Daily Archives: 13 Οκτωβρίου, 2008

Έξω από ‘δω τα μάγια

Κοριτσάκι, όχι πάνω από 34 χρονών. Γυναίκα θα την έλεγαν κανονικά, εκείνη όμως ήταν κοριτσάκι. Γάζωνε κοντά στο παράθυρο της κουζίνας. Κουρτίνες, ρούχα, σεντόνια. Ό, τι χρειαζόντουσαν στο σπίτι από κείνη πέρναγε. Όλα χειροποίητα, για οικονομία. Αναστέναζε η Singer κάθε απόγευμα, βγάζαν φωτιά οι πατούσες της, κλάτσα κλούτσα οι παντόφλες. Τα μάτια της σπαταλιούνταν πάνω σε ραφές και στριφώματα, κι η μεζούρα πάντα στο λαιμό περασμένη. Καμιά φορά σκεφτόταν τα δικά της κι έκλαιγε, θάμπωνε η εικόνα, εκεί αυτή όμως, μην της ξεφύγει βελονιά και στραβώσει το γαζί.

Οι κόρες της έπαιζαν στην αυλή, μπροστά στην κουζίνα, δίπλα στο πλυσταριό. Το ένα κοριτσάκι είχε γεννήσει τα άλλα δύο. Φίσκα το σκοινί στις κυλότες, οι περισσότερες με ξεχειλωμένα λάστιχα από τη χρήση. Στα σκαλιά της κουζίνας, λίγο μετά την κυρία πόρτα, το πεζούλι φούσκωνε σαν γκαστρωμένη κοιλιά, ετοιμόγεννη η πέτρα, παίζανε πάνω του οι μικρές καβαλώντας την ασβεστωμένη φουσκάλα αμέριμνα κι ωραία. Κάθε μέρα γιορτή από λασπόγλυκα και σούπες με τσουκνίδα και κοτρώνες.

Κατά το μεσημέρι έσκαγε μύτη και ο γύφτος, με το ντενεκεδένιο λίγδινο κονσερβοκούτι του στο χέρι, έτοιμο να δεχτεί τα αποφάγια και να τον θρέψει και σήμερα. Του έδινε η μαμά ό,τι είχε, φαΐ κανονικό, όχι αποφάγια. Δεν τις ήθελε λειψές τις ελεημοσύνες της, κυρία σε όλα παρόλη τη στενεψιά. Μετά φώναζε μέσα τις κόρες και μέχρι να γυρίσει ο μπαμπάς από τη δουλειά το τραπέζι είχε στρωθεί και το φαγητό περίμενε ζεστό.

Μια μέρα, εκεί που πάλευε στο πλυσταριό με κάτι καλτσόβρακα γαριασμένα αλλά γερά, τρίβοντάς τα με μισό πνευμόνι να λευκάνουν, φάνηκε μια μαυροφορεμένη γριά και, πλησιάζοντας, ζήτησε δειλά το κατιτίς της. Έτρεξε η μαμά να της φέρει τα φραγκοδίφραγκα που της περίσσευαν, πάντα είχε κάτι ελάχιστα για τους φτωχότερους από κείνην. Ευχαριστώντας την, η γριά μουρμούρισε: «Μάγια έχεις στο σπίτι σου, άμα τα βρεις θα στερέψει το δάκρυ, θα φύγει το μίασμα, θα σκάσει το κακό». Εκείνη έψαξε παντού, γύρισε τον κόσμο ανάποδα, έφαγε τα δρόγκαλα μάγια όμως δε βρήκε. Πέρασε καιρός, ξεχάστηκε η κουβέντα.

Τις νύχτες οι κόρες κοιμόντουσαν μαζί. Σε αντικριστά κρεββάτια, με το λαμπάκι αναμένο. Έφεγγε ο διάδρομος από το χλεμπονιάρικο φως, κρυβόντουσαν τα ξωτικά πίσω από τους τοίχους. Ο ύπνος ερχόταν καβάλα σε μετεωρίτες που κατέφθαναν από μακριά. Καμιά φορά κοβότανε σκοντάφτοντας πάνω σε ένα λυγμό που ακουγόταν από το πουθενά μα ύστερα συνέχιζε κάτω από τα παιδικά βλέφαρα με πείσμα. Κρεμόντουσαν κάτω από τις κουβέρτες τα κλιτσινάρια τους, ξεκάλτσωτα κι αγνά. Χαμογελούσαν οι πατουσίτσες στο φύλακα άγγελο που στεκόταν φρουρός στο κατώφλι. Εμπόδιζε τους λυγμούς να γίνουν σαΐτες και να σκίσουν τον ύπνο τους, τις σκέπαζε με ζεστές ανάσες και προστατευτικά αόρατα φιλιά, να μην ακούνε.

Μέσα Σεπτέμβρη, λίγο πριν αρχίσουν τα σχολεία ένα απόγευμα οι κόρες παίζανε στα χώματα κάτω από τη βερυκκοκιά, σύριζα στη μάντρα. Οι φαρδιές φουστάνες τους φτάνανε ως το γόνατο, τα κεφαλάκια λάμπαν στη λιακάδα, τιτιβίζανε οι φωνούλες κελαρυστά. Πιάνει η μεγάλη ένα κλαράκι, φωνάζει τη μικρή, την καθίζει δίπλα της και δώστου να πιάνουνε μυρμήγκια. Σαλεύανε τα έρμα, τρέχανε εδώ κι εκεί να γλιτώσουν το φονικό. Όσα τσακώνανε τα σουβλίζαν ζωντανά, το ένα μετά το άλλο, με το ίδιο κλαράκι. Αλύπητα, κοιτάζανε τα έρμα ποδαράκια να κουνιούνται πέρα δώθε, διαλυμένο το κορμί, πατικωμένο, αν τα μυρμήγκια είχανε φωνή θα σκούζαν τρελλαμένα.

Ύστερα σκάβανε μικρούς τάφους, λακουβίτσες δυο δάχτυλα, και χώνανε μέσα το σουβλί, κανονική κηδεία μετά τους σκοτωμούς. Κι η τελετή με τα όλα της, φροντισμένη και όπως πρέπει, να πάνε στον άλλο κόσμο διαβασμένα και κλαμμένα, αναμάρτητα. Την ώρα που καρφώνανε στο χώμα το τελευταίο κλαρί, τα δαχτυλάκια αγγίξαν κάτι μυτερό, απαίσιο, πονούσε. Έσκουξε η μεγάλη, λάλησε η μικρή. Κάτω από τα χώματα, μια πλάκα σαπούνι, κεντημένη με καρφίτσες μπηγμένες άστατα στο λευκό κομμάτι. Πιάνει το τερατούργημα η μικρή και το τρέχει στη μαμά. Εκείνη τότε μπήγει φωνή σκιαγμένη, προγκάει τις μικρές να τσακιστούν μακριά, βάνει στο νεροχύτη μια φωτιά με οινόπνευμα κι εφημερίδες και ρίχνει μέσα το σατανόπραμα. Ανάβει λιβάνια απανωτά, σταυροκοπιέται κι αρχίζει να τριγυρνά στο σπίτι ψελλίζοντας προσευχές και ξόρκια, «Στ’ άγρια βουνά, στα καταράχια, έξω Θεέ μου το κακό, έξω από δω τα μάγια»…

(Στη Βούλα)

(Current 93: A silence song)

Αρέσει σε %d bloggers: