Daily Archives: 14 Οκτωβρίου, 2008

Το τάμα της γκαστριάς

Ξύπνησε ταραγμένη, με μια εσώτερη φαγούρα στην κοιλιά. Πρησμένη, να βογκά γουργουρίζοντας λες κι έκρυβε κάτι μέσα. Σα νά’ χε χωθεί φιδάκι στα σπλάχνα της και να τη γρατζούνιζε πεισματάρικα εδώ κι εκεί. «Όχι, Θεέ μου», σκέφτηκε, «δε μπορεί, δε γίνεται!». Ένα μήνα είχε να της έρθει το αίμα και τέτοια συμπτώματα δεν της καλάρεσαν. Δεν θα το άντεχε με τίποτα, όχι πάλι, όχι τώρα. Πώς να του το πει;

Μαζί του είχε κάνει τρία παιδιά. Δυο σερνικά και μια κοπέλα. Έφηβοι οι λεβέντες της, ο ένας ετοιμαζόταν για φανταρικό κι ο άλλος σε λίγο πάταγε τα δεκάξι. Μικρότερο το κοριτσάκι, ήταν δεν ήταν έντεκα. Φέτος βράχηκε για πρώτη φορά κόκκινο το βρακάκι της, φέτος της έκανε χαλβά με ροδόνερο η μάνα, να το γιορτάσουν, που ωρίμασε.

Τον παντρεύτηκε στα δεκαεπτά, πρωτάρα κι άβγαλτη, κοπελούδα πεταλούδα. Άνθιζαν οι χάρες της σαν πρώιμα μπουμπούκια μες το Μάη όταν την πρωτοκοίταξε. Δεν ήξερε τι ήταν πιο όμορφο –εκείνη ή ο ύπερος των λουλουδιών στο ανθισμένο της μπαλκόνι. Γλυκάθηκε στο βλέμμα του το κοριτσάκι, ιστός αράχνης έγινε η σκέψη του και γράπωνε θηλειά κάθε της σκέψη μέχρι να τον ξαναντικρύσει. Αναστεναγμός βαθύς η καλημέρα της, γαργαλητό στο υπογάστριο η καληνύχτα. Έπλεκε τα κρινοδάχτυλα κοτσιδάκι και του μετρούσε τις ώρες μέχρι να φανεί.

Περνούσε εκείνος από το στενό σφυρίζοντας τσίφτικα, έριχνε και τις ματιές του πάνω κάτω, να κόψει κίνηση, να δει τι παίζει. Όταν την έβλεπε να ανοίγει το πατζούρι την ένιωθε να ανοίγει ολόκληρη, μέλωνε η ματιά του και της έταζε από μακριά τα πιο βαθιά του χάδια, τα πιο καυτά φιλιά. Λίγο ήθελε κι εκείνη, έπεσε στον έρωτά του, μάσησε στις υποσχέσεις των ματιών, του δόθηκε χωρίς πολλά πολλά δίνοντάς του τα όλα. Μέσα του Ιούνη την ξαπλώθηκε, τέλος Αυγούστου μοιράζανε κουφέτα και ροδοπέταλα ανακατεμένα σε λευκά τουλάκια με φιογκάκι. Ακόμα καλοκαίρι.

Ο έρωτας μαζί του ήταν ζεστός και λιγωτικός σαν λίβας. Μοσχομύριζε το κορμί του γιασεμί και τσάι κανέλα. Ανάσα δεν της άφηνε, φλέβα πάνω της δεν ηρεμούσε στην αγκαλιά του όλη νύχτα. Σιροπιαστό γλυκό το στόμα του, κι εκείνη αχόρταγη, δάγκανε τον παράδεισο κομμάτι κομμάτι, ως τις ακρούλες. Τα δάχτυλά του την έπαιζαν με τεχνική μαέστρου, που ξέρει καλά το όργανο και το χειρίζεται μαστόρικα κι όλο αντρίκεια τσιριμόνια.

Η χαρά των πρώτων αναστεναγμών ξέφτισε γρήγορα. Σιγά σιγά εκείνος άλλαξε, πήρε να ξεπορτίζει ως τα χαράματα, γυρνούσε σπίτι βρωμοκοπώντας κρασί και ταμπάκο, ιδρώτα και ξένο βρακί. Έπνιγε τις φωνές της σαύρες κακές στο μαξιλάρι, στρίμωχνε όπως όπως τους εφιάλτες της στο συρταράκι . Κι έκανε πως κοιμόταν. Αγκαλιά με τους δαίμονες, πίνοντας το αλμυρό της σάλιο για νερό.

Τρία παιδιά της σκάρωσε στο πιτς φυτίλι, ούτε που κατάλαβε πώς από τα χάδια και το γαργαλητό του έρωτα πήδηξε στα ξεχέσματα και στις τσιρίδες. Τα αγάπησε όσο τίποτα άλλο στη ζωή της. Έκανε τον ιδρώτα της γάλα, να τα ταΐζει να τα ποτίζει να μην της μαραθούν, τα λουλουδάκια. Τα έπλενε, τα στόλιζε, καμάρι και περηφάνια της σε κάθε ώρα. Εκείνος βαρύς κι ασήκωτος, η μαγκιά του όλο μαυρίλα, στο τέλος ούτε που την κοίταζε. Σα να μετάνιωσε το παντρολόγημα, σα να σιχαινόταν τη σπορά του. Με τα παιδιά δεν είχε πολλά πολλά, με κείνην δεν είχε τίποτα. Ξεραΐλα στο κρεβάτι, ερημιά στο τραπέζι, χέρσα η γη που πατάγανε, χειμώνας ολοχρονίς απ’ έξω, νύχτα αδιάκοπη στο μέσα.

Κάθισε ανακούρκουδα στο τσιμέντο και σταύρωσε τα χέρια στην ποδιά της. Έμεινε ώρα  εκεί, να συλλογιέται στα μουγκά, σα μαρμαρωμένη. Θα περίμενε. Μπορεί και να μην, ποιος ξέρει;…Μια φορά όλη κι όλη γίνηκε το κακό κι αυτό πάνω σε μέθη –Θεέ μου πού φτάσαμε!… Τον επόμενο μήνα συνέχισε στεγνή, κοβόντουσαν τα πόδια της με κάθε άκαρπο κατούρημα, ριγούσε η καρδιά της στο καθαρό βρακί. Στο τέλος εννόησε τι έμενε να κάνει.

Εκείνη η νύχτα ήταν μεγάλη, δεν έπαψε ν’ αντηχεί ως το πρωί από τους ψιθύρους και τ’ αγκομαχητά της. Σα να μιλούσε σε καπνό κι αυτός να της απαντούσε, οι λέξεις χάνονταν στο σκοτάδι σαν πεθαμένοι που γυρνούν στον τόπο τους το Ψυχοσάββατο. Λέξεις σκιές που μύριζαν καμένο ξύλο και πίσσα σκάγανε από τις χαραμάδες. Άσχημη μυρωδιά, βρωμιάρα, σαν αρρωστίλα πικρή και μπίχλικη.

Μεσημεράκι, άπλωσε λευκό κοφτό τραπεζομάντιλο -προικώο-  και το καλό σερβίτσιο. Ο κόκορας κρασάτος μοσκοβολούσε φρεσκοσφαγμένος, ένα με τα μπαχάρια στο κατσαρολικό. Δίπλα  η μακαρονάδα χουρχούριζε καίγοντας το βούτυρο σαν σάλιο. Κοκκινέλι στην κανάτα και φρέσκο ψωμί στο καλαθάκι, ποτήρια ψηλά, για τσούγκρισμα σε επέτειο.

Όταν καθίσαν στο τραπέζι κατάλαβε από τα μούτρα του. Σέρβιρε στη μούγκα το φαγητό, γέμισε τα ποτήρια με κρασί και μοίρασε φετούλες το σταρένιο. «Έχω παιδί στην κοιλιά –καινούριο!», ανακοίνωσε στη μέση της πιατέλας, και πριν αποσώσει την κουβέντα της εκείνος είχε γυρίσει το τραπέζι ανάποδα, θρύψαλα τα καλά ποτήρια, χυλός η μακαρονάδα με τον αλανιάρη κόκορα στο χαλί, στους τοίχους αδέσποτες πιτσιλιές οι σάλτσες. Σεισμός η φωνή του, «Να το καταπιείς, το μούλικο!».

Σηκώθηκε Ωραία, κι άρπαξε το ποτήρι που έχασκε άπατο δίπλα στη φτέρνα της, κουτσουρεμένο κρυσταλλάκι. Με μια κίνηση κοφτή κι αέρινη, σαν αστραπή, τον πλεύρισε, και τσακ του χάραξε το μάγουλο απ’ άκρη σ’ άκρη. Σιντριβάνι το αίμα του πετάχτηκε πάνω στις σάλτσες, ένα με τα πατημένα μακαρόνια και τον πεθαμένο κόκορα.. Όρμησε τυφλωμένος από τον πόνο και τα ζουμιά, μα εκείνη, πιο σβέλτα, γλίστρησε από την άλλη ξεφεύγοντάς του.

Έσφιξε μπουνιά το ποτήρι για μια στιγμή, πιο δυνατά, να ματώσει η παλάμη απ’ το γυαλί, να γίνει πονεμένα κομματάκια. Δίνει κατόπιν μια και χρατς! ανοίγει στα δύο την κοιλιά, εκεί στη θέση του παιδιού τους. Άντερα και συμφορά ξεχύθηκαν στον τόπο. Γελώντας σαν δαιμονισμένη φώναξε: «Οι σάρκες του απ’ τη σάρκα σου, ανάκατος κιμάς με τη δική μου! Το αγέννητο, εσύ κι εγώ. Στην κόλαση για πάντα! Φρόντισε ο διάολος γι’ αυτό, του τό’ ταξα τη νύχτα! Χάρισμα εγώ κι αυτό, φτάνει να σε κρατήσει! Για πάντα εκεί, στις φλόγες, στο χαμό, οι τρεις μας, οικογένεια…».

 

(Kate Bush: Running up that hill)

Αρέσει σε %d bloggers: