1. Εκείνο το βράδυ ήταν παράξενο. Γινόταν φασαρία στον κήπο, μια φασαρία που απλωνόταν στο στήθος και στην κοιλιά κάνοντας την ταραχή μέρος της απόλαυσης. Ο φόβος ήταν και πάλι το συμπληρωματικό χρώμα της ηδονής. Ευτυχώς, στον κήπο γίνονται συχνά φασαρίες, και τις περισσότερες φορές οι έρωτες εκεί μέσα πιάνονται όχι από τα μάτια αλλά από το λαιμό. Μετά δεν κατεβαίνουν στα χείλη αλλά στο υπογάστριο. Εκείνο το βράδυ πάνω από τα κεφάλια τους έσταζε λεμονάδα. Ανάμεσα στα πόδια τους μπλέκονταν αδέσποτες γάτες. Έξω φύσαγε. Η PJ Harvey τους κρατούσε τρυφερά το χέρι επιβραβεύοντας τις μάταιες προσπάθειές τους, ως συνήθως. Εκείνο το βράδυ γινόταν φασαρία.
2. Την άκουγε να τρώει μια καραμέλα. Το στόμα της έκανε υπόκωφους θορύβους που απλώνονταν στο χώρο διακριτικά. Έγλυφε, δάγκωνε, μάσαγε. Ανοιγόκλεινε τα χείλη καθώς άλλαζε θέση στην καραμέλα με τη γλώσσα της, το σάλιο κυκλοφορούσε αδέσποτο γύρω από τα ούλα. Σε μια στιγμή το πάνω χείλος γυάλισε περισσότερο από το κάτω γιατί μόλις το είχε γλύψει. Μετά αναστέναξε σιγανά αφήνοντας μια μυρωδιά μέντας να την πλαισιώσει για μια στιγμή. Ύστερα μάσησε την άκρη και ακούστηκε ένα κρακ! που το έπνιξε στον ουρανίσκο της αφήνοντας ένα μικρό αναστεναγμό ευχαρίστησης. Πιπίλισε το τελευταίο ζαχαρωτό κομματάκι πλαταγιάζοντας τη γλώσσα κι έπειτα καθάρισε με ένα λευκό χαρτομάντιλο το μισάνοιχτο στόμα της που είχε στις άκρες λίγο σάλιο. Οι συνειρμοί πηγαινοέρχονταν σαν ανεξέλεγκτα τρένα.
3. Κάθονται σε διπλανά τραπέζια. Ο χώρος είναι μικρός, οι καρέκλες στριμωγμένες. Με την πρώτη υποψία παγωνιάς δοκιμάζει να φορέσει το σακάκι του που κρέμεται στην πλάτη της καρέκλας του. Οι αγκώνες τους αγγίζονται φευγαλέα μα κάνουν και οι δυο πως δεν κατάλαβαν τίποτα. Δυο αρώματα φυσάνε πίσω από την πλάτη τους. Συνεχίζουν να κοιτάζονται μυστικά, προσπαθώντας να αποφύγουν τη διασταύρωση των βλεμμάτων τους. Είναι ντυμένοι στα μαύρα, περίπου ίδια ηλικία, όμορφα αγόρια και οι δυο. Αφουγκράζονται ο ένας τη φωνή του άλλου, από τις διαφορετικές παρέες τους. Πώς προφέρει το σίγμα; Τι ωραίο όμικρον, κλειστό και βαθύ. Παρατηρεί τα δάχτυλά του, πώς κρατάει το τσιγάρο, πώς το φέρνει στο στόμα του. Κοιτάζει τα παπούτσια του, ανεβαίνει λίγο προς το γόνατο και αφήνει το βλέμμα του εκεί. Κατά σύμπτωση κοιτάζονται την ίδια στιγμή. Στα μάτια αυτή τη φορά. Σε λίγο σηκώνονται και οι δυο και κατευθύνονται προς το εσωτερικό του μαγαζιού. Χωρίς να ανταλλάξουν λέξη. Αυτό, αντιθέτως, δεν ήταν καθόλου σύμπτωση θα έλεγε κανείς.
Κάνω οχτάρια στο 3×2 μπαλκόνι μου και κοιτάζω την παγωμένη αναπνοή μου να γίνεται ομίχλη μπροστά από το στόμα μου. Ψοφόκρυο κι ωραίο φεγγάρι. Ακούω μανιωδώς το ίδιο σιντί και στέλνω μανιωδώς γραπτά μηνύματα στον ίδιο άνθρωπο, πίνοντας το ίδιο κόκκινο ποτό. Ψεύτικα κι αληθινά ρίγη διαπερνούν το σώμα μου καθώς πλησιάζουν μεσάνυχτα. Το καθένα για τους λόγους του. Δεν πρόκειται να μεταμορφωθώ σε λύκο, ένας στριμωγμένος άνθρωπος θα παραμείνω κι απόψε. Πάει καιρός από τότε που έλαβα ένα ενδιαφέρον μέηλ, πάει ακόμα περισσότερος καιρός από τότε που έστειλα ένα ενδιαφέρον γράμμα. Μπορεί και χρόνια. Νοσταλγώ την εποχή των γραμματοσήμων και του μαύρου μελανιού πάνω στο λευκό ριζόχαρτο. Νοσταλγώ την εποχή των ενδιαφερόντων πραγμάτων. Απόψε όλα είναι όμορφα. Μέσα μου νιώθω τις δαγκωματιές της υπερβολικής τακτοποίησης να θεριεύουν και σκέφτομαι πως το αποψινό φλερτ με το φεγγάρι πρέπει να σταματήσει κάπου εδώ. Αλλιώς θα γεμίσω το ποτήρι μου με βιτριόλι και θ’ αρχίσω να στοχεύω τ’ άστρα.
Γιατί όταν φυσάει δυνατά δεν παίρνει ο αέρας τα αεροπλάνα;
Γιατί ο χρόνος έχει δώδεκα και όχι δεκατρείς ή δεκατέσσερις μήνες;
Γιατί οι γυναίκες βρίσκουν συνήθως πιο ελκυστικούς τους γκέι άντρες;
Γιατί οι άνθρωποι δεν γεννήθηκαν ρυθμισμένοι να μιλούν παντού την ίδια γλώσσα, όπως γεννήθηκαν ρυθμισμένοι να έχουν παντού τις ίδιες βιολογικές ανάγκες;
Γιατί λέμε στομαχόπονος και πονοκέφαλος;
Γιατί αρέσει σε όλους η σοκολάτα;
Γιατί είναι σέξυ η Victoria Abril;
Γιατί έγινε διάσημος ο Dali;
Γιατί αρέσει στον κόσμο ο Claude François;
Γιατί ήταν σκλάβοι οι μαύροι και όχι οι λευκοί;
Γιατί να είναι πέντε οι εργάσιμες και όχι δύο ή τρεις;
Γιατί να είναι αδύνατον να μάθει κανείς τι συμβαίνει μετά θάνατον;
Γιατί να μην είναι Σάββατο σήμερα και για όλη τη βδομάδα;…
(Το εικαστικό είναι του Στέφανου Ζαννή και το βίντεο από τα Μυτερά Τακούνια)
“Μην το πεις σε κανέναν!” – “Οκ, μείνε ήσυχη…” – “Το είπες σε κάποιον;” - “Όχι. Μόνο στον άντρα μου και σε μερικούς απολύτως έμπιστους συναδέλφους…”.
“Πετάτε πολύ συχνά εσείς. Όσοι χρησιμοποιούν αεροπλάνο τόσο συχνά αυξάνουν τις πιθανότητες να πεθάνουν σε αεροπορικό δυστύχημα!”.
“Ο δικός σου καπνίζει πολύ.” - “Το ξέρω…” – “Από τι πέθανε ο πατέρας του, είπαμε;…”.
“Πάρε σοκολατάκι.” – “Ευχαριστώ. Τέλεια είναι.” – “Φάε, για μας τα πήρα!” – “Τρία έφαγα, φτάνει!” “Τι τρία, καλέ; Τα τσάκισες!!!…” “Μα… τρία πήρα.” – “Ε, τα τσάκισες.”.
“Θες ένα κομμάτι πίτα; Τώρα την έφτιαξα και χάρηκα που μου πέτυχε. Έλα να σε κεράσω.” – “Να με πεθάνεις θες; Μαγειρεύεις με τόσο αλάτι και τόσο λίπος που κάθε σου πρόσκληση θα μπορούσε να είναι πρόσκληση σε αυτοκτονία! Άλλη φορά να μη με ρωτάς αν θέλω πίτα, ρώτα με κατευθείαν αν θέλω να με σκοτώσεις με αυτά που φτιάχνεις!!!”.
“Δεν σε χαιρέτησε ο καλός μου. Τι αγενής! Συγγνώμη!” – “Δεν πειράζει, δεν κολλάω σε τέτοια.” – “Πειράζει, αλλά εντάξει, κι ο δικός σου δεν είναι κανα υπόδειγμα ευγένειας, οπότε έχεις συνηθίσει…”.