την παλάμη μου///Ζωγραφίζω χάρτες της Αυστραλίας με ξυλομπογιές και σχεδιάζω τα βουνά, τις πεδιάδες και τις ερήμους της ηπείρου με το μάτι. Μετά βρίσκω αυτοκόλλητα ζωάκια από παλιά άλμπουμ και στολίζω το οικοσύστημα με στοργή και τα απαραίτητα///Ο κόσμος μια ζωγραφιά στα χέρια μου, η φύση ένα αυτοσχέδιο κολάζ γεμάτο δακτυλικά αποτυπώματα///Στα διαλείμματα, αφήνω διάφορες εμβόλιμες σκέψεις να τρυπάνε το μυαλό μου κι έπειτα τις κοιτάζω να χάνονται σαν μπαλόνια σε άδειο ουρανό. Οι τρύπες κλείνουν αμέσως μετά κι οι σκέψεις είναι σα να μην έγιναν ποτέ///Όσες μένουν τις κάνω διηγήματα και τις κλείνω στο συρτάρι μέχρι την επομένη///Όταν δεν οδηγώ διαβάζω ένα όμορφο βιβλίο και ανακαλύπτω έκθαμβη πως είναι ακόμα δυνατόν να εκμηδενίζεται ο χρόνος χάρη σε μερικές κίτρινες σελίδες Καστανιώτη που χαϊδεύω με το χέρι μου καθώς περνάνε τα γεγονότα και οι φράσεις μαρσάροντας μαζί με το λεωφορείο///Αν με πιάσουν οι γνωστές αϋπνίες των δώδεκα χώνω στις τσέπες μου μικρές σοκολάτες και ταΐζω με μικρές μπουκιές τους ανήσυχους καλικάτζαρους που κρύβονται μέσα στην κοιλιά μου και πίσω από τα έπιπλα///Μετά αρχίζω να κυκλοφορώ ξιπόλιτη με ένα ποτήρι νερό στο χέρι και να βεβαιώνομαι πως οι πόρτες είναι κλειδωμένες και τα παράθυρα κλειστά. Στην τηλεόραση παίζουν ελληνικές σειρές του ‘70 από την ΥΕΝΕΔ///Νομίζω πως αυτό το βαριεστημένο Οκτώβρη η ζωή είναι φίλη μου και δεν παρεξηγείται με τίποτα///Τα σέβη μου.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Το τραγούδι των Σειρήνων

Οκτωβρίου 1, 2009 · 11 σχόλια

nationalstars

Εκλογές 2009///Φεύγουν οι φίλοι μου σιγά σιγά, πάνε στην πατρίδα να ψηφίσουν. 40 ευρώ το εισιτήριο μετ’ επιστροφής της ΝΔ, 50 του ΠΑΣΟΚ –τζάμπα πράμα///Ευκαιρία για Σαββατοκύριακο στον ήλιο, και μια μέρα δώρο απ’ τη δουλειά, νάτο το τριήμερο, καθότι το εκλογικό δικαίωμα παραμένει απαραβίαστο δικαίωμα κάθε ευσυνείδητου ευρωπαίου πολίτη και η Υπηρεσία το επικροτεί///Τους κοιτάζω πότε λυπημένη πότε με λίγη ζήλεια. Όχι γιατί πάνε ταξίδι αλλά γιατί κάποιοι από αυτούς εξακολουθούν να πιστεύουν///Αναρωτιέμαι σε τι ακριβώς: στη Δημοκρατία, στους πολιτικούς, στο εκλογικό σύστημα, σε ένα καλύτερο μέλλον;///Οι οραματιστές της Ιστορίας μιλούσαν κάποτε για εκλεκτούς της Δημοκρατίας, για υψηλά φρονήματα, για κράτος ελευθέρων. Κοιτώντας την καλοθρεμμένη κορμοστασιά του Κωστάκη και την αψεγάδιαστη οδοντοστοιχία της Ντόρας, προσπαθώντας να αφουγκραστώ την εκάστοτε σπάνια διάλεκτο του Γιωργάκη, παρατηρώντας τα μουντά –και ψιλοτσαλακωμένα– ταγιέρ της Αλέκας και τα χορευτικά των υπόλοιπων παραγόντων του μεγάλου πολιτικού τσίρκου της χώρας μου δεν αντέχω, νιώθω άσχημα, νιώθω πως είναι κρίμα///Γιατί όσο και να ψάχνω, ιδέες δεν εντοπίζω πουθενά. Όραμα δεν διακρίνω στα μάτια κανενός. Ψήγματα αλήθειας σε καμία τους κουβέντα///Βλέπω μόνο αλαλάζοντα κανάλια και θεωρίες συνωμοσιολογίας, στρατευμένους καθοδηγητές με επιτηδευμένο λέγειν και καλά φροντισμένο ίματζ, επίδοξους πατέρες της μελλοντικής Ιστορίας με χαμηλό δείκτη κινητικότητας σπερματοζωαρίων, σωτηριολόγους ζητιάνους που τσαρλατανίζουν στο γυαλί και ποζάρουν σαν τρομακτικοί γίγαντες με χάρτινα χαμόγελα στις εθνικές οδούς πίσω από τις καντίνες με τις Σπράιτ και τα σουβλάκια/// Μακάρι σε κάποιον από αυτούς να είχα διακρίνει την αφέλεια, έστω, ενός ουτοπικού ονείρου. Όσο ήταν καιρός///Μακάρι κάποιος να κλόνιζε τις χυδαίες αυτές εικόνες με μια παρεμβολή απρόβλεπτη, που να διαρκούσε, με μια αληθινή πρόταση για το όποιο μέλλον, με μια παρότρυνση συλλογικότητας ουσιαστικής και όχι μόνο για το θεαθήναι. Όσο ήταν καιρός για μένα, γιατί νομίζω πως πλέον δεν είναι κι ούτε σκοπεύω να το προσπαθήσω ξανά///Μπορεί να ζητάω πολλά από ένα σύστημα που απλώς δεν έχει. Δεν έμαθα ποτέ όμως να δρω διαφορετικά, τουλάχιστον αυτό ελπίζω///Σε κανέναν τομέα της ζωής μου///Τουλάχιστον αυτό ελπίζω///Από τότε οι φωνές των μπαλκονιών μού φαίνονταν αποκρουστικές σαν ψείρες. Με παραξένευαν οι αγέλες που ζητωκραύγαζαν κουνώντας χρωματιστές σημαίες μεγέθους Α4, ζήλευα όσους είχαν πίστη και αφοσιώνονταν σε κάποιον αγώνα πεπεισμένοι. Απορούσα ευχάριστα με όσους ιδεολόγους αφιερώνονταν ψυχή τε και σώματι σε κάποιο τρομερό σχέδιο «αλλαγής του κόσμου». Σεβόμουν την ευαισθησία τους///Γνώρισα και τέτοιους στη ζωή μου κι εκείνους τους θαύμασα πραγματικά. Τους πίστεψα. Μου άρεσε να τους βλέπω να ζουν με το όραμα της «Επανάστασης» και να παλεύουν γι’ αυτό. Σάστιζα με το πάθος και τη ζέση τους. Ένιωθα σεβασμό για την ουσία της σκέψης τους που έμοιαζε να ξεχειλίζει σαν αφρός μέσα από καζάνι που κοχλάζει///Ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο, έλεγαν, κι ήμουν σίγουρη πως αυτό θα γινόταν///Σήμερα νιώθω διαφορετικά. Εκείνους τους λαμπερούς ιδεολόγους τους μαθαίνω βολεμένους σε πολιτικές ομάδες και γραμματείες κομμάτων. Τους άλλους τους ονειροπαρμένους ασίγαστους που τόσο θαύμασα τους μαθαίνω απολίτικους πια. Τους λεβέντες που κουνάγανε σημαίες τους μαθαίνω διορισμένους σε υπουργεία και επιχειρήσεις. Τους αριστερούς αλλοτινούς φίλους μου σιγά σιγά τους βλέπω να συμπεριφέρονται σαν δεξιότεροι των δεξιών///Οι πάλαι ποτέ άτακτοι τακτοποιήθηκαν. Οι παλιοί αντάρτες-ινδάλματα γίναν κοιλαράδες. Μεσολαβούν για το διορισμό της μοντέλας συμβίας τους στον υπουργό και οδηγούν Μερσεντές βρίζοντας τους ταξιτζήδες. Η Ωραία Αθήνα των αλλοτινών ονείρων μου σήμερα προκαλεί καρκίνο, οι πράσινες βουνοπλαγιές των παιδικών μου εκδρομών φιλοξενούν ντιζάιν τερατογενέσεις με δεκαοκτώ ορόφους και εξακόσια λουξ δωμάτια. Οι καλλιτέχνες αφήνουν τα πινέλα και τρέχουν στα έδρανα, κι όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι κάποτε είχαν όραμα, στόχευαν σε κάτι υψηλό, έλεγαν την αλήθεια///Κι εγώ η ίδια άλλαξα με τον καιρό, και δε σκοπεύω να το αρνηθώ, εννοείται///Τίποτα δεν έμεινε όρθιο από τις παραμυθίες του παρελθόντος///Χαλασμένο βλέπω το ιδανικό της Δημοκρατίας, η περίφημη πάλαι ποτέ συλλογικότητα χάσκει σαν ξεδοντιασμένο στόμα απέναντι στην μοναξιά των πάντων, οι διαψεύσεις κάθε υπόσχεσης πέφτουν βροχή και όλοι γύρω μου μού φαίνονται ανέμπνευστοι, τυφλοί, παραλυμένοι, κουφοί που παρακμάζουν///Κι είναι κάπως άδικο, γιατί αν σήμερα γνωρίσω άλλον έναν από αυτούς τους εξαίρετους που οραματίζονται ένα καλύτερο μέλλον απλώς και μόνο δεν θα τον πιστέψω, δεν θα επενδύσω πάνω του για πολύ. Όχι περισσότερο από όσο το ονειρεύεται, τουλάχιστον, και όχι πέρα από μια στιγμή. Το έχω ξαναδεί το έργο και οι επαναλήψεις απλώς με κουράζουν γιατί πέρασε ο καιρός, μεγάλωσα, και δεν τα χάφτω πια όσα μου λένε ακόμα κι αν τα λένε με ψυχή///Στις προηγούμενες εκλογές ψήφισα ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Όταν κάποτε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ γίνει μεγάλο και τρανό κόμμα νομίζω πως θα πάψω να την ψηφίζω///Τα σέβη μου.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: ,

Άκαρδοι ουρανοί

Σεπτεμβρίου 29, 2009 · 16 σχόλια

Tuesday

Βάρυνε ξαφνικά ο ουρανός, το γνώριμο βέλγικο γκρι επανήλθε στο προσκήνιο σκιάζοντας τον ήλιο. Τρίτη δίχως φως, γκρινιάρα Τρίτη///Μια τρομακτική σκυλοκουράδα δίπλα στην πόρτα του αυτοκινήτου μου – μα τι τρώνε επιτέλους τα ευλογημένα τα ζωντανά και αφοδεύουν τόσο τερατώδεις ποσότητες; -, ένας κουτσός ηλικιωμένος προσπαθεί να ξεφορτώσει εμπορεύματα από το βανάκι του στη μέση ενός δρόμου, ένα κίτρινο μωρό σε διπλανό αμάξι σκύβει κουρασμένο στον ώμο της μάνας του που προφανώς το πάει στον παιδικό σταθμό, μια σκυθρωπή ασιάτισσα κατευθύνεται προς το επόμενο σπίτι που θα σφουγγαρίσει ως το μεσημέρι, μέρα όλο κρόσσια, τσαντισμένη Τρίτη///Υπάρχουν άνθρωποι που με το που σε γνωρίζουν βλέπουν πάνω σου μια ευκαιρία. Τίποτε άλλο, τίποτε πιο ανθρώπινο ή προσωπικό. Μόνο μια ευκαιρία για να σε χρησιμοποιήσουν για κάτι που ονειρεύονται και, κατά περίεργο λόγο, εσύ τους φαίνεσαι ως ιδανικό διαβατήριο ή ως το μέσον που θα διευκολύνει την προσπάθειά τους για αυτό το γαμημένο κάτι ///Εσύ ο μαλάκας αθώος που νομίζεις πως οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αυτό που ήταν κάποτε και τις επιδιώκεις εγκάρδια και ενθουσιωδώς, γιατί έτσι έχεις μάθει, έτσι μπορείς, έτσι το χρειάζεσαι///Εκείνοι όμως βλέπουν τη χρυσή ευκαιρία στο παιδικό σου πρόσωπο και τίποτε πάρα πάνω, κι όσο πιο γρήγορα το καταλάβεις τόσο πιο πολλά στραπατσαρίσματα θα αποφύγεις///Έτσι σε βλέπουν λοιπόν, παραβλέποντας τις αναγκαίες συνθήκες που καθιστούν μια ανθρώπινη σχέση υπαρκτή, ουσιώδη, ικανοποιητική και συμπληρωματική, ενδιαφέρουσα. Προσωπική, που να πάρει///Παλιότερα πίστευα πως οι άνθρωποι με πλησίαζαν για τον εξαιρετικό μου χαρακτήρα (sic), για τη φιλική μου διάθεση, για τη θετική αύρα που συστηματικά προσπαθώ να εκπέμπω επειδή έτσι αισθάνομαι, για όλους τους όμορφους λόγους που θα μπορούσε να σκεφτεί και να ονειρευτεί κανείς όταν (πιστεύει πως) μια φιλία γεννιέται///Εσχάτως διαπιστώνω όλο και πιο συχνά (ανησυχητικά συχνά) πως όσες φορές κάποιος ξένος με πλησίασε και, με κάποιο τρόπο, μου έδειξε πως με συμπαθεί, πως απολαμβάνει την παρέα μου, πως εκτιμά το ποιόν μου και πως θα γούσταρε πολύ να μοιραστεί τις ανησυχίες, το κέφι, τη χαρά, τα διλήμματα, το χρόνο μου, απλώς αποσκοπούσε σε κάτι. Μπορεί όχι εξ αρχής, καθ’ οδόν όμως εκεί καταλήγουμε///Όχι, δεν είναι σχιζοφρενική ανασφάλεια ούτε υπερβολική ευθιξία, είναι ένα πραγματικό γεγονός που με καταπλήσσει και με προσγειώνει ανώμαλα στην σκληρή πραγματικότητα της εποχής μου///Παράδειγμα: σε γνωρίζω ένα μήνα, έχω βγει μαζί σου μία και μοναδική φορά (μία!), όσες φορές κατόπιν επιχείρησες να επικοινωνήσεις μαζί μου δεν απάντησα γιατί “είχα τις μαύρες μου”, ένα mail για να δω τι κάνεις και πώς περνάς δεν σου έστειλα ποτέ, ούτε καν για τα μάτια του κόσμου και κυρίως τα δικά σου, και ξαφνικά νιώθω την ανάγκη να πάω διακοπές. Σου στέλνω λοιπόν μια χαριτωμενιά όλως αιφνιδίως και σε ρωτάω αν μπορώ να φιλοξενηθώ στο σπίτι σου για λίγες μέρες, γιατί θέλω να αλλάξω τον αέρα μου και το ξενοδοχείο κοστίζει. Τι απαντάς εσύ;///Άλλο παράδειγμα: σε γνωρίζω δύο μήνες, έχω βγει μαζί σου τρεις φορές (τρεις!), δεν ξέρω τίποτα περισσότερο για σένα από το όνομά σου, τον τόπο κατοικίας σου και τη δουλειά σου και ξάφνου φλιπάρω με τη ζωή μου και σου ζητάω όχι μόνο να με φιλοξενήσεις εκεί στα εξωτερικά που ζεις, κωλόφαρδο, αλλά και να με πας καμιά βολτίτσα να γνωρίσω τον τόπο, να ξεσκάσω, να ξεχαστώ. Χωρίς να σε ρωτήσω καν τι σκατά κάνεις αυτό τον καιρό, πώς είσαι, τι σκέφτεσαι, πώς νιώθεις, αν προλαβαίνεις να ξυστείς πόσο μάλλον να κάνεις τον ξεναγό και τον εστιάτορά μου. Τι απαντάς εσύ; Και γιατί;///Με απογοητεύουν οι άνθρωποι, με χαλάνε, με τσαντίζουν. Κι όμως τους αγαπώ///Μου αρέσει να δίνω, μου αρέσει να προκαλώ μικρά θαύματα στη ζωή των άλλων (σύνδρομο Αμελί Πουλέν το λένε αυτό), μου αρέσει να νιώθω τη χαρά της φιλικής προσφοράς και απόλαυσης///Με συγχίζει ο εγωισμός εκείνων που δεν χαμπαριάζουν από τέτοια και το μόνο που θέλουν είναι απλώς να γίνεις ο τρόπος με τον οποίο θα πετύχουν από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο τους. Χωρίς συναίσθημα, χωρίς λογική, χωρίς λίγη ντροπή για σένα και για κείνους στην τελική///Είναι εκμηδενιστικές αυτές οι συμπεριφορές, πικρές και στείρες///Από την άλλη υπάρχουν και κάποιοι υπέροχοι άνθρωποι που το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να παρακαλάς να δεχτούν να περάσουν δυο τρεις μέρες στο σπίτι σου, στη διπλανή καρέκλα, στο ίδιο τραπέζι, σε ένα μπαρ, σε κάποιο σινεμά///Είναι εκείνοι οι σπάνιοι άνθρωποι που γεννήθηκαν με το στίγμα της ευγένειας και της διακριτικότητας χαραγμένο στο βλέμμα τους, στη χροιά της φωνής τους, στα δάχτυλα των χεριών τους, στην ανάσα τους///Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που θα ήθελες να βλέπεις διαρκώς, όσο συχνότερα γίνεται, γιατί σου κάνουν καλό, σου προσφέρουν ανθρωπιά και γλυκύτητα, ομορφαίνουν το χρόνο σου, γεμίζουν με αξία το χώρο σου και τη ζωή σου, σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο///Αυτοί οι άνθρωποι περνάνε το χρόνο τους ζωγραφίζοντας με λαδομπογιά όμορφα τριαντάφυλλα ακουμπισμένα σε ένα τραπεζομάντηλο, σε ρωτάνε τη γνώμη σου για το πόνημά τους και λαμβάνουν την -άπειρη- γνώμη σου υπόψιν, δεν βαριούνται να συζητούν μαζί σου με τις ώρες έχουν δεν έχουν τις μαύρες τους, χαίρονται με τη χαρά σου και θλίβονται με τη λύπη σου, χαμογελάνε με την καρδιά κι όχι μόνο με το στόμα, τρέχουν σε σένα όταν χρειαστούν έναν άνθρωπο, σου μιλάνε με τρόπους απερίγραπτους κι ας έχεις να τους δεις χίλια χρόνια///Μιλάνε χαμολόφωνα και μόνο για να πουν κ.ά.τ.ι, ξεχειλίζουν από καλλιέργεια και ευγένεια, έχουν αρχοντιά μέσα στο κεφάλι τους και έμπνευση στο χαμόγελό τους, είναι όμορφοι///Αυτοί οι άνθρωποι είναι εδώ για να καλυτερεύουν τη ζωή σου και όχι για να σε απομυζούν. Σου κάνουν χάρη που σε καταδέχονται, δεν τους κάνεις χάρη που τους συναναστρέφεσαι, χάρη τους κάνεις αν βρουν κάτι που να μπορείς να τους δώσεις, κάτι να μοιραστείτε///Είμαι τυχερή γιατί γνωρίζω κάποιους τέτοιους///Γνωρίζω ένα αγόρι που ζωγραφίζει τριαντάφυλλα στο τραπεζομάντηλο και βγάζει ανυπέρβλητες φωτογραφίες, γνωρίζω ένα κορίτσι που φοράει ένα μπλε φουστάνι και κάνει την πλατεία να λάμπει με το εσωτερικό της φως, γνωρίζω μια κοπέλα που όταν αρρωσταίνω μου φτιάχει κοτόσουπα και με ταΐζει τρυφερά κι ας γκρινιάζω η μεγαλύτερή της, γνωρίζω ένα μωρό που με καλεί στο σπίτι του “σε ένα τέταρτο” -από ξένη χώρα- αποκαλώντας με Τζούμπα επειδή αυτό το όνομα μου αρέσει, γνωρίζω έναν άντρα που δεν με αφήνει ποτέ να νιώσω μοναξιά, γνωρίζω κι άλλον έναν που μου χαμογελά και νιώθω πως είμαι τυχερή που το αξίζω///Άτυχη δεν είμαι στις σχέσεις μου. Το ομολογώ. Ίσα ίσα! Απλώς, όσο περνά ο καιρός νιώθω πως αυτές οι πολύτιμες σχέσεις που μετριούνται στα δάχτυλα δεν προβλέπεται να αυγατίσουν σημαντικά///Δεν με πειράζει αυτό, απλώς  να, σήμερα είναι Τρίτη, και σκέφτομαι πως αν ο βέλγικος ουρανός είχε καρδιά θα ήθελα πολύ να του τη σπάσω///Τα σέβη μου.

(Στέφανε, Βούλα, Στράτο, Γιάννη, Πηνελόπη, Κωσταντή, σας ευχαριστώ που υπάρχετε)

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι Σαββατοκύριακο

Σεπτεμβρίου 25, 2009 · 8 σχόλια

time_

Δεν θα βυθιστώ και πάλι στις ελεγείες της Παρασκευής, το ποίημα είναι χιλιοειπωμένο///Μου αρκεί που σε λίγο τελειώνω άλλη μια βδομάδα ξυπνητηριού και καμπαρντίνας και το πρωί θα την κάνω με αθλητικά και τζιν στο κέντρο για περιπλάνηση και άσκοπο χάζεμα με τις ώρες///Αργά, ό, τι ώρα ξυπνήσω///Είναι ωραίο πού και πού να χάνεις για λίγο τον εαυτό σου, ή έστω μέρη από αυτόν, για να τον ξαναβρίσκεις μετά να σε περιμένει με συνωμοτικό χαμόγελο και να σε πιάνει σφιχτά από το χέρι για έναν περίπατο στις αλήθειες – ή μήπως στη νορμαλιτέ; – του Σαββατοκύριακου///Έχει πλάκα τις καθημερινές να είναι κανείς λίγο ο εαυτός του και λίγο απ’ όλα, και στο τέλος της εβδομάδας να αράζει αναπαυτικά και να αφήνεται στη γλυκιά χαλάρωση της αδράνειας///Βεβαίως, χαρά σε όσους μπορούν να είναι 100 % ο εαυτός τους κάθε μέρα της ζωής τους, προσωπικά συμβαίνει όμως να μην ανήκω σε κείνους τους τυχερούς που έχουν την άνεση και την πολυτέλεια να ξημεροβραδιάζονται ανέμελοι κι ωραίοι στα γονατάκια της ζωής (καργιολίτσα γαρ!) και να νταχτιρντίζονται αβέρτα///Γι’ αυτό γουστάρω το Σ/Κ, και την άπλα του, και την ομορφιά του, και την αίσθηση ελευθερίας που μου προσφέρει γελαστά, και το αραλίκι, και το χρόνο του που μπορώ να τον χάνω ή να τον κερδίζω κατά βούληση, και όλα τα ωραία του τα απλόχερα που τελειωμό δεν έχουν///Η συγκλονιστικότερη ερωτική εξομολόγηση ever: «Μερικές φορές είμαι τόσο καλά μαζί σου που νιώθω σα να είμαι μόνος μου»///Μετά από αυτό πώς να μη βγάλεις με τη μία φτερά και να αρχίσεις να πετάς πίσω από τα σύννεφα, εκεί που τα χερουβείμ συναντιούνται με τον ήλιο και παίζουν τυφλόμυγα; Υπάρχει καλύτερη επιβεβαίωση από αυτήν πως τελικά η μεγαλύτερη αγάπη μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός κι όποιος καταφέρνει να μας μοιάσει αξίζει μεμιάς την εύνοιά μας;///Εκλογές σε λίγο στα πάτρια, μα δεν ανήκω ούτε στους γενίτσαρους ούτε στους μισθοφόρους, οπότε λέω στις 4 Οκτωβρίου να μην μπω σε αεροπλάνο παρά να φτιάξω ένα μεγάλο σπιτικό κέικ σοκολάτα με σιρόπι βύσσινο και να γιορτάσω τα γενέθλια του Ασύγκριτου με δόξες και τιμές///Τα χορευτικά σκετσάκια των συμπατριωτών μου ψηφοφόρων που θα ξεχύνονται από τα παράθυρα και τα εκλογικά κέντρα λέω να τα παρακολουθήσω στην τηλεόραση – για όσο αντέξω – κι όταν υψωθεί ο πράσινος ήλιος πάνω από τις βουνοκορφές της πατρίδας μου εγώ να πάω για ύπνο, γιατί τέτοιες ώρες είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει κανείς προκειμένου ν’ αποφύγει τη διάτρηση στομάχου ή άλλη μία κρίση αλκοολισμού///Ακόμα κι αν είναι ξενιτεμένος δια παντός///Ας τα βρουν λοιπόν μεταξύ τους γι’ άλλη μια φορά οι αχρείοι συνέταιροι κι ας περιττεύω εγώ η ούτως ή άλλως μηδαμινή μετανάστρια που, όπως υποστηρίχτηκε από έγκυρο αριστερό έντυπο, ούτως ή άλλως ανήκω στη συνομοταξία των «Κηφήνων ευρωκρατών» οι οποίοι δεν δικαιούνται δια να ομιλούν από κει που είναι θρονιασμένοι, οι αλλότριοι, και καλά θα κάνουν οι γνήσιοι Έλληνες να τους ρίξουν μια στα πισινά και να τους στείλουν εκεί που τους αξίζει (στο διάολο δηλαδή)///Ας μη χασομεράμε όμως την έναρξη του πολυπόθητου Σ/Κ με φλυαρίες. Πάμε να φύγουμε από το γραφείο κι ας πιούμε μια μπίρα στα γρήγορα πριν πάμε σπίτι απ’ τη δουλειά, βοηθά να καθαρίσει το κεφάλι///Τα σέβη μου.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Fly me to the moon

Σεπτεμβρίου 11, 2009 · 3 σχόλια

anotherworld

Σήμερα διάβαζα πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταφεύγουν στη χημεία λίγο πριν από ένα αεροπορικό ταξίδι. Όσα δεν κατευνάζουν οι στατιστικές περί ασφάλειας του μέσου τα μαλακώνουν κάτι μικρά λευκά χαπάκια με οικεία -πια- ονόματα και μεγέθη που εξασφαλίζουν ευκολία κατάποσης///Πετάει ο κόσμος, αλλά μόνο κατ’ ευφημισμό. Κι αν σκεφτούμε τα είδη πτήσης που μπορεί να κάνει κανείς, δεν ξέρω ποιο απ’ όλα είναι το συνηθέστερο///Όπως και οι αποσκευές, όταν οι σημειολογίες των λέξεων και των εννοιών αποκτούν βάρος μεγαλύτερο του επιτρεπτού επεμβαίνει επειγόντως το ειδικό σωστικό συνεργείο και κατάσχει τις υπέρβαρες μονάδες///Τούτο συμβαίνει σε κάθε είδους πτήση -συχνά δε και σε απλές απόπειρες πτήσης, αυτό όμως ως επί το πλείστον αποσιωπείται για ευνόητους λόγους αν και αποτελεί πλέον κοινό μυστικό που κυκλοφορεί λαθραία σε αεροδιαδρόμους, πιλοτήρια και αποσυμπιεσμένες καμπίνες στο μέσον κάποιας διαδρομής///Έννοιες βαλίτσες, ιδέες σε μέγεθος χειραποσκευής, ανάγκες σφραγισμένες σε πλαστικό σακουλάκι ασφαλείας, έμπνευση μέχρι 100 ml, θεσούλα αγοραφοβική και η σταγόνα που δροσίζει κάθε δίψα επί πληρωμή μέσα στην καμπίνα///Γιατί να θέλει κάποιος να πετάξει υπό αυτές τις συνθήκες;///Πώς να συνεχίσει να βρίσκει κάποιος εμπνευστικό ένα ταξίδι στους αιθέρες όταν το μόνο που θυμίζει ουρανό είναι πια μια βιαστική εικονίτσα View Master τοπίων σε επανάληψη, μέσα από ένα θολωμένο κοντόφθαλμο φινιστρίνι;///Σκέφτομαι το Μικρό Πρίγκηπα και αναρωτιέμαι τι θα ένιωθε αν ήταν υποχρεωμένος να κάνει σήμερα ένα ταξίδι στο γαλαξία με ένα Boeing 737, έχοντας προηγουμένως περάσει ένα σεβαστό μέρος της ζωής του προσκομίζοντας κι επικυρώνοντας διαπιστευτήρια σε ελεγκτήρια και  αποστειρωμένες αίθουσες αναμονής, δίπλα σε σκυθρωπούς ανέμπνευστους συνεπιβάτες που το μόνο που βλέπουν σε μια ιστορία σαν τη δική του είναι ένα μπανάλ, κακοδιατυπωμένο κι εντελώς αδιάφορο ανέκδοτο///Πόσο απογοητευμένος και στεναχωρημένος θα ήταν. Με τι τρόπο θα επέλεγε να συνεχίσει το ταξίδι του και προς τα πού θα κατευθυνόταν πια///Μάλλον δεν θα μάθω ποτέ το μέγεθος της μοναξιάς του, κι αυτό είναι από μόνο του μια ικανή απάντηση///Τα σέβη μου.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Wake me up when September ends

Σεπτεμβρίου 2, 2009 · 12 σχόλια

 %CE%A0%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%99%CE%91+%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%9A%CE%A4%CE%9F%CE%A1%CE%91-%CE%92%CE%A1%CE%91%CE%94%CE%A5

Καλό Σεπτέμβρη και τα μάτια χαμηλά“, μου ευχήθηκε και με συμβούλεψε το έσχατο περιστέρι του καλοκαιριού -εκείνο το κουτσό, το αγαπημένο μου- καθώς τράβαγα τη βαλίτσα στα σκαλιά και αγκομαχούσα ανάμεσα σε ευχές και κατάρες για το επόμενο πρωί που θα ξανάβγαινα στον πολιτισμένο κόσμο της κανονικής ζωής μου///Μυστικό: η καλύτερη πτήση επιστροφής από διακοπές που μπορεί να κάνει άνθρωπος με την JetAir είναι εξασφαλισμένη όταν έχουν προηγηθεί τρεις Μαργαρίτες frozen σε έντιμο κοκτεηλάδικο κι ένα καλό ξεβούλωμα των δακρυγόνων αδένων γλύφοντας συγχρόνως το αλάτι από το χείλος του ποτηριού. Το τρίτο είναι προαιρετικό, τα δύο πρώτα απαραίτητα///Εγγυημένα πράγματα και το τσούξιμο βαρύ ένθεν κι ένθεν μα δεν πειράζει///Οι καλοκαιρινές εικόνες αιφνιδιάζουν τώρα το οπτικό μου πεδίο στραγγαλίζοντας κάθε προσπάθεια να βαδίσω ευθεία στη ζωή///Ζαλάδα και πονοκέφαλος -μια το συκώτι μια οι δακρυγόνοι, τι να σου κάνει το έρμο το κορμί- ορίστε ο απολογισμός της χθεσινής νύχτας που με ξέβρασε αιφνιδίως απ’ το φούρνο στην κατάψυξη///”Αλλά εσύ με κοιτάς αφηρημένη… Κάποιο φάλτσο αισθανόμουνα κι εκεί, στην αρχή που είχαμε οι δυο μας πρωτοβγεί”///Η εσώτερη φωνή ξύπνησε, κάτι μουρμουρίζει. Το Σεπτέμβρη τα δαιμόνια ξαναβρίσκουν τη μιλιά τους κι αρχίζουν ζόρικα τσαλίμια, στριμωχτικά///Νιώθω σαν σβούρα σε χεράκι παιδικό, μπορεί και σαν τόπι στην αγκαλιά του Μίμη///Ή σαν μισοφαγωμένο μήλο μέσα στη χούφτα της Λόλας///Τι σημασία έχει όμως τι νιώθω εγώ η αδέξια; Σάμπως είμαι το κέντρο του κόσμου ή κανα σπάνιο πουλί; Σημασία έχει πως ο Σεπτέμβρης ήρθε και πως τώρα πρέπει να σοβαρευτούμε και να κάνουμε όπως οι μεγάλοι. Σα να είμαστε δηλαδή ατρόμητοι, δυνατοί και αποφασισμένοι///Γενναίοι και ωραίοι, σαν Έλληνες///Για μια νέα εποχή, για μια νέα χρονιά εντός κι εκτός θρανίων, πεδίων, γραφείων, μετά ή άνευ εμποδίων///Πολλά βιβλία για καβάτζα, μερικά καινούρια σιντί, ένα μπουκάλι Τεντούρα (η super αποκάλυψη του καλοκαιριού!) για σφηνάκια με το τσιγάρο στο μπαλκόνι, κάποια καλούτσικα ντιβιντί από την “Ε” που προωθεί το Bollywood, μερικές μυστικές υποσχέσεις που πρέπει να μείνουν μεταξύ μας, ένα διπλωματικό καλόπιασμα της ζυγαριάς που ορύεται “γύρνα πίσω!!!” σε κάποιο νούμερο που αναγραφόταν πάνω της παλιά και τώρα απέκτησε αδελφάκια, να τα όπλα μου για το επικείμενο φθινόπωρο που κοντοζυγώνει νωχελικά///Καθώς θα χώνεται ο μήνας στο πετσί μου σαν σκλήθρα ξέμπαρκη σε πονεμένο δαχτυλάκι εγώ θα σκέφτομαι θαρραλαία πως και αυτή τη φορά όλα καλά θα πάνε///Λένε πως αν ξορκίζεις το κακό αυτό κολώνει και λοξοδρομεί, σε αφήνει ήσυχο για πάντα///Γι’ αυτό λοιπόν το μόνο που θα σκέφτομαι γι’ αυτό το ζημιάρη μήνα θα είναι τα χυμώδη φρούτα του, τα ωραία δειλινά του, τα ζακετάκια του απογεύματος, τα μάτια των φίλων μου που θα κοιτάζω πια χωρίς σκούρα γυαλιά, τα ωραία μαύρα μου πουλόβερ που σε λίγο θα με χώνουν μέσα τους γλυκά και το τσάι καραμέλα που θα απολαύσουμε μαζί, εσύ κι εγώ Γιάννη, τρώγοντας κέικ σοκολάτα και τραγανά μακαρόν σε ένα ξύλινο καφενείο της πόλης εκείνο το ωραίο Σάββατο που θα έρθεις να με επισκεφτείς, πριν χειμωνιάσει///Επιπλέον, ο Σεπτέμβρης είναι και μήνας Σοφίας, κι όποιος την έχει στη ζωή του, ειδικά Αυτήν, πρέπει να νιώθει ιδιαιτέρως τυχερός και χαϊδεμένος///Καλό φθινόπωρο λοιπόν, θηρία///Καλές βόλτες στα american bar της γειτονιάς ή της καρδιάς σας, στα σαρκώδη χείλη της αγάπης σας, στο σημαδάκι απ’ το μαγιό και στις φωτογραφίες της πρόσφατης ζωής σας///Καλά παιχνίδια με τις γλωσσίτσες του καλοκαιριού που για λίγο ακόμα θα επιμένουν να καίνε σαν φλόγες τα αναστατωμένα σωθικά σας και κάποια νυχτερινά εγκεφαλικά σας κύτταρα που ενδέχεται να θυσιαστούν στο βωμό ενός ακόμα μεθυσιού λίγο πριν το οριστικό recall της νέας σαιζόν///Τα σέβη μου.

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: