
Πώς τις αναγνωρίζεις: +- 35, συνήθως χαλαρωμένοι κοιλιακοί, ενίοτε και ραγάδες, πρόχειρη κόμμωση, κυτταρίτιδα γύρω και κάτω από τη μέση, λαμπερό και όμορφο βλέμμα, ζωντάνια στη φωνή, αύρα τρυφερότητας που τις ακολουθεί σαν άρωμα καθώς περνάνε δίπλα σου διασχίζοντας την παραλία μέχρι την επόμενη σκιά με τα μωρά και τα συμπράγκαλα στα χέρια.
Πού τις βρίσκεις: Σε λαϊκές πλαζ αποκλειστικά, γύρω από ξαπλώστρες, κάτω από αρμυρίκια, κάτω από ομπρέλες, κάτω από την τέντα της ταβέρνας, στα ρηχά, στα ντους. Οι άλλες, των κυριλέ ξενοδοχείων με το άψογο μπικίνι, με το πεντικιούρ της ώρας, με την κράτηση για σέρβις μπέιμπι σίτιν 24/24 ή την οικιακή βοηθό που τρέχει ξωπίσω τους δεν αφορούν αυτήν εδώ την συζήτηση.
Πότε εμφανίζονται: Μεσημεριανές κυρίως ώρες, να έχει πέσει ο ήλιος αλλά όχι κι εντελώς -”ο ήλιος βοηθά το ασβέστιο να κολλάει καλά πάνω στα κόκκαλα, είναι υγεία!”- νωρίς το απόγευμα, λίγο πριν το σούρουπο, από Ιούνιο μέχρι τις αρχές Σεπτέμβρη που ξανανοίγει το νηπιαγωγείο ή ο παιδικός.
Τι έχουν μαζί τους: Ταπεράκια με μακαρονάκι-κοφτό-σάλτσα-ντομάτα, γιαουρτάκι advance της Δέλτα, σταφύλι καθαρισμένο ή μπανάνα, νερό σε περίτεχνο μπιμπερό ή παγουράκι με ενσωματωμένο καλαμάκι, αντηλιακό +50, πάμπερς, μωρομάντηλα, αλλαξιά στεγνή για μετά το μπάνιο, καροτσάκι με ομπρελίνο, σεντονάκι για την τυχόν σιέστα, πετσέτες με Σπάιντερμαν ή Πριγκίπισσες, κινητό, αδιάβροχα παιχνίδια, παρέα άλλες μαμάδες ή φίλες ομοϊδεάτισσες.
Τι λένε: “Έλα μωρό μου, μια τελευταία κουταλιά για τη μανούλα!”, “Κοίτα το ψαράκι, κοίτα το!!!”, “Μη φοβάσαι, σε λίγο δεν θα κρυώνεις!”, “Έλα έξω, μούλιασες πια!”, “Όχι παγωμένο νερό, έχεις το λαιμό σου!”, “Μην τραβάς την πετσέτα της κυρίας, άσε τη σαγιονάρα του κυρίου, μην πειράζεις το παιδάκι!”, “Δεν δαγκώνει το σκυλί αλλά αν δεν φας θα το φωνάξω!”, “Ω, τι όμορφο κοχύλι που βρήκες!”, “Αν δεν σταματήσεις αμέσως θα σε πάω πίσω στη γιαγιά και δεν θα κάνεις μπάνιο!”, “Κοίτα το κοριτσάκι τι καλά που κάθεται!”, “Όχι στον ήλιο!”, “Μια βουτιά και πάμε!”.
Πώς κάθονται: Σε αναμμένα κάρβουνα, δεν απολαμβάνουν μπάνιο, στα χέρια τους υπάρχει πάντοτε κάποιος που αν είναι απρόσεκτες μπορεί και να πνιγεί, αν δεν τον ταϊσουν θα πεινάει, αν δεν τον ποτίσουν θα πάθει αφυδάτωση, αν δεν του βάλουν καπέλο θα πάθει ηλίαση, αν δεν τον κυνηγήσουν θα γκρεμιστεί στα βράχια, θα φάει άμμο, θα χαθεί στο πλήθος των λουόμενων και θα κλαίει μέχρι να τον ξαναβρούν.
Πώς αντέχουν: Λόγω υπέρμετρης αγάπης προς τους μικρούς δυνάστες τους, λόγω ανωτερότητας, λόγω απεριόριστου αισθήματος ευθύνης, λόγω μητρικού φίλτρου, λόγω ιδιοσυγκρασίας, λόγω άποψης για την χαρά της ζωής, λόγω ανάγκης, λόγω υποχρέωσης προς τους αδυνάτους, λόγω έρωτος με τους κλώνους της ελπίδας και της καρδιάς τους, λόγω αδιεξόδου, λόγω θέσης.
Τι συζητάνε μεταξύ τους: Περί ανέμων και υδάτων, για τη ζέστη, για εμβόλια, για μωρουδιακές τροφές, για υποαλλεργικά υφάσματα, για δόντια και αντιβιωτικά, για παιδικούς σταθμούς και δασκάλες, για τους άντρες τους, για τους φίλους τους, για τις γειτόνισσες, για τη συνταγή του Μαμαλάκη, για την αντιπαθητική/συμπαθέστατη συνάδελφο, για τον γοητευτικό γείτονα που δεν θέλουν να τις βλέπει στο μπαλκόνι με τη ρόμπα, για το δάνειο, για τα πεθερικά, για το ενοικιαζόμενο στα Γουβιά ή στον Πέλεκα, για το τελευταίο μυθιστόρημα της Λένας Μαντά, για το γραφείο και την άδεια, για τη ζυγαριά τους, για τα Μυστικά της Εδέμ, για τα μυστικά τους -“μα πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά, έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα, και σε κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά, όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα”- για τη γκόμενα του ξαδέρφου, για το γκόμενο της ανηψιάς, για το γκόμενο των ονείρων τους, για τα όνειρά τους, για τα παιδιά τους μετά από χρόνια ή πριν χρόνια, καμιά φορά δεν μιλάνε, κι άλλοτε συνεχίζουν απλώς να λένε ό,τι εσείς κι εγώ.
Τι αφήνουν πίσω τους: Σκόρπιες καρέκλες μέχρι να βγει το καροτσάκι, χαρτομάντηλα, γεμάτα τασάκια, μπουκαλάκια από νερό, άμμο μέσα από τα παπούτσια, πεσμένες τηγανητές πατάτες που ταϊζουν τα περιστέρια στο πλακόστρωτο, αισθήματα θαυμασμού, εντυπώσεις οίκτου, μισοτελειωμένες ματιές, σχόλια από τα γύρω τραπέζια, νεύματα “γεια σου”, όμορφα χαμόγελα, υποσχέσεις “θα τα πούμε αύριο”, αύρα θεϊκής αυτάρκειας ή αμετάκλητης πείρας που αυγατίζει λεπτό προς λεπτό, όσο εμείς πίνουμε ανέμελα το Πλωμάρι μας τσιμπολογώντας ένα μεζέ και λύνοντας ράθυμα σταυρόλεξα την ώρα που τα δικά μας (μεγαλωμένα πλέον) παιδιά κάνουν αυτόνομες βουτιές και κάποιος από δίπλα μας ζωγραφίζει με μαύρο στυλό μια μικρή καρδιά πάνω στο πόδι.
—
(Το κείμενο είναι αποτέλεσμα μιας πρόσφατης σχετικής συζήτησης με τον φίλο μου τον τροβατόρε εκ Κερκύρας . Παρακαλώ τους τυχόν μπαμπάδες της πλαζ να μην επαναστατήσουν, θα έρθει και η δική τους η σειρά…)