Daily Archives: 6 Οκτωβρίου, 2008

Αυτοκριτική σε format σεντονιού με τσάκιση

Κοιτάζω κατά καιρούς τις τρεις ευχές κι αναρωτιέμαι: «Τι είδους μπλογκ είναι αυτό;»… Θέτω ευθέως την ερώτηση σε διάφορο κόσμο, φίλους, γνωστούς, αναγνώστες. Η απάντηση που λαμβάνω είναι σχεδόν πάντοτε η ίδια: «Οι τρεις ευχές είναι ένα λογοτεχνίζον μπλογκ». Μάλιστα.

Όταν χρησιμοποιώ την ελληνική γλώσσα για να γράψω ένα κομμάτι -«λογοτεχνίζουσα» και «λογοτεχνίζον», αντιστοίχως, κατά την κοινή άποψη- υποτίθεται πως προσπαθώ, με κάποιο τρόπο, όχι μόνο να κοινωνήσω ένα κάποιο μήνυμα, αλλά και να φροντίσω την συνέπεια της εικόνας μου. Γράφω λέξεις που μου αρέσουν, μιλάω για πράγματα που βρίσκω ενδιαφέροντα, με τρόπο που πιστεύω πως, ταυτόχρονα, θα ευνοήσει την κατανόηση και την επικοινωνία.

Από την άλλη, σκέφτομαι πόσες φορές μπήκα στον πειρασμό να χρησιμοποιήσω κάποια συγκεκριμένη λέξη και αντί γι’ αυτήν προτίμησα κάποια άλλη, λιγότερο προκλητική ή τρανταχτή. Για να μην σοκάρω (;) το κοινό που περνάει από τις σελίδες μου, για να μην σπάσω τη «λογοτεχνίζουσα» εικόνα μου, για να διατηρήσω το «λογοτεχνίζον» προφίλ του ιστολογίου, για να μην αλλάξω ύφος τόσο δραστικά. Δεν ενέδωσα στον πειρασμό, κι άρα μπούκωσα μια επιθυμία μου, μεταμφιέζοντάς την σε κάτι άλλο, πιο comme il faut.

Σκέφτηκα πόσες φορές ξεπατίκωσα την απτή πραγματικότητα, σαν ιχνογραφία τρίτης δημοτικού, αποφεύγοντας να εκτροχιαστώ σε πλανήτες που θα ήταν κάπως πιο δύσβατοι για να τους περπατήσει το πόδι μου, αν και θα μου πρόσφερε σαφώς μεγαλύτερη ικανοποίηση μια βόλτα εκεί πάνω.

Σκέφτηκα πόσες φορές «έκοψα» κακές λέξεις και θέματα που κάνουν «τζιζ», φρενάροντας την αυθόρμητη γραφή και το αποτύπωμα της εσώτερης ανάγκης μου για ειλικρίνεια έκφρασης. Σκέφτηκα πόσες -αμέτρητες- φορές κατέφυγα σε λεκτικά και νοηματικά κλισεδάκια, άκακα και χαριτωμένα, αντί να χτυπήσω γροθιά στο μαχαίρι και να πω όσα σκέφτομαι έτσι όπως τα σκέφτομαι, κι όποιον πάρει ο χάρος.

Σκέφτηκα επίσης πόσες φορές η εσωτερική μου λογοκρισία με απέτρεψε από την σταράτη και χύμα έκφραση νοημάτων που μόνον έτσι θα ήθελα πραγματικά να είχα αναπτύξει. Και με την αντίστοιχη γλώσσα. Άκομψη, σκληρή, προκλητική και ένοχη, όπου ήταν ανάγκη. Που αν ήταν τέτοια, προσωπικά θα την γούσταρα πολύ περισσότερο και στο τέλος της ημέρας θα με είχε ικανοποιήσει πολύ πιο βαθιά.

Κανείς δεν με υποχρέωσε να γράφω όπως και όσα γράφω. Κανείς δεν έκανε αρνητικά σχόλια για κάτι, πέραν του μεγέθους των κειμένων καμιά φορά. Σταδιακά όμως αντιλαμβάνομαι πως με πήρε ολίγον τι από κάτω η καθωσπρέπεια του -όποιου- ύφους. Μια άδικη και λανθασμένη καθωσπρέπεια, παρανοημένη, που καταλήγει σε υποδούλωση στις εκφάνσεις. Η τάση μου να κάνω τα πράγματα όπως τα δέχεται η κοινωνία (η όποια κοινωνία, κάθε φορά) και όχι όπως τα προτιμώ εγώ με ακολουθούσε από παιδί. Όντας ιδιαιτέρως καταναγκαστικό άτομο, ακόμα και η πιθανότητα ενός λάθους ή μιας ανοιχτής παρέκκλισης με τρόμαζε πολύ. Ακόμα με τρομάζει, σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Κι ας την έχω στο αίμα μου, τελικά, εξ ού και οι παρούσες σκέψεις.

Τον ορισμό αυτού του «λάθους» δεν τον βρίσκει κανείς σε λεξικά, παρά μόνο στις καταβολές και στην ιδιοσυγκρασία του και πάντα κατά περίπτωση. Αυτή η ιδιοσυγκρασία -με τις θετικές και με τις αρνητικές όψεις της- διαμορφώνεται και καλλιεργείται με τον καιρό, κι έχει άμεση σχέση με την καταγωγή, τον κοινωνικό περίγυρο, την ιδεολογία που αναπτύσσει το άτομο με το πέρας του χρόνου, τα προσωπικά χαρακτηριστικά, κ.λπ., κ.λπ. Και καταλήγει, καμιά φορά, στον καθωσπρεπισμό που πνίγει την ελεύθερη έκφραση και στομώνει τη γλώσσα μέχρι στραγγαλισμού.

Διαβάζοντας καμιά φορά τα ίδια μου τα κείμενα, νομίζω πως πλήττω. Όχι πάντα, αρκετά συχνά όμως. Κι αυτό είναι δυσάρεστο και αποκαρδιωτικό. Δεν θέλω να μου συμβαίνει. Με ενοχλεί. Δεν θέλω να υποκλίνομαι στο ύφος που υποτίθεται πως ακολουθούν οι τρεις ευχές, και που η ίδια προώθησα. Θέλω να το ευνοώ χωρίς να με δεσμεύει, να το χειρίζομαι με ελαστικό τρόπο και να παράγει αληθινή ομορφιά και όχι μόνο την οποιαδήποτε πόζα. Έχω επίγνωση πως κανένας δεν με υποχρέωσε να υιοθετήσω το όποιο ύφος ή την όποια θεματολογία. Κανείς πέρα από τον εαυτό μου, που μαζί του κάνω τώρα αυτή την κουβέντα, στην ουσία. Απλώς σκέφτομαι μεγαλοφώνως. Το ύφος αυτό το επέλεξα επειδή μου ταιριάζει, αυτό είναι σίγουρο, όχι όμως ως τροχοπέδη ούτε ως κολάρο στο λαιμό μου. Θέλω να το απολαμβάνω αλλά και να παίζω μέχρι συντριβής μαζί του καμιά φορά.

Υπάρχει άραγε λύση σε αυτό το υπαρξιακό ζήτημα που πλήττει το παρόν ιστολόγιο; Μήπως η μόνη διέξοδος θα ήταν ένα ειλικρινές και θαρραλέο κλείσιμο, και μια νέα ιστολογική απόπειρα, χωρίς ονοματεπώνυμο και ανακοινώσεις αυτή τη φορά, στο ατέρμονο σύμπαν του διαδικτύου;…

(Το κείμενο αφιερώνεται εξαιρετικά σε κάποιον που μου ανέπτυξε επ’ ακριβώς τους κινδύνους του λαϊκισμού σήμερα το μεσημέρι και με έκανε να καταλάβω, εν αγνοία του ίσως, πως όσα γιουχάρω καμιά φορά τα λούζομαι)

Ένα μεγάλο (ονειρεμένο) φαγοπότι

Υπάρχει καιρός του λαλείν και καιρός του σιγάν. Καιρός του καταβροχθίζειν και καιρός του διαιτίζεσθαι (μαυροχάλι, σχώρα με για τον σολικισμό, να μην υπερβάλω κι εγώ λίγο;…). Οι απολαύσεις κοστίζουν, ενίοτε πολύ ακριβά. Το ταμείο περιμένει κάθε φορά στην έξοδο με τη μεζούρα ανά χείρας, και πίστωση πόντων δεν δίνεται ούτε στους καλύτερους πελάτες. Όπως στρώνουμε κοιμόμαστε κι όσα καταβροχθίζουμε τα φοράμε. Μετά το συγκλονιστικό σοφρίτο στην ταβέρνα του Γιάννη ακολούθησαν αλεπάλληλες βόλτες στα ζαχαροπλαστεία της πόλης. Το κακό δεν θέλει πολύ για να γίνει. Όπως και το καλό.

Το εξαιρετικό τιραμισού και η ζαλιστική πανακότα με σιρόπι από φρούτα του δάσους κατέφθασαν με λίγες ώρες διαφορά από το αλμυρό γεύμα. Η αλυσίδα δεν έσπασε: αλμυρό-γλυκό-αλμυρό-γλυκό, κ.ο.κ. Ο ουρανίσκος έλαμπε από ευτυχία και οι σιελογόνοι αδένες έκαναν πάρτι από τη χαρά τους. Καμιά συστολή, κανένα φρένο, όλα ελεύθερα. Ο Λούκουλος θα ήταν περήφανος για τα άξια τέκνα του, αν έριχνε καμιά ματιά από τον ουρανό. Λαμπερά τα κουταλάκια στο τέλος της αποστολής, κατακάθαρα τα πιάτα, άστραφταν έτοιμα για το ράφι. Όσο τρώω χορταίνω, κι όσο χορταίνω ησυχάζω. Ευδαιμονώ. Εκφορτίζομαι και χαλαρώνω, ξεχνώ τον κόσμο και τη ντουλάπα μου, διαγράφω το 36 από τις ετικέττες των παντελονιών μου κι ετοιμάζομαι γι’ ακόμα μεγαλύτερα μεγέθη. Άνευ τύψεων και δισταγμών, if I go on like this I’ m gonna get big and I’ ll deserve it! 

 
 
 

 (Ως γνωστόν, τα ωραία πράγματα διαρκούν ελάχιστα. Μετά από λίγο, οι δεσποινίδες Ερινύες κατέφθασαν τρέχοντας κι έβαλαν τα πράγματα στη θέση τους. «Δεν μπορείς να κάνεις ό, τι σου κατέβει, ακόμα να το καταλάβεις?» βροντοφώναξαν καταναγκαστικά μέσα στη νύχτα σπάζοντας το όνειρο σε χίλια δυο κομμάτια, σκορπίζοντάς το αδυσώπητα στα τέσσερα σημεία του δωματίου σαν κόκκους ζάχαρης που χύθηκαν παντού. «Αμάν πια, σκέφτηκα, παλιοζωή, ούτε στον ύπνο του δεν ησυχάζει κανείς. Καλά που πρόλαβα λιγάκι, έστω κι έτσι!…»)

(Duran Duran: Hungry like the wolf)

Αρέσει σε %d bloggers: