Έξω από ‘δω τα μάγια

Κοριτσάκι, όχι πάνω από 34 χρονών. Γυναίκα θα την έλεγαν κανονικά, εκείνη όμως ήταν κοριτσάκι. Γάζωνε κοντά στο παράθυρο της κουζίνας. Κουρτίνες, ρούχα, σεντόνια. Ό, τι χρειαζόντουσαν στο σπίτι από κείνη πέρναγε. Όλα χειροποίητα, για οικονομία. Αναστέναζε η Singer κάθε απόγευμα, βγάζαν φωτιά οι πατούσες της, κλάτσα κλούτσα οι παντόφλες. Τα μάτια της σπαταλιούνταν πάνω σε ραφές και στριφώματα, κι η μεζούρα πάντα στο λαιμό περασμένη. Καμιά φορά σκεφτόταν τα δικά της κι έκλαιγε, θάμπωνε η εικόνα, εκεί αυτή όμως, μην της ξεφύγει βελονιά και στραβώσει το γαζί.

Οι κόρες της έπαιζαν στην αυλή, μπροστά στην κουζίνα, δίπλα στο πλυσταριό. Το ένα κοριτσάκι είχε γεννήσει τα άλλα δύο. Φίσκα το σκοινί στις κυλότες, οι περισσότερες με ξεχειλωμένα λάστιχα από τη χρήση. Στα σκαλιά της κουζίνας, λίγο μετά την κυρία πόρτα, το πεζούλι φούσκωνε σαν γκαστρωμένη κοιλιά, ετοιμόγεννη η πέτρα, παίζανε πάνω του οι μικρές καβαλώντας την ασβεστωμένη φουσκάλα αμέριμνα κι ωραία. Κάθε μέρα γιορτή από λασπόγλυκα και σούπες με τσουκνίδα και κοτρώνες.

Κατά το μεσημέρι έσκαγε μύτη και ο γύφτος, με το ντενεκεδένιο λίγδινο κονσερβοκούτι του στο χέρι, έτοιμο να δεχτεί τα αποφάγια και να τον θρέψει και σήμερα. Του έδινε η μαμά ό,τι είχε, φαΐ κανονικό, όχι αποφάγια. Δεν τις ήθελε λειψές τις ελεημοσύνες της, κυρία σε όλα παρόλη τη στενεψιά. Μετά φώναζε μέσα τις κόρες και μέχρι να γυρίσει ο μπαμπάς από τη δουλειά το τραπέζι είχε στρωθεί και το φαγητό περίμενε ζεστό.

Μια μέρα, εκεί που πάλευε στο πλυσταριό με κάτι καλτσόβρακα γαριασμένα αλλά γερά, τρίβοντάς τα με μισό πνευμόνι να λευκάνουν, φάνηκε μια μαυροφορεμένη γριά και, πλησιάζοντας, ζήτησε δειλά το κατιτίς της. Έτρεξε η μαμά να της φέρει τα φραγκοδίφραγκα που της περίσσευαν, πάντα είχε κάτι ελάχιστα για τους φτωχότερους από κείνην. Ευχαριστώντας την, η γριά μουρμούρισε: «Μάγια έχεις στο σπίτι σου, άμα τα βρεις θα στερέψει το δάκρυ, θα φύγει το μίασμα, θα σκάσει το κακό». Εκείνη έψαξε παντού, γύρισε τον κόσμο ανάποδα, έφαγε τα δρόγκαλα μάγια όμως δε βρήκε. Πέρασε καιρός, ξεχάστηκε η κουβέντα.

Τις νύχτες οι κόρες κοιμόντουσαν μαζί. Σε αντικριστά κρεββάτια, με το λαμπάκι αναμένο. Έφεγγε ο διάδρομος από το χλεμπονιάρικο φως, κρυβόντουσαν τα ξωτικά πίσω από τους τοίχους. Ο ύπνος ερχόταν καβάλα σε μετεωρίτες που κατέφθαναν από μακριά. Καμιά φορά κοβότανε σκοντάφτοντας πάνω σε ένα λυγμό που ακουγόταν από το πουθενά μα ύστερα συνέχιζε κάτω από τα παιδικά βλέφαρα με πείσμα. Κρεμόντουσαν κάτω από τις κουβέρτες τα κλιτσινάρια τους, ξεκάλτσωτα κι αγνά. Χαμογελούσαν οι πατουσίτσες στο φύλακα άγγελο που στεκόταν φρουρός στο κατώφλι. Εμπόδιζε τους λυγμούς να γίνουν σαΐτες και να σκίσουν τον ύπνο τους, τις σκέπαζε με ζεστές ανάσες και προστατευτικά αόρατα φιλιά, να μην ακούνε.

Μέσα Σεπτέμβρη, λίγο πριν αρχίσουν τα σχολεία ένα απόγευμα οι κόρες παίζανε στα χώματα κάτω από τη βερυκκοκιά, σύριζα στη μάντρα. Οι φαρδιές φουστάνες τους φτάνανε ως το γόνατο, τα κεφαλάκια λάμπαν στη λιακάδα, τιτιβίζανε οι φωνούλες κελαρυστά. Πιάνει η μεγάλη ένα κλαράκι, φωνάζει τη μικρή, την καθίζει δίπλα της και δώστου να πιάνουνε μυρμήγκια. Σαλεύανε τα έρμα, τρέχανε εδώ κι εκεί να γλιτώσουν το φονικό. Όσα τσακώνανε τα σουβλίζαν ζωντανά, το ένα μετά το άλλο, με το ίδιο κλαράκι. Αλύπητα, κοιτάζανε τα έρμα ποδαράκια να κουνιούνται πέρα δώθε, διαλυμένο το κορμί, πατικωμένο, αν τα μυρμήγκια είχανε φωνή θα σκούζαν τρελλαμένα.

Ύστερα σκάβανε μικρούς τάφους, λακουβίτσες δυο δάχτυλα, και χώνανε μέσα το σουβλί, κανονική κηδεία μετά τους σκοτωμούς. Κι η τελετή με τα όλα της, φροντισμένη και όπως πρέπει, να πάνε στον άλλο κόσμο διαβασμένα και κλαμμένα, αναμάρτητα. Την ώρα που καρφώνανε στο χώμα το τελευταίο κλαρί, τα δαχτυλάκια αγγίξαν κάτι μυτερό, απαίσιο, πονούσε. Έσκουξε η μεγάλη, λάλησε η μικρή. Κάτω από τα χώματα, μια πλάκα σαπούνι, κεντημένη με καρφίτσες μπηγμένες άστατα στο λευκό κομμάτι. Πιάνει το τερατούργημα η μικρή και το τρέχει στη μαμά. Εκείνη τότε μπήγει φωνή σκιαγμένη, προγκάει τις μικρές να τσακιστούν μακριά, βάνει στο νεροχύτη μια φωτιά με οινόπνευμα κι εφημερίδες και ρίχνει μέσα το σατανόπραμα. Ανάβει λιβάνια απανωτά, σταυροκοπιέται κι αρχίζει να τριγυρνά στο σπίτι ψελλίζοντας προσευχές και ξόρκια, «Στ’ άγρια βουνά, στα καταράχια, έξω Θεέ μου το κακό, έξω από δω τα μάγια»…

(Στη Βούλα)

(Current 93: A silence song)

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on 13 Οκτωβρίου, 2008, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 14 Σχόλια.

  1. Σας τα λεγα εγώ αλλά δεν με πιστεύατε

  2. @γρια μαντισσα

    Εμ, εκεί που ήντουσαν χωμένα, πώς αλλιώς να τα βρίσκαμε, μαντάμ μέντιουμ?…

  3. ωραια ιστορια ,
    εκει ομως στο κεντρο της ευρωπης δεν μπορω να σκεφτω τι να ηταν αυτο που σου εδωσε αφορμη να φανταστεις αυτη την ιστορια

  4. @εξορκιστή

    Χα! Το μυαλό μου λειτουργεί ανεξάρτητα από εξωτερικά ερεθίσματα, που και που, ξέρεις. Δεν χρειάζεται να κοιτάζω την Ακρόπολη για να γράψω κάτι που σκέφτηκα για την αρχαία Ελλάδα. Φαντασία είναι, δεν περιγράφεται κάτι αληθινό στο ποστ που είδες.
    Παραμυθάκι.

  5. ειπα και γω μην πεις αληθινη ιστορια…

  6. Τα δύο κοριτσάκια μοιράζονταν όλα τους τα παιχνίδια. Μία κούκλα, ένα ξύλινο παπάκι, την Πίτσικια και την Μπέλλα. Η Πίτσικια, ακόμη και σήμερα, συνεχίζει να κοιτά το ένα κοριτσάκι… «Πάρ’το αδερφή μου… όχι, πάρ’το εσύ!… Όχι! Πάρ’το εσύ, σου λέω!» Και δώσ’του κλάμα, πάνω από ένα παιχνίδι που έτυχε να θέλουν και οι δύο την ίδια στιγμή.
    Και η μητέρα, τις κοίταζε, και κρυφά μέσα της καμάρωνε, ξέροντας πλέον πως παρ’όλες τις διαφορές τους, τα δύο της κοριτσάκια θα ήταν μαζί για πάντα και πως τίποτα δεν θα τις χώριζς ποτέ! Ούτε καν μια άλλη χώρα…
    (Στην Μαρία και στην Σοφία)

  7. @εξορκιστη
    Χαχαχα… Εμ, εδώ σε θέλω. Να καταλάβεις πότε παίζει κάτι αληθινό και πότε όχι.

    @Aluov
    Ωραία η ιστορία σου, μικρή μου Aluov. Πολύ τρυφερή. Σε ευχαριστώ που μου την έδωσες τόσο γλυκά 🙂
    Αχ, αυτές οι ιστορίες…

  8. Η μηπως ωδη στην μανα,και ζητωσαν και αι κορασιδαι.

  9. Πως να πικρανω τον πατερα
    να κανω εγω να λυπηθει
    αυτη η σκεψη νυχτα μερα
    μεσ’το μυαλο μου επικρατει (Αρκάς)

  10. @vinumbonum
    Ωραίο. Πολύ τρυφερό σχόλιο και η προέκταση εμπνευσμένη. Ευχαριστώ!

    @Herr K.
    Αμίμητος ο ποιητής! Ξέρει πάντα τι γράφει! 😉

  11. να σφαξουμε και κανα κοκορα?

    να βαλεις και συ το χερακι σου θεωρημα με τα μαγικα σου,
    να βαλεις μπολικα πιπερια και κανελογαρυφαλλα
    και μετα να αρχισει η τελετουργια

    να δεις πως ξορκιζεται το κακο

    στα δικα μου μη βαλεις τυρι, ετσι?

    http://ca.youtube.com/watch?v=0F8qDhiiaws

  12. @voodoo master

    Πες το κι έγινε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: