Λαϊκά ξενοδοχεία

(Αυτή η ιστορία δεν διηγείται κάτι καινούριο ούτε είναι πρωτότυπη. Περιγράφει, με μερικές παραλλαγές, το τραγούδι του Γιώργου Ιωάννου με τον ομώνυμο τίτλο, σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη και ερμηνεία Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Είναι από το δίσκο «Κέντρο Διερχομένων».)

Γκρίζα σεντόνια, ξέστρωτα, και ψιλοβρώμικη μοκέτα. Ταπετσαρίες φλοράλ στους τοίχους, ξεφτισμένες κατά τόπους -κάποτε πολύ της μόδας, σήμερα απλώς θλιβερές. Ένα κομοδίνο από καπλαμά, με ονόματα χαραγμένα με σουγιαδάκι, μια καρέκλα κοντά στη μπαλκονόπορτα, ο καθρέφτης πάνω από το νιπτήρα, μια οδοντόβουρτσα στην άκρη του μπιντέ, ένα φανελάκι στο πάτωμα. Αυτά υπάρχουν στο δωμάτιό μου. Αυτά βλέπω γύρω μου. Έξω από το παράθυρο η Αθήνα βρυχάται σα θηρίο. Κόρνες, φωνές, αεροπλάνα που πάνε κι έρχονται, στάλες βροχής που πιτσιλάνε το τζάμι. Από τον τέταρτο όροφο του ξενοδοχείου Αστήρ, η πλατεία Ομονοίας φαίνεται σαν λούνα παρκ υπό κατάληψη. Με λένε Γιώργο.

Στα Ζαγοροχώρια ο αέρας μύριζε διαφορετικά. Πάγωνε το πνευμόνι σου με το που ξεμύτιζες στο δρόμο το Νοέμβρη. Οι γειτονιές είχαν το άρωμα από τα τζάκια και τις ξυλόσομπες και ο ουρανός καθρέφτιζε τη χαράδρα σαν πιστός υπηρέτης της γης. Ένα Ζαγοροχώρι, ειδικά, είχε τη μεγαλύτερη ομορφιά απ’ όλα, μα δεν θα πω περισσότερα –ο κόσμος είναι μικρός και ποτέ δεν ξέρεις. Δεν ξαναπάτησα εκεί από το ‘83. Πολύς καιρός. Κοντεύω τα 40.

Κατέβηκα στην πρωτεύουσα για να αρχίσω να ζω σαν άνθρωπος. Πριν ζούσα σαν ποντίκι –σαν τυφλοπόντικας για την ακρίβεια. Γνώρισα τον Κοσμά στα ΚΤΕΛ, με πλεύρισε με τη μία. Δούλευε αχθοφόρος εκεί τα απογεύματα κι ήξερε όλη την πιάτσα. Με ρώτησε αν έψαχνα δωμάτιο, έτσι που με έκοψε κα καταφθάνω με τα μπαγκάζια παραμάσχαλα και να μην ξέρω προς τα πού να κινήσω. Είπα πως ναι, έψαχνα. Με έστειλε  με ταξί στο Οντεόν, στην Κουμουνδούρου, με μια κάρτα της κακιάς ώρας στο χέρι, να πω στον ρεσεψιονίστ πως είμαι γνωστός του για να μου κάνει καλύτερη τιμή. Με παραξένεψε η καλοσύνη και η οργάνωση των Αθηναίων, μα δε μίλησα. Μετά μπήκα στο νόημα.  Έμεινα εκεί σχεδόν τρεις μήνες. Τόσο άντεξα.

Ο Κοσμάς ήρθε να με δει την επόμενη μέρα. Μιλήσαμε για λίγο, ποιος είσαι ποιος είμαι, τι κάνεις τι κάνω, μετά καπνίσαμε από τα τσιγάρα του και ήπιαμε κονιάκ χύμα που είχε ψωνίσει στην αγορά. Το θυμάμαι σαν τώρα. Μεσάνυχτα το διαλύσαμε, αφού πρώτα μου έδωσε μερικές διευθύνσεις φίλων του που έψαχναν βοήθεια για τα μαγαζιά ή τα συνεργεία τους. Έπιασα δουλειά αρκετά γρήγορα, σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Καλούτσικα λεφτά, ελαστικό ωράριο, Πακιστανοί οι συνάδελφοι. Έλληνες μόνο εγώ και το αφεντικό, ο Νίκος. Ο φίλος του Κοσμά.

Ερχόταν να με δει κάθε Τετάρτη απόγευμα, μετά τη δουλειά. Την Τετάρτη εγώ είχα το ρεπό μου και την πέρναγα εκτός. Ποτέ δε με ρώτησε πού πήγα και τι έκανα όλη μέρα. Του αρκούσε να με βρίσκει στο δωμάτιο, πλυμένο και ευδιάθετο, έτοιμο για όλα. Μούτρα ή κακοκεφιά δε σήκωνε ο Νίκος, ήτανε νταής. Το κρεβάτι το ήθελε κεφάτο κι όλο κόλπα, χωρίς πολλά πολλά λόγια. Μετά κέρναγε τούρκικο καφέ στην καφετέρια του ισογείου και στριφτό Κομοτηνής. Η πατρίδα του, έλεγε και καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι. Δεν τον αγαπούσα. Απλώς τον γούσταρα.

Ο Νίκος πλήρωνε το δίκλινο όσο νταραβεριζόμασταν, αλλά μόλις προσέλαβε το μαροκινό πιτσιρίκι άλλαξε γνώμη και στη θέση μου έβαλε αυτόν. Σε άλλο ξενοδοχείο, απ’ ό, τι μάθαινα από τα παιδιά του πλυντηρίου, πιο φτηνό, της κακιάς ώρας. Οι αλλοδαποί ήταν καλύτερες ευκαιρίες γιατί βολεύονταν με λιγότερα. Εξήγηση δε μού’ δωσε, απλώς έκοψε κι αυτό ήταν όλο. Στη δουλειά συνέχισα κανονικά για αρκετό καιρό, σα να μην έτρεχε μία.

Συνάντησα τον Άρη μια μέρα που είχαμε βγει μπαρότσαρκα στο Μεταξουργείο με τον Κοσμά. Έπινε ουίσκι με πάγο και κάπνιζε Καρέλια άφιλτρα. Ωραίο παιδί, κιμπάρικο, αμέσως μας γυάλισε με τον κολλητό μου. Κέρασμα στο κέρασμα, κουβέντα στην κουβέντα καταλήξαμε κι οι τρεις στο Οντεόν, απ’ όπου με διώξανε το επόμενο πρωί λόγω διατάραξης της κοινής ησυχίας, λέει. Η αιτία ήταν άλλη, φυσικά, αυτά ήταν δικαιολογίες. Δεν της κάθισα της πουρής στη ρεσεψιόν, και σαφράκιασε απ’ το κακό της που με είδε με τους δύο να ανεβαίνω τα σκαλιά μαύρα μεσάνυχτα. Μέχρι κι αυτί μπορεί να έστησε η κάργια, η λιγούρα του κερατά, μπας κι ακούσει καμιά φωνή και λιγδώσει το μέσα της. Αυτό ήταν, την άλλη μέρα με πέταξε έξω χωρίς ντροπή. Έφυγα χωρίς να την κοιτάξω. Δεν καταδέχτηκα.

Στου Άρη δεν ήταν κι άσχημα. Χτύπησα την πόρτα του το απόγευμα της ίδιας μέρας με το μπογαλάκι μου στο χέρι. Το τηλέφωνό του μου το είχε γράψει στο πακέτο μου την προηγούμενη, στο κωλόμπαρο. Όταν του τηλεφώνησα και του εξήγησα τα καθέκαστα με κάλεσε αμέσως. Έμεινα κοντά εφτά μήνες εκεί. Μεγάλος έρωτας. Ζούσα για τη στιγμή που θα γύρναγε από το καφενείο και θα με έπαιρνε αγκαλιά. Τότε ο κόσμος γινόταν ένα μεγάλο ζαχαροπλαστείο, γέμιζε σιρόπια και ζαχαρωτά, κι εγώ στη μέση της τούρτας, να μην ξέρω από πού να πρωτογλυκαθώ.

Όταν ξεκίνησε να φέρνει φίλους του στο σπίτι, μπήκα στο νόημα. Τα τσίμπαγε χοντρά, κάθε γαμήσι και πεντοχίλιαρο. Εμένα δε μου άφηνε μία, να με έχει άφραγκο και του χεριού του βλέπεις, να μην του φύγει η κότα με τα χρυσά αυγά. Τον ήθελα άσχημα όμως, πού κουράγιο να την κοπανήσω. Το βούλωνα και τους καθόμουνα, από φόβο μην τον χάσω. Μετά με έπαιρνε κι εκείνος, για να με ευχαριστήσει και καλά, που βοηθούσα την κατάσταση και βγάζαμε κανα φράγκο. Ελεημοσύνη. Αφού ξαλάφρωνε καλά καλά την έκανε για τα μαγαζιά, κι ως το άλλο πρωί δεν τον ξανάβλεπα. Λογαριασμό δεν έδινε. Μια φορά να με πάρει μαζί του δεν μου είπε. Πλάνταζα εγώ. Έβγαζα το σκασμό και κατάπινα τη χολή μου στη μούγγα. Ένα πρωί που ήρθε σπίτι και κλειστήκανε στο δωμάτιο με το Ρουμάνο από το καφενείο δεν άντεξα, έφαγα τα λυσσακά μου στο κλάμα, μάτωσα τα νύχια μου γδέρνοντας τον τοίχο τους, περίμενα να τελειώσουνε κι όταν άνοιξε την πόρτα χίμηξα και τον πλάκωσα στις μπουνιές.

 Ήταν δυνατότερος από μένα, πιο ψηλός και γεροδεμένος. Κορμάρα. Μ’ έκανε του αλατιού, έκανα να περπατήσω κανονικά πάνω από βδομάδα. Ο άλλος κοίταγε και γέλαγε μαστουρωμένος, στ’ αρχίδια του αν με άφηνε στον τόπο απ’ τις κλωτσιές. Έτσι την έκανα κι από κει. Με την καρδιά και το κορμί κομμάτια. Κουρέλι σωστό, ένα τίποτα.

Στο Αστήρ μένω από τον Αύγουστο. Πιάτσα κάνω είτε από κάτω στην πλατεία είτε στη Νομική πιο πάνω, μαζί με τα τραβέλια. Έχει περισσότερο κόσμο εκεί και κάπως πιο ακίνδυνο. Ψυχάκιες περνάνε κυρίως, για καμιά πίπα ή κανα γρήγορο στο αμάξι, πριν πάνε σπίτι για στιφάδο και τηλεόραση δίπλα στη σύζυγο. Τα δύσκολα κόλπα είναι σε άλλες περιοχές, εκεί όμως δεν πατάω. Με τα κορίτσια έχουμε γίνει φίλοι, τα λέμε που και που, μέχρι να σταματήσει το διερχόμενο και να πάει ο καθείς στη δουλειά του.

Στο Αστήρ μένουμε οι περισσότεροι, εκτός από κανα δυο κούκλες που πάνε ως την Κυψέλη. Οι εγχειρισμένες είναι σε πιο δύσκολη φάση από μας, σήμερα αν δε γαμάς κανείς δεν σε θέλει. Όλοι τι προσόντα διαθέτεις σε ρωτάνε. Αυτές λοιπόν παίζουν σε άλλα στέκια, πιο σπέσιαλ, για ειδικά γούστα. Εμείς τραβιόμαστε δευτεράτζα όπου λάχει και χωρίς πολλά πολλά, ίσα ίσα το νυχτοκάματο.

Το κακό με αυτή τη δουλειά είναι πως σε αδειάζει όλο και πιο πολύ μέρα με τη μέρα. Σου ρουφάει το μεδούλι. Τα αφήνεις όλα στην άσφαλτο τη νύχτα και το πρωί είσαι σαν άδεια κονσέρβα. Βρωμάς αποφάγια και κάτουρο.

Ξαπλώνω στο δίκλινο και κλείνω τα μάτια για να σταματήσω να βλέπω, να ξεχάσω πως ξημέρωσε. Λερώνονται τα σεντόνια με το που τα αγγίζω κι ας πλένομαι κάθε πρωί. Νιώθω την ψυχή μου ακόμα πιο βρώμικη κι εξαντλημένη κάθε ώρα που περνά. Μάταιο κύλισμα, σκληρό. Μοναξιά κι απελπισία. Και το πακέτο τα τσιγάρα αγορασμένο με το σταγονόμετρο, και το κονιάκ χύμα από τους πάγκους, και οι κάλτσες πλύνε βάλε. Καμιά φορά σκέφτομαι τον Άρη και βαλαντώνω στο κλάμα. Μεγάλη αδικία. Τεράστιο κρίμα. Τεράστιο.

Ο ξενοδόχος στο Αστήρ είναι μια γριά αδερφή, πολύ καπάτσα, που τα έχει δει όλα στη ζωή της. Μοιάζει με τα Σαπφώ Νοταρά στο πιο κοκέτικο. Ξέρει λεπτομερώς τι κάνουμε εμείς οι ένοικοι, πώς μας λένε, με ποιον νταραβεριζόμαστε, όλα. Αυτό που με πειράζει περισσότερο όμως είναι που ξέρει την ηλικία μου. Ξέρει πόσων χρονών είμαι, έχει τσεκάρει την ταυτότητα. Άμα σκάσει μύτη κανα καινούριο φυντανάκι αμέσως το ειδοποιεί, η σκύλα. «Είναι μεγάλος αυτός, παλιός, δεν κάνει για σένα, πρόσεχε!». Και μου κόβει τη χαρά για το νέο πρόσωπο.

Όλη η περιοχή είναι γεμάτη από δικά μας ξενοδοχεία. Κάθε φάρα στο μέρος της. Εδώ είμαστε όλοι ηπειρώτες, δίπλα μαζευτήκανε μοραΐτες, πιο κει έχει συριανούς και πάρα κάτω σφακιανούς. Κάθε καρυδιάς καρύδι. Παίδες εν καμίνω.

Τα απογεύματα τα περνάμε στο σαλόνι κάποιου ξενοδοχείου, δέκα καρέκλες κι ένα τραπέζι όλα κι όλα, καπνίζοντας και κουβεντιάζοντας. Πουλάμε τις ιστορίες μας για λίγα λεπτά προσοχής, για ένα αφοσιωμένο βλέμμα, ανταλλάσσουμε εμπειρίες και φιλοσοφίες, τι είδες εσύ και τι έχω δει εγώ, ποιος ξέρει περισσότερα. Καμιά φορά λέω πως όσα ξερνάμε μεταξύ μας είναι φανταστικές ιστορίες, παραμύθια για κορίτσια, για μεγάλους και για βρέφη, κι όχι αληθινή ζωή. Με τα παιδιά του ξενοδοχείου είμαστε σαν οικογένεια. Πονάμε ο ένας τον άλλον και στην ανάγκη τρέχουμε. Μόνο μεταξύ μας υπάρχει λίγη ανθρωπιά, έξω από τον κύκλο μας ο κόσμος είναι σπασμένος.

 
(Τσαρούχης & Χατζιδάκις) 

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on 20 Οκτωβρίου, 2008, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 16 Σχόλια.

  1. εμ?

    ειναι δυσκολο το αρμεγμα

  2. Sic transit gloria mundi…..

  3. Καλά που μένουν όμως και κάποια ίχνη και μας τη θυμίζουν, αυτή τη δόξα.

  4. eimaste sigouroi oti to xreiazomaste? kapoies fores einai kallitera na min thymasai ena pio endokso parelthon

  5. Φυσικά και πρέπει να το θυμόμαστε! Και να αποτείουμε φόρο τιμής. Και να προσπαθούμε να κάνουμε το παρόν και το μέλλον αντάξιο.

  6. Policeman by day, Girl by night

    Ένα χαρακτηριστικό των παιδιών αυτού του «κύκλου» είναι ότι τη δυσαπόκτητη τρυφερότητα τη ζητούν ή την προσφέρουν με έναν παράξενο αιφνιδιασμό, μερικές φορές απλό μέχρι βιαιότητας. Σαστίζεις κάθε φορά μέχρι να το συνηθίσεις. ― Και ανάμεσα στις γραμμές σου, αυτό το χαρακτηριστικό αχνοφέγγει. Μα ΠΩΣ;;; Αναμφίβολα, η καλύτερη ιστορία ώς ώρας. (Βαθιά υπόκλιση)

  7. Διαβάζοντας αυτό το κείμενο, μου ήρθαν στο μυαλό οι συγκεκριμένοι στίχοι :
    Όλα, όλα αλλάζουνε και τίποτα δεν μένει…. δεν κολλάω σε μία σχέση τελειωμένη. Θα κοιτάξω το δικό μου το καλό!
    Τώρα, πώς μου φαίνονται τα πάθη μου αστεία, ό,τι πέρασα δεν έχει σημασία, γιατί έμαθα και ξέρω ν’αγαπώ…
    (Από το τραγούδι «Όλα αλλάζουν»)
    Αφιερωμένο εξαιρετικά σε αυτή που ξέρει να μιλάει στις ψυχές μας.

  8. Ομορφη εισαγωγή, Θεώρημα, από πολλές απόψεις
    Το κείμενο θα μπορούσε να ναι και το τραγούδι του Μπακιρτζή («στην έμορφή μας Ξάνθη…)
    Εχει δικιο ο Nitens: nessun maggior dolore che ricordarsι del tempo felice nelle miseria – ή κάπως έτσι.

  9. Το τραγούδι είναι από τα πολύ αγαπημένα μου και ήθελα να το πλησιάσω με κάποιο τρόπο. Σκέφτηκα αυτόν ως τον πιο προσωπικό και άμεσο. Σας ευχαριστώ όλους για τις σκέψεις και τις γνώμες σας.

  10. αφενός να συμφωνήσω με τον Herr K. σχετικά με το τραγούδι του Μπακιρτζή, αφετέρου να πω ότι γράψατε ένα πραγματικά εξαιρετικό κείμενο.

  11. @ βυτίο

    Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια, βυτίο. Με τιμά ιδιαιτέρως η γνώμη σας για το κείμενο.
    Να είστε καλά και πάντα μέσα στα νοήματα 🙂

  12. Να δων λίγο καιρό πριν το «τυπωθείτο» που θα έχεις πελαγώσει και δεν θα ξέρεις τι εξώφυλλο να διαλέξεις. Και περίμενε ο Καστανιώτης κάτι μήνες ….

    Διαβάζω κάτι καλό. Μπαρούτι και μέλι.

    Άντε Θεώρημα, αργείς, αργείς πολύ.

  13. @Maria

    🙂 χαχα! Μικρή μου, να ήταν τόσο εύκολο, δεν θα υπήρχε άνθρωπος χωρίς βιβλίο και δημοσίευση!… Σε φχαριστώ για τον καλό σου λόγο, με τόσα που έχεις διαβάσει και διαβάζεις, είναι αληθινό κομπλιμέντο!
    Δεν το ξέρω το βιβλιαράκι που λες, καλο? Τίνος είναι?

  14. Είναι του Πολίτη. Όχι του γνωστού. Του άλλου…. μου άρεσε όμως…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: