Το απόγευμα εκείνης της Δευτέρας η γυναίκα που την έλεγαν Sincetta καθόταν στο πεζούλι και έπινε καφέ καπνίζοντας. Μπροστά της το παλαιό φρούριο δέσποζε βλοσυρό και ωραίο. Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει. Η ιόνια νύχτα κατέβηκε στο παραπέντε και θρονιάστηκε πάνω στους ώμους της αποφασιστικά, ως συνήθως. Δε μου γλιτώνεις κούκλα, της ψιθύρισε, θα σε λιώσω και πάλι. Τα γνωστά, σκέφτηκε η γυναίκα. Και δεν ανησύχησε, καθώς γνώριζε πια.
Σε λίγο ένα διεθνές αεροπλάνο κατέφθασε στο νησί. Η γυναίκα το παρακολούθησε να προσγειώνεται ομαλά, όμορφα. Καλώς τους, είπε από μέσα της, τους τυχερούς. Στον κατάμαυρο ουρανό μια ασημένια γραμμή άφησε το ίχνος της πίσω από το μαγευτικό επίτευγμα της σύγχρονης τεχνολογίας. Η γυναίκα θαύμασε την ουρά της πτήσης και συνέχισε να την κοιτάζει έκθαμβη και να φαντάζεται τους επιβάτες έναν προς έναν.
Η ώρα περνούσε και η ασημένια γραμμή παρέμενε στον ουρανό, ευθεία και σταθερή. Ακόμα και μετά την προσγείωση του αεροπλάνου. Η γυναίκα συνέχισε να την παρατηρεί με περιέργεια. Τι μεγάλη διάρκεια ουράνιου ίχνους, σκέφτηκε παραξενεμένη. Καθώς τα λεπτά προσπερνούσαν τον εαυτό τους και κάθε λογική, η γυναίκα εστίασε ξανά στη λαμπερή ουρά της πτήσης. Και τότε κατάλαβε.
Αυτό που θαύμαζε ως υπόλειμμα μιας διεθνούς πτήσης δεν ήταν άλλο από την ασημένια λάμψη ενός σκοινιού για τα ρούχα που οι γείτονες είχαν κρεμάσει ανάμεσα σε δύο αντικρυστά παράθυρα, κατά την παραδοσιακή συνήθεια του νησιού. Το σύρμα έλαμπε κάτω από το φεγγάρι την ώρα που η γυναίκα διέκρινε πάνω του το ουράνιο σήμα μιας μακρινής διαδρομής που είχε περάσει από πάνω της στο παρά τρίχα.
Δεν είναι πια αστείο, σκέφτηκε η γυναίκα. Εφόσον επιμένω να διακρίνω ουράνιες διαδρομές και σημαντικά νοήματα στα σκοινιά μιας κοινής μπουγάδας, η ασθενής όραση και όποια αντίληψή μου πάσχουν από μια σοβαρή διαταραχή σύνδεσης της πραγματικότητας με μιαν απελπισμένη φαντασία.
Μπήκε στο σπίτι κι έβαλε μια τεκίλα, άναψε ένα καινούριο τσιγάρο και συλλογίστηκε τον καλύτερό της φίλο, κάπου στην Αθήνα. Μετά σκέφτηκε πως τον αγαπούσε απελπιστικά πολύ. Και του αφιέρωσε όλες τις υπαρκτές κι ανύπαρκτες λάμψεις και διαλείψεις του μυαλού της, γιατί μόνο εκείνος γνώριζε τι σημαίνει παρεξήγηση και σύγχυση, και αυτό την παρηγορούσε τρομερά κάτω από τον ουρανό του Ιονίου.
Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τη θάλασσα. Της πήρε μερικά δευτερόλεπτα ώσπου να καταλάβει πού ακριβώς βρισκόταν. Ο μεσημεριάτικος ήλιος την έκανε να μισοκλείσει τα μάτια και η βρεγμένη πετσέτα κόλησε στα πόδια της καθώς έκανε να σηκωθεί. Γύρω η ζωή είχε συνεχιστεί κανονικά αυτή την τελευταία ώρα που εκείνη είχε αποκοιμηθεί στα βότσαλα της λαϊκής παραλίας όπου έκανε τα μπάνια της ολόκληρο το καλοκαίρι. Παιδάκια έτρεχαν εδώ κι εκεί πλατσουρίζοντας στο κύμα, έφηβοι έκαναν βουτιές από την ξύλινη εξέδρα, μαμάδες τάιζαν φρουτόκρεμα τα μωρά τους, γιαγιάδες αντάλλασσαν ντόπιες συνταγές για μελιτζάνες κατσαρόλας και κοκκινιστό.
Η γυναίκα κοίταξε τα χέρια της και σκέφτηκε πως ο ήλιος την είχε πιάσει για τα καλά. Το ίδιο και στα πόδια. Επιπλέον, μια ελαφρά φαγούρα στο πρόσωπο την έκανε να καταλάβει πως το επικείμενο έγκαυμα θα της κόστιζε άλλη μια νύχτα με γιαούρτι στο σώμα και τσούξιμο πάνω στα σεντόνια. Έτσι είναι τα καλοκαίρια, σκέφτηκε μειδιώντας μαζοχιστικά, καίνε και πονάνε, μα ο κόσμος συνεχίζει να τα ονειρεύεται και να τα περιμένει διακαώς. Χάρηκε με το εσωτερικό λογοπαίγνιο και κοίταξε τον ασυννέφιαστο ουρανό. Ένα αεροπλάνο χάραζε τη γαλάζια επιφάνεια αφήνοντας πίσω του μια λευκή γραμμή καπνού. Η αισθητική παραφωνία την επανέφερε στην πραγματικότητα και της πήρε αρκετή από τη χαρά του καλοκαιρινού απογεύματος που πλησίαζε στο τέλος του. Όμοια με το ίδιο το καλοκαίρι.
Λίγο πριν σηκωθεί οριστικά, η γυναίκα ένιωσε πως κοίταζε μια οθόνη τηλεόρασης που την έκοβε στα δυο η άκρη μιας θλιβερής σιδερώστρας.
Κάποτε αγαπούσα πολύ τα ζώα. Δεν φοβόμουν να τα πλησιάσω, τα άγγιζα τρυφερά, ευχαριστιόμουν πολύ με τα υγρά μουσούδια τους ή με τα απαλά φτερά τους. Σιγά σιγά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν -ούτε που κατάλαβα πότε ακριβώς ή για ποιο λόγο.
Η πολική αρκούδα με την οποία ήμουν ερωτευμένος, και με την οποία συναντιόμασταν στο ονειρότερο – σόρρυ, στο ορεινότερο ήθελα να πω – μέρος του κόσμου άρχισε να πίνει Coca Cola στα πεδινά. Ο αστείος κάστορας που μαζί του σκάρωνα ζαβολιές και αυτοσχέδιες συναυλίες με τα υπόλοιπα ζώα αποφάσισε πως του ταίριαζε περισσότερο ν΄αρχίσει να πλένει τα δόντια του με Oulodent και σταμάτησε τους πειραματισμούς με νέους καρπούς στα δάση, στρέφοντας ολοκληρωτικά την προσοχή του στο πολύτιμο σμάλτο του. Η καλόβολη αγελάδα που με πότιζε γάλα και κρυφά χάδια στα καταπράσινα λιβάδια της προσωπικής μας Εδέμ απέκτησε ονοματεπώνυμο και σκουλαρίκι. Ο γλάρος Ιωνάθαν που με συνόδευε στις φοιτητικές θαλάσσιες περιπέτειές μου με το φέρρυ μποτ – αξέχαστα τα φουγάρα του “Αλέξανδρος” ή η παντόφλα “Αικατερίνη” που έκανε μισή μέρα για μια διαδρομή Ηγουμενίτσα-Κέρκυρα - έγινε λογότυπο στα πλευρά ενός ταχύπλοου με βελούδινα καθίσματα και αιρκοντίσιον.
Η μόνη σχέση που έχω πλέον με τα ζώα είναι νοερή. Σα να μην αντέχω πια την επαφή με τις μεταλλαγμένες γούνες τους ή με τα διαφημιστικά χαμόγελά τους. Μπορεί απλώς και να τα φοβάμαι, και να μην μπορώ να το ομολογήσω ανοιχτά ούτε καν στον εαυτό μου. Νιώθω πολύ μόνος μερικές φορές. Απελπισία. Είμαι σίγουρος πως οι περισσότεροι άνθρωποι συνεχίζουν ν’ αγαπούν τα ζώα κι έχουν εντελώς διαφορετική άποψη από μένα, αλλά τι να γίνει. Τα ζώα είναι καλά, αλλά δεν είναι όλα καλά για όλους. Αναπολώ την εποχή των δεινοσαύρων και δακρύζω, μα ούτε καν τα απολιθώματα δεν δύναμαι να αγγίξω μιας και τώρα, μέχρι κι αυτά έγιναν ντεκόρ πίσω από μια βιτρίνα πλυμένη με Azax.
(Μετά από όλα αυτά, ο Άρχοντας των Μυγών κατευθύνθηκε προς τη ζούγκλα του Αμμαζονίου, εκεί που είχε καταφέρει να διατηρήσει ένα μυστικό κρησφύγετο, κι έκλεισε τα αυτιά του στο κάλεσμα των Σειρήνων ενός σύγχρονου πλου αεροστάτου που είχε πάψει πια να τον ενδιαφέρει)
Κάποια μέρα ονειρεύομαι να ζήσω σε ένα ισόγειο σπίτι. Στο πέτρινο κατώφλι του θα υπάρχει μία γλάστρα με βασιλικό. Θα τον ποτίζω κάθε μέρα με τα χέρια μου. Με δροσερό νερό και κουβέντες. Θα είναι καταπράσινος και ευωδιαστός. Όλοι θα τον θαυμάζουν, κι εγώ θα τον χαϊδεύω διαρκώς. Μετά, θα μυρίζω τα δάχτυλά μου και θα αγαλλιάζω. Η ειδοποιός λεπτομέρεια του ονείρου, η οποία το καθιστά ιδιαίτερο και τελείως διαφορετικό από άλλα όνειρα ή ακόμα και από την ίδια την πραγματικότητα, βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο στην προσωπική μου σχέση με τον βασιλικό μου.
Κυρία Πάρκερ: Φοβάμαι πως κάποτε θα σας χάσω, κύριε Μπέντσλεη.
Κύριος Μπέντσλεη: Θα πρέπει να έχετε μια τεράστια τρύπα στην τσέπη σας για να συμβεί ποτέ αυτό, κυρία Πάρκερ.
—
Ελλονόρα: Σου αρέσει αυτό το αγόρι, Βασιλιά Μελάνι;
Βασιλιάς Μελάνι: Δεν θυμάμαι, Ελλονόρα…
—
Απρόοπτα
Η Νατάσσα γλίστρησε στο μπάνιο. Ράγισε τρία πλευρά. Την φωνάζαμε “Η Ραγισμένη” και γελούσαμε. Σκέφτηκα πριν λίγο: “Πώς είναι δυνατόν να γλιστρήσει κανείς στο μπάνιο;” και βγήκα προσεκτικά σκουπίζοντας τα πόδια μου στο μαλακό χαλάκι. Μετά, η γνωστή μυστική φωνή που με κατανοεί και με συμβουλεύει σε τέτοιες περιπτώσεις κι απαντά στα ερωτήματά μου μού ψιθύρισε: “Απρόοπτο είναι αυτό που σου συμβαίνει όταν δεν περιμένεις με τίποτα να σου συμβεί. Τώρα το περίμενες, άρα δεν υπήρχε καμία περίπτωση να γλιστρήσεις…”. Σκέφτηκα πως αυτή η άποψη θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε πάρα πολλά πράγματα στη ζωή κι αναρωτήθηκα και πάλι μήπως πρέπει απλώς να πάψω να αναμένω/φοβάμαι/ελπίζω το ο,τιδήποτε. Έτσι, για να του δώσω μια ευκαιρία να μου συμβεί. Η εσώτερη φωνή σιώπησε με σοφία κι εγώ βγήκα από το μπάνιο αρτιμελής και κάπως άδεια.
Συνθήματα
Τοίχος στην Κόρινθο: “Φωτιά σε όλα τα κενά”.
Τοίχος στην Κέρκυρα: “Έλλειψη νοήματος στην κοινωνία της αφθονίας”.
Υπότιτλος στην τηλεόραση: “Η ταραγμένη ψυχή είναι πάντοτε εξαιρετική πηγή δυνατής λογοτεχνίας”.
Τοίχος στο Λουτράκι: “Μου λείπεις”.
Μισοξεχασμένη φράση που μεταφέρεται πρόχειρα εδώ: “Το μεγαλύτερο επίτευγμα του χρήματος είναι πως κατορθώνει να κρατά σε απόσταση το σώμα από την ψυχή”.
Γραπτό μήνυμα του στυλ αμπελοφιλοσοφώ-επειδή-με-χτύπησε-ο-ήλιος, από την παραλία: “Οι ιδέες που δεν υλοποιούνται είναι σα να μην υπήρξαν ποτέ. Διάβασα ένα ωραίο σύνθημα σήμερα, αυτό με τη φωτιά σε όλα τα κενά. Για να γίνει κάτι καλό θα πρέπει να γίνεται από την αρχή. Χωρίς κενά. Αντίο Πλου, καλημέρα Θεώρημα”.
Φιλική συμβουλή: “Αφού δεν τα κατάφερες με τον μπάρμαν ναι, άντε να δεις το χασάπη που του μοιάζει. Αυτό χρειάζεσαι άλλωστε στη ζωή σου, ε;… Έναν καινούριο πόνο!”. (…)
Ω, πόση, τόση η ομορφιά των χαραμάτων. Κι αυτά τα πρωινά λευκά σεντόνια, ασύγκριτο περιτύλιγμα, ιδανικό για σώμα. Εξαίσιο σώμα, υπό διαμόρφωση. Μα πάντα με ένα βλέμμα ερχόταν η μεταμεσονύχτια αφύπνιση, από την πρώτη ώρα, εκ γεννετής, κι όχι με άγγιγμα όπως για όλους. Και συνεχίζει με ένα τέτοιο ακόμα κι αν αλλάζει και περνά ο καιρός για εκείνους τους άλλους. Όχι για μας, ακόμα δεν το έχω καταφέρει.
Πιο ηχηρό κι από φωνή, το κοίταγμα αρκούσε. Πρόσωπο σύννεφο, χωρίς καμία φασαρία στα τοπία του, καθόλου ανταριασμένο, ιδανικό. Τολύπα καπνού αιθέρια, ολόλευκη μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο η αύρα του Ωραίου. “Κοιμήσου αγάπη μου, είναι ακόμα νωρίς”, κι ήταν πραγματικά νωρίς, πολύ νωρίς για όλα. Τυλίχτηκε ο Ασύγκριτος με ύπνο και βαμβάκι, φευγάτος μ’ ένα κόκκινο άλογο και τρεις σκόρπιες λέξεις, συνέχισε τα όνειρα και τη δική μου πλάνη. Και το θαυμασμό, το δίχως άλλο.
Εδώ ο καιρός περνά με ψευδαισθήσεις, μην με παρεξηγείς που μιλάω έτσι. Είναι καλά, άκουσέ με. Σε λίγο κάποιος βήχει γνώριμα στην Πελοπόννησο κι εγώ τον αφουγκράζομαι γλυκά στα Ιόνια μέρη. Κατάλαβα, του είπα καλημέρα, ως προσήκει, νοερώς και γοερώς. Αίμα ο ένας του αλλουνού, ψιθυρίζω στα περιστέρια, ίσα για να το ακούσω μόνο εγώ. Ούτε καν εκείνα δεν με άκουσαν, μα το Θεό, το ξέρω. Μα αυτό αρκούσε για αρχή, σαν μερτικό ελέους.
Στην κεντρική οδό της πόλης, εκεί όπου το Σαρόκο γίνεται Μαρόκο και ανθίσταται επίμονα σε κάθε είδους ευρωπαϊκό νεωτερισμό, είδα ένα φιδοτόμαρο να κρέμεται από τα κλαδιά ενός δέντρου. Το εντυπωσιακό μήκος του πάλαι ποτέ παγωμένου δέρματος έφτανε τα δύο μέτρα κι είχε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς των θερμών χρωμάτων αποτυπωμένους πάνω του. Ο σαρκασμός της φύσης, σκέφτηκα, καθώς φαντάστηκα το κρύο ζώο να απεκδύεται το φάλτσο ρούχο και να απομένει γυμνό αναμένοντας μια πιο σωστή ενδυμασία για το χειμώνα///Φολίδες και λέπια καλύπτουν την παγωνιά, γη και ύδωρ προστατεύουν τους αλλότριους της Φύσης///Ένα ξαφνικό τηλεφώνημα από το Πάνθεον με παίρνει από το αυτί και με μεταφέρει στη Ρώμη, εκεί όπου θεοί κι ημίθεοι, περιστέρια και κρυστάλλινα νερά χαριεντίζονται γλυκά με το κυριακάτικο μεσημέρι και τους λευκούς γλουτούς των αγαλμάτινων Ερώτων///Η χαρά των διακοπών χάιδεψε τη σκέψη μου μαζί με τις φωνές των φίλων που γνωρίζουν πώς να διακόπτουν και να ξαναπιάνουν τα νήματα του καιρού και των αισθήσεων με τέχνη και σοφία///Φοίβο και Στέφανε, καλό καλοκαίρι///Μια μικρή καραμελένια έκπληξη οι φωνές των ανθρώπων που οι ανάσες τους μυρίζουν τριαντάφυλλο και ζάχαρη άχνη///Θωπευτικά τα περαστικά βλέμματα των ξένων που προσπαθούν να ανιχνεύσουν μια σπίθα καλοκαιριού σε στιγμιαίες συναντήσεις υπό το φως του φεγγαριού///Τυχαία στιγμιότυπα με διάρκεια ζωής μόλις μερικών δευτερολέπτων ανατρέπουν το δισταγμό του Ιουλίου και βαφτίζουν τη ζωή Ωραία. Είναι εύκολη η χαρά της εποχής, απλώς μερικές φορές τείνω να το ξεχνάω///Μια τεράστια Πλατεία των Ψιθύρων η μεσημεριάτικη γειτονιά, με βάζει σε κουζίνες και αυλές, σε συνομιλίες και στιγμιότυπα καθημερινής ρουτίνας όπου αντηχούν κομμάτια ζωής που μ’ αρέσει να κρυφοκοιτάζω εμβόλιμα///Ένα μαθητευόμενο φλάουτο ανεβοκατεβαίνει κλίμακες υπομονετικά, μια μητέρα μαλώνει το παιδί της, το γνωστό τρανζίστορ προειδοποιεί πως με μια αγάπη καινούρια θα χαράξει πορεία, τα οικεία περιστέρια διστάζουν στο κατώφλι μου, ο μεσημεριάτικος ήλιος μου θαμπώνει την όραση καθώς ρίχνω ματιές στα σκαλοπάτια///Ένα στωικό Φαγιούμ με κοιτάζει ανέκφραστο από δίπλα και με κάνει να θέλω να του βγάλω τη γλώσσα, να το κάνω να γελάσει, να παίξουμε κλέφτες κι αστυνόμους με τη σιωπή και την απραξία αιώνων///«Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά, μικρή ανόητη», το ακούω να μου σφυρίζει βλοσυρό από τα βάθη του χρόνου. Αποστρέφω πάραυτα το βλέμμα γιατί τώρα δεν είναι ώρα για περίσκεψη, θέλω μόνο να απολαύσω ανέμελα τούτο το ωραίο μεσημέρι κι αυτό θα μου είναι αρκετό///Ένα καινούριο αιφνίδιο τηλεφώνημα με βγάζει από τη σκιερή νιρβάνα μου και με καλεί για βουτιές και θαλασσινούς μεζέδες στην παραλία. Θα σηκωθώ λοιπόν, θα φορέσω χρωματιστό μαγιό και φρέσκια όρεξη, θα κλείσω προσωρινά την πόρτα μου στα περιστέρια και στους περαστικούς και θα πάω στο Μον Ρεπό μου για λίγη κυριακάτικη ευδαιμονία///Τα σέβη μου.
Ο έβδομος μήνας αναμενόταν να μου φέρει μια βαλίτσα με ξεκούραση. Παρόλα αυτά, οι πρώτες νύχτες του Ιούλη ξεκίνησαν με καλέντουλα, πασιφλόρα και βαλεριάνα σε χαμηλά ποτήρια-προπομπούς ή κατευθείαν πάνω στο δέρμα κι έκτοτε βολοδέρνουν αναποφάσιστες, ακροβατώντας κοπιαστικά ανάμεσα στην επίμονη υγρασία της γης και στο φωτεινό σκοτάδι της Ιόνιας σκέπης/// Σκληρός μήνας, καυτερός, παράξενος. Καθυστερεί το θέρος. Τσάκισε με το καλησπέρα σας τη γυμνόστηθη Εξιδανίκευση κάτω από την τραχιά του πατούσα και τώρα συνεχίζει ακάθεκτος για νέες βιβλικές καταστροφές. Όποιος φοβάται ας λιποτακτήσει, είναι η μόνη λύση///Απαλλαγμένη πια από την ιδέα της Ωραίας Προκατάληψης, βαδίζω κι εγώ μαζί με όλους στα τυφλά ανάμεσα σε πλακόστρωτα δρομάκια και αφηρημένα βλέμματα χωρίς έναν καημό, χωρίς μιαν εμμονή, σχεδόν απούσα///Βραδινές χειραψίες και γνωριμίες παραλογοτεχνίας στα σκοτεινά καταφύγια θηραμάτων της παλιάς πόλης σκάβουν πρόχειρες σπηλιές στο χρόνο μου χαράζοντας τη γραμμή μιας εσφαλμένης πορείας που παρερμηνεύτηκε στο χάρτη κι οδηγεί ανώφελα στο μεγαλειώδες, ήσυχο Τίποτα του επόμενου πρωινού που επέρχεται σαν σκύλος///Η επιμονή του κόσμου να αναζητά ψυχή κι αναψυχή κάτω από ιπποτικές επιγραφές και μικρές κληματαριές με βουκαμβίλιες, γιασεμιά και νυχτολούλουδα διατηρεί ομολογουμένως μια κάποια γοητεία, μόνο που αυτό το καλοκαίρι τούτη εδώ η γοητεία προσομοιάζει κάπως με τη θλίψη της επίγνωσης και άρα αφήνει χαίνοντα κενά στις προσδοκίες των σωμάτων και των νευμάτων της όποιας Χαράς. Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως τεμπέλης///Αναμοχλεύω νωχελικά τα αγριόχορτα και τις παλιές σελίδες προς άγραν νοήματος και νέου σκοπού –ας πετύχω έστω ένα ζόρι, ένα ξεσήκωμα στην επόμενη παράγραφο, κάτι πια– μα η επιμονή μου δεν ευοδώνεται, η πολυπόθητη συγκίνηση αργεί να ‘ρθεί, μοιάζει όλο και πιο πολύ με φρούδα ελπίδα που χάνεται στη μετάφραση///Ξυπνάω λοιπόν ξανά ασφαλής και κουρασμένη, ανάμεσα σε αδιάφορες επανεκδόσεις πανομοιότυπων ιστορημάτων κι όλο υπόσχομαι πως κάθε απόψε θα είναι όλα διαφορετικά, ως δια μαγείας///Η νομοτέλεια των πραγμάτων παραμένει εντούτοις απαράλλαχτη. Όταν χτυπάς με τις γροθιές την πόρτα της έμπνευσης, της συγκίνησης, της φιλίας, της τύχης -ό, τι χρειάζεται ο καθείς τέλος πάντων, στο κατώφλι εμφανίζεται μια εκνευρισμένη γραία ξεδοντιάρα κι επ’ ουδενί η παρθένα κόρη που όλοι περίμεναν εναγωνίως///Όσο αποζητώ λοιπόν με επιμονή ένα πολύτιμο ανθρώπινο Κάτι το μόνο που θα εμφανίζεται μπροστά μου θα είναι ένα κακομούτσουνο απάνθρωπο Τίποτα and that’s a fact///Περιέργως, η ψυχραιμία μου παραμένει εντυπωσιακή και η οπτική μου αρκούντως θολή ώστε να μην ενοχλούμαι περαιτέρω. Είμαι αδιάφορη και αυτάρκης, δεν ανησυχώ///Ευτυχώς διατηρείται μέσα μου ζωηρή η σκέψη του κοριτσιού με το μπλε φουστάνι στην πλατεία και η εικόνα του κοριτσιού με ένα βαζάκι γλυκό ρόδι στο σκαλί, κι έτσι το θέρος μαλακώνει κάπως και γίνεται πιο ευφρόσυνο. Χάρη στα δυο κορίτσια, χάρη σε αυτά///Κι επίσης χάρη στα αδέσποτα περιστέρια που κατάλαβαν πόσο άκακο είναι το κατώφλι μου κι έτσι το διαβαίνουν κάθε απόγευμα στις έξι, αδιάφορα και τολμηρά///Σάββατο μεσημέρι, ωραία ώρα, ωραίο φως. Στο Ιόνιο οι άνεμοι πνέουν βορειοδυτικά ασθενείς μέχρι μέτριοι και η θερμοκρασία στην πόλη κυμαίνεται από 23 έως 25 βαθμούς Κελσίου///Από κάποιο διπλανό στενό ένα τραντζιστοράκι αναμεταδίδει παλιές λαϊκές επιτυχίες και για μια στιγμή ξεκολλάω από το παρόν, αφήνω πίσω μου την σχεδόν απωθητική ρεαλιστική εκδοχή του γεγονότος και πρωταγωνιστώ σε μια ελληνική ταινία εποχής μαζί με τον Κούρκουλο , την Καρέζη, μπορεί και τον Παπαγιανόπουλο///Κατόπιν επανέρχομαι στο ηλιόλουστο παρόν, πιάνω την φρεσκοτυπωμένη Ζυράννα μου, μυρίζω το χαρτί και αγαλλιάζω με όσα πρόκειται να διαδραματιστούν ανάμεσά μας. Το πάθος χίλιες φορές, είπε, κι εγώ την πιστεύω///Αραγμένη ως αργά στον καναπέ κάτω από το γεωγραφικό χάρτη της Παλαιάς Διαθήκης γεύομαι με ευγνωμοσύνη τα σύκα και τα μούσμουλα που μου πρόσφερε πεσκέσι η γειτόνισσα, κοιτάζω το κάστρο από το πέτρινο παράθυρο της μικροσκοπικής κουζίνας, χαμογελώ από την ανοιχτή μου πόρτα στους αλλότριους περαστικούς που κατεβαίνουν το καντούνι και υπόσχομαι πως απόψε όλα θα είναι διαφορετικά, ως δια μαγείας///Καθώς ζυγώνει το βράδυ, η εικόνα ανατριχιάζει. Από το απέναντι παράθυρο ακούω τους λυγμούς μιας κοπελιάς που λυπάται γοερά, ενώ ταυτόχρονα στον όροφο της Φιλαρμονικής κάποιος παίζει στο πιάνο τα άπαντα του Χατζιδάκι/// Ένα παιδί φωνάζει στα σκαλιά, κάποιοι χειροκροτούν μιαν ορχήστρα, έξω στροβιλίζονται μελτέμια, κουζινικές μυρωδιές και πτήσεις αναχωρήσεων, ενώ μέσα η νύχτα μου ανάβει μέσα σ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί /// Τα σέβη μου.
-Πόσο ανόητος πρέπει να είναι κάποιος για να νομίζει πως οι άνθρωποι που θαυμάζει/συμπαθεί/επιδιώκει φιλικές σχέσεις μαζί τους έρχονται κοντά του γι’ αυτόν ενώ εκείνοι έρχονται για τον διπλανό του;
-Πόσες τεκίλες πρέπει να πιεί κάποιος για να μιλάει τα πιο άθλια γαλλικά της ζωής του, ενώ αυτή τη γλώσσα την μιλάει καθημερινά τα τελευταία 17 χρόνια;
-Πόσες ώρες πρέπει να μείνει κάποιος στο Εραλδικόν για να μην θυμάται το πρωί ούτε τα μισά απ’ όσα είπε/άκουσε;