Τις νύχτες τα φαντάσματα κάνουν βόλτα στις Σπέτσες

Αυτό τον καιρό, με το που πέφτει το σκοτάδι το νησί γίνεται πιο ανάλαφρο, επιπλέει με περισσότερη χάρη στα σκοτεινά νερά, αποκτά το ειδικό βάρος των αυγουστιάτικων ωρών που περνάνε αέρινα πάνω στο σώμα του και το στολίζουν με ζεστές ανάσες και χάδια. Τις νύχτες, στη μεγάλη σάλα, ακροπατούν φαντάσματα. Τα φαντάσματα αυτά κρύβονται στα φυλλώματα των δέντρων της αυλής και με τη δύση του ήλιου εισχωρούν στο σπίτι από τις λεπτεπίλεπτες χαραμάδες των μανταλωμένων πατζουριών, κολημένα στα δαντελωτά φτερά μιας καταπράσινης λιμπελούλας ή μιας τολμηρής πυγολαμπίδας που φλερτάρει με τη λάμπα της εισόδου. Μόλις το φλερτ αποδώσει καρπούς στο χωλ ή στο πρώτο δωμάτιο η εισβολή είναι πια παιχνιδάκι.

Προχτές τη νύχτα ο ύπνος μου ήταν ταραγμένος και εξαιρετικά ελαφρύς. Οι αόρατοι κάτοικοι του σπιτιού είχαν αρχίσει να βολτάρουν από νωρίς στο χώρο. Τα βήματά τους έμοιαζαν με βήματα γιγάντιας κατσαρίδας που έχασε το δρόμο της και περιφέρεται στον κόσμο σαν τρελή προσπαθώντας να εντοπίσει τη μυστική κρυψώνα της. Κατά τα μεσάνυχτα κάποιος περπατούσε αφήνοντας πίσω του μικρούς θορύβους από δάχτυλα που χτυπάνε νευρικά πάνω στο ξύλινο τραπέζι -ήταν ένα μικρό φάντασμα παιδιού, φαίνεται, που είχε μόλις καταφέρει να μετακινηθεί μπουσουλώντας. Μια κορασίδα λεπτεπίλεπτη και σεμνή, περίπου στα είκοσί της χρόνια, στεκόταν μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη και χάιδευε μαλακά τις μεταξένιες μπούκλες της -μύριζε νυχτολούλουδο και γαρδένια. Δυο τρεις ένδοξοι πρόγονοι επιτηρούσαν το χώρο με αυστηρότητα κι έκαναν τη ραχοκοκκαλιά μου να αναριγεί στο πέρασμά τους. Προσπαθούσα να αναπνέω απαλά και να κάνω όσο το δυνατόν λιγότερες κινήσεις πάνω στο λουλουδάτο σεντόνι μου, από φόβο μήπως και προκαλέσω την οργή τους, η παρείσακτη.

Η γιαγιά του κεντρικού πορτρέτου, αλαμπρατσέτα με τον παππού αντίκρυ της, σιγομουρμούριζε ένα παλιό τραγούδι για τους ναυτικούς που έφυγαν και ποτέ δεν ξαναγύρισαν στο νησί, κι η αργόσυρτη βραχνή φωνή της τους έστελνε χαιρετίσματα στο αλλού της περιπέτειάς τους με αγάπη. Ο κύρης του σπιτιού, αυστηρός και επιβλητικός, πρόφερε σκοτεινές βλαστήμιες κάτω από το ολόλευκο παχύ μουστάκι του κι έκανε τις αραχνίτσες των ταβανιών να σκιρτούν ζαρωμένες μέσα στους υφαντούς ιστούς τους.

Προχτές τη νύχτα κοιμήθηκα δύσκολα και τα όνειρά μου ήταν βασανιστικά και αγχωμένα. Τα παλιά σπίτια παραμένουν αιωνίως στοιχειωμένα από τους ανθρώπους τους, είμαι πια σίγουρη γι’αυτό. Οι επόμενες γενιές που εισχωρούν στα άδυτα του παρελθόντος και παίρνουν -δικαιωματικά δήθεν- θέση στις βαριές καρέκλες ή τεντώνονται στα τριζάτα κρεββάτια αμέριμνες τους ενοχλούν. Τα νεανικά σώματα που δοκιμάζουν ανέμελα τους ιστορικούς σωμιέδες ακούγονται σαν παράφωνες νότες σε ένα πρελούδιο ανυπέρβλητο και ιερό. Οι απόγονοι αδικούν το παρελθόν και μεταλλάσσουν το παρόν σε ασήμαντη συνέχεια μιας σοβαρής ιστορίας που χάνεται καθ’ οδόν. Οι πρόγονοι ξέρουν να υποδέχονται μα και να κρατούν κακία. Τα ιστορικά σπίτια θέλουν προσοχή αλλιώς θυμώνουν κι εκδικούνται.

Το επόμενο πρωί ξέπλυνα την αγρύπνια μου στα κρυστάλλινα νερά μιας φιλικής παραλίας που διαμορφώθηκε ειδικά για παρόμοιους εξαγνιστικούς σκοπούς. Κάτω από τα αιωνόβια πεύκα ξάπλωσα με αγαλλίαση και ευγνωμοσύνη. Ευχαρίστησα τον ουρανό για το στοργικό γαλάζιο του και το ζεστό χώμα για τα λιλιπούτεια μυρμηγκάκια που μου έστελνε εδώ κι εκεί. Τριγύρω μου ο τόπος έσφυζε από ζωή που διακύρησσε το παρόν με σθένος και ελαφρότητα. Ανακουφίστηκε ο νυχτερινός μου κάματος μέσα στα νερά του Αργοσαρωνικού και σηματοδοτήθηκε το ξεκίνημα της επόμενης μέρας. Γλίτωσα και σήμερα, σκέφτηκα με χαρά, σαν τον κλέφτη που τό’ σκασε από τους διώκτες του και κατάφερε να πάρει ανάσα. Απόψε λέω να κοιμηθώ κάτω από τ’ αστέρια, ατάραχη κι ελεύθερη από το βάρος των γενεών όλων.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Αύγουστος 11, 2008, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: