Σχολική φωτογραφία

Στην πέμπτη δημοτικού ο δάσκαλός μου ήταν ο κύριος Λάμπος. Ψηλός, ξερακιανός, με μεγάλη, φουσκωτή μύτη και κορακίσια μαύρα μαλλιά, τα οποία χτένιζε με χωρίστρα στην άκρη και τα έστρωνε στην εντέλεια με μπόλικη μπριγιαντίνη. Τα χέρια του ήταν γεμάτα φλέβες, τα νύχια του τετραγωνισμένα και τα σκουρόχρωμα κοστούμια του επιμελώς κολαρισμένα.

Ο κύριος Λάμπος είχε μια γυαλιστερή σφυρίχτρα σαν αυτή των τροχονόμων ή των γυμναστών και στα διαλείμματα σφύριζε άγρια σε όσους πλησίαζαν στη μάντρα του προαυλίου. Έβαζε τόση δύναμη στο σφύριγμά του που στο τέλος της στριγκιάς ακουγόταν μέχρι και η φωνή του, σαν ξαφνικός βήχας. Ένα γινόταν κάθε φορά ο βήχας-αγκομαχητό με τη σφυρίχτρα του κυρίου Λάμπου έτσι που ξέρναγε τα πνευμόνια του όποτε τσάκωνε κάποιον να απομακρύνεται από το οπτικό του πεδίο. Το ίδιο κι όταν κάναμε γραμμές για προσευχή, όπου σφύριζε και φώναζε τα παραγγέλματα: «Ανάπαυση! Προσοχή! Στοιχηθείτε! Ατενώς!».

Στη σχολική φωτογραφία, στο τέλος της χρονιάς, πόζαρε ευθυτενής και χαμογελαστός. Στεκόταν προστατευτικά πίσω από το τμήμα και άνοιγε τα χέρια του στοργικά πάνω από τις πλάτες των μαθητών του. Έμοιαζε κάπως με αετό που προστατεύει ένα κοπάδι πρόβατα στο δάσος.

Στην τάξη του άρεσε να κάνει πειράματα Φυσικής και Χημείας. Δεν βαριόταν να μας επαναλαμβάνει πως στο γυμνάσιο κανένας καθηγητής δεν θα έμπαινε στον κόπο να μας δείξει τόσο λεπτομερώς τις χημικές ενώσεις του καλίου με το νάτριο και το πρόσωπό του έλαμπε από ερευνητικό δέος. Κάθε φορά έφερνε μικρούς δοκιμαστικούς σωλήνες και χρωματιστά υγρά, που τα ανακάτευε με βρωμερές σκόνες –«θειάφι είναι, όνοι!»- κι έφτιαχνε αφριστά μείγματα που μετά μας έβαζε να περιγράψουμε σε καθαρή σελίδα στο σπίτι κι έπειτα τη βαθμολογούσε.

Εκτός από επιστημονικά πειράματα ο κύριος Λάμπος αγαπούσε πολύ και τους χάρτες. Έφτιαχνε γύψινους χάρτες της Ελλάδας που τους έβαφε με λαδομπογιά και με αυτούς διακοσμούσε την τάξη μας αλλά και τους διαδρόμους ολόκληρου του σχολείου. Η τεχνική του ήταν αξιοζήλευτη. Πρώτα άπλωνε προσεκτικά το γύψο με το νερό πάνω σε ένα μεγάλο ξύλινο καλούπι, έπειτα έπλαθε εκεί μέσα τη ζύμη του με μελετημένες κινήσεις και την έστρωνε μαλακά. Ύστερα χάραζε βουνά και ποταμούς με το σουγιαδάκι του πάνω στο κατάπλασμα και έστρωνε τα υψόμετρα. Αυτό διαρκούσε εβδομάδες ολόκληρες, μιας και η τελειοθηρία του δεν είχε όρια. Μούσκευε και ξεμούσκευε το πόνημά του με το σφουγγαράκι του ακούραστα, μεθοδικά, μέχρι να πετύχει το τέλειο.

Στην τελική φάση, η μακέτα της πατρίδας τον περίμενε για φινίρισμα και βάψιμο. Όσο ο χάρτης ήταν μαλακός δεν επέτρεπε σε κανέναν να τον αγγίξει. Μόλις στέγνωνε τον χρωμάτιζε με μπλε Σαντορίνης και πράσινο Καρπενησίου και στο τέλος πασάλειβε τα βουνά με καστανόμαυρο χρώμα για να τους δώσει τη δέουσα αίγλη. Ύστερα μαζευόμασταν ολόγυρα σε απαρτία και χειροκροτούσαμε το μέγα έργο τέχνης με κραυγές ευγνωμοσύνης και θαυμασμού. Μερικοί έκαναν και το σταυρό τους μπροστά στην αποκάλυψη.

Όταν σήκωνε κάποιον για εξέταση η φωνή του κυρίου Λάμπου έσκαγε πάνω από τα κεφάλια μας σαν καταπέλτης. Μέχρι να φτάσουμε στον πίνακα και να αρχίσουμε απνευστί την απαγγελία του μαθήματος είχαμε ξεχάσει όλα όσα διαβάζαμε την προηγούμενη μέρα μέχρι πήξης του μυαλού και του σάλιου μας. Από φόβο. Από ψυχική αδυναμία και σωματική εξάντληση μπροστά στο φοβερό αυτό τέρας. Από ανημπόρια στη θέα του τρομερού ενήλικα που μάσαγε τα όνειρά μας κάθε βράδυ στις εννιά, την ώρα που πέφταμε για ύπνο.

Ο κύριος Λάμπος είχε μια ξύλινη βέργα που δεν αποχωριζόταν ποτέ και την οποία διατηρούσε σχολαστικά καθαρή. Στις παρελάσεις την χρησιμοποιούσε με εθνική υπερηφάνεια για να διορθώνει τη στοίχιση των μαθητών και στις εκδρομές για να βάζει το κοπάδι στη γραμμή. Όταν έκανε μάθημα έδειχνε με τη βέργα του στον πίνακα ή αρκούνταν στο να την κραδαίνει στον αέρα αν παθιαζόταν ιδιαιτέρως με κάποιο ιστορικό γεγονός που παρέδιδε για την επομένη. Πάνω στο εθνικιστικό του παραλήρημα έμοιαζε με ξεχτένιστο μαέστρο ή με τον ίδιο τον Μπετόβεν εν δράσει. Στις χειρότερες των περιπτώσεων χρησιμοποιούσε τη μαγική του ράβδο για να επιβάλλει την τάξη και για να παραδειγματίσει τους πιο άτακτους. Αυτό αφορούσε κατά κύριο λόγο τα αγόρια –εμάς τα κορίτσια προτιμούσε να μας εξευτελίζει λεκτικά και με φιλοσοφημένη περιφρόνηση.

Οι θηριώδεις ξυλιές του κυρίου Λάμπου, πέρα από τη φήμη τους σε ολόκληρο το σχολείο, ακούγονταν μέχρι το διάδρομο μαζί με τις πανικόβλητες τσιρίδες των μαθητών που υφίσταντο κάθε φορά τον βάναυσο ξυλοδαρμό. Χτυπούσε ανελέητα πόδια και χέρια. Κυρίως όμως αγαπούσε τα παιδικά δάχτυλα, τα οποία σημάδευε συγκεκριμένα στις κλειδώσεις κοντά στην παλάμη του θύματός του, αιχμαλωτίζοντας τις άκρες τους με το αριστερό του χέρι και ξυλοκοπώντας το ελεύθερο τμήμα με το δεξί του, που κρατούσε τη βέργα. Το χτύπημα ήταν υπολογισμένο με μαθηματική ακρίβεια. Μια κι έξω. Έτσι, το μαθητικό χεράκι όχι μόνο δεν μπορούσε να αποτραβηχτεί, αφού του μάγκωνε τις άκρες με τη δασκαλίστικη χερούκλα του, αλλά την έτρωγε και ακριβώς πάνω στην κλείδωση, γεγονός που καθιστούσε την ξυλιά εγγυημένα οδυνηρή κι αξέχαστη εφάπαξ.

Ο κύριος Λάμπος ήταν λαμπρός, δεν ανεχόταν τις ατέλειες. Ήθελε τα πάντα να γίνονται σωστά και προγραμματισμένα. Με τακτικό και καθαρό τρόπο, αψεγάδιαστα κι αρμονικά. Με υπακοή και σεβασμό στις αρχές. Η παραμικρή αμέλεια στη λεπτομερέστατη στίξη μιας πρότασης, ένα επιπλέον μηδενικό μετά το κόμμα σε κάποια πρόσθεση, η κάπως στραβή θέση του διαιρέτη δίπλα στον διαιρετέο, η λάθος απόχρωση του ήλιου σε μια ιχνογραφία, ήταν στοιχεία ικανά να προκαλέσουν κανονική εκπυρσοκρότηση του αξιωματικού οπλοπολυβόλου που έκρυβε μέσα στο νου του.

Σε περίπτωση λάθους έχανε κάθε έλεγχο, υπέφερε, άγγιζε τα όρια της καρδιακής προσβολής καθώς η πίεση ολόκληρου του σώματός του μαζευόταν στο ιδρωμένο μέτωπό του σα λάβα ηφαιστείου. Το πρόσωπό του έμοιαζε τότε με γιγάντιο σπυρί, που έτσι κι έσπαζε θα αιματοκυλούσε το σύμπαν. Κανένας δεν τόλμησε ποτέ να τον διακόψει στο χείμαρρο των ξεσπασμάτων του και κανένας δεν διανοήθηκε ποτέ να επιχειρήσει να αρθρώσει λέξη προκειμένου να σώσει το άμοιρο πρόβατο από τα χέρια του έξαλλου λύκου. Εκείνες οι στιγμές ήταν δύσκολες κι επικίνδυνες.

Το βλέμμα του κυρίου Λάμπου γυάλιζε σαν σαρκοβόρα αστραπή και το νευρικό μπαλάκι στο λαιμό του ανεβοκατέβαινε σαν κουρδισμένο, έτοιμο να εκραγεί μέσα από τον πάλλευκο γιακά του πουκαμίσου του. Έπαυε τότε να είναι άνθρωπος κι έμοιαζε με καταιγίδα που ετοιμάζεται να σμπαραλιάσει το σύμπαν. Μετακινούνταν ευέλικτα και νευρικά ανάμεσα στα θρανία, σαν αρπακτικό, κι έσπερνε τον τρόμο και τον πανικό στο άμοιρο το ποίμνιό του, διασκεδάζοντας σίγουρα με τα φρικαλέα μάτια και τα ξεραμένα στόματα των απροστάτευτων ανηλίκων.

Την ώρα της μουσικής ο δάσκαλός μου έπαιζε φυσαρμόνικα. Πέρα από χιτλερικά νευρωτικός ήταν και χιτλερικά φιλόμουσος. Καλλιτέχνης, μουσικός, ευαίσθητος στις νότες και στα διαστήματα. Ο ζήλος του ήταν κάτι περισσότερο από υπερβάλλων καθώς οι κλίμακές του ξεδιπλώνονταν σαν απερίγραπτα ορμητικές τρίλιες. Κρατούσε το ρυθμό με το δεξί του πόδι, ενώ καμιά φορά, παρασυρμένος από το απολυταρχικό πάθος της τέχνης του, άφηνε να φανεί στο τέλος του ξεφυσήματος ο γνωστός ρόγχος που παρήγε και με τη σφυρίχτρα την ώρα του διαλείμματος. Το μουσικό του όργανο το καθάριζε ενδελεχώς με το καλοσιδερωμένο μαντήλι του κάθε φορά που το μάθημα σολφέζ λάμβανε τέλος. Κατόπιν, χαμογελούσε ικανοποιημένος με το επιβεβλημένο χειροκρότημα που ακολουθούσε μετά το χτύπημα του κουδουνιού και πριν την κάθοδό μας στο προαύλιο.

Ένα φθινοπωρινό βράδυ, κάμποσες δεκαετίες αφότου αποφοίτησα από την έντρομη τάξη του κυρίου Λάμπου, ο παλιός μου δάσκαλος ήρθε στον ύπνο μου. Ήταν πανομοιότυπος με τότε, κανονική μούμια. Τον είδα να μπαίνει στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσε για γραφείο, στο σπίτι του, και να κλείνει προσεκτικά πίσω του την πόρτα. Ο χώρος ήταν σκοτεινός και μύριζε κλεισούρα ανάκατη με φορμόλη. Στο βάθος του δωματίου στεκόταν ένα πάνινο σώμα κούκλας, σαν αυτά που είχαν παλιά οι ράφτες και δοκίμαζαν πάνω τους υφάσματα που τα έστρωναν με καρφίτσες. Ο σκληρός αυτός κορμός στηριζόταν σε μια ξύλινη βάση, που έμοιαζε με τρίποδο και σταματούσε στο λαιμό, σαν αποκεφαλισμένο κουφάρι.

Είδα τον κύριο Λάμπο να βγάζει από το συρτάρι του γραφείου του τη μυθική του βέργα και να πλησιάζει με αργό βήμα τον πάνινο κορμό. Το ξέσπασμά του πάνω στο άψυχο σώμα ήταν τόσο μανιασμένο που οι μικρές γυαλιστερές σταγόνες του γνώριμου ιδρώτα του δεν άργησαν να φανούν στο ρυτιδιασμένο του κούτελο. Χτυπούσε με κλειστά μάτια και με ηδονική οργή. Από το ξεχειλωμένο στόμα του ξεπετάγονταν αφρισμένα κύματα. Η βέργα έπεφτε επί ώρες με δύναμη και ρυθμό πάνω στο ψεύτικο σώμα σκορπώντας εκατομμύρια τρελαμένα μόρια σκόνης στο δωμάτιο. Ύστερα, ο κύριος Λάμπρος σωριάστηκε στο σκονισμένο πάτωμα, νεκρός μαέστρος.

Ρώτησα στα πάτρια τι είχε απογίνει αυτός ο άνθρωπος. Πέθανε ο καημένος ο κύριος Λάμπος, μου είπαν. Βγήκε στη σύνταξη το ‘98 και η νοσταλγία του για τα παιδιά τον σκότωσε…

(Pink Floyd: Another brick in the wall)

(Ο πίνακας είναι της Χρύσας Βουδούρογλου)

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on 21 Οκτωβρίου, 2008, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 11 Σχόλια.

  1. αγριευτηκα. μου θυμισες παλιες καλες εποχες (που δεν εζησα λολ)

    στο τελος με το ονειρο φοβηθηκα πως θα παει προς s&m αλλά οκ

    παντως αν δεν κανω λαθος για το ονειρο-> λεφτά θα πάρεις.

  2. @Narita
    Καλέ μου Ναρίτα, είσαι πολύ τυχερός που γεννήθηκες μετά την ιστορική εκείνη εποχή των ράβδων και των ραπισμών. Αλήθεια στο λέω, αλλάζουν όλα.
    Σαδομαζό προς το τέλος, έτσι δείχνει. Κυρίως σαδό όμως 🙂
    Λες να πάρω κανα φράγκο? Κερνάω ποτό στο Mayo αν το βρήκες!

  3. η Μάριω και ο Λαμπος (ο Μάριο και ο μάγος)
    Ε είναι s&m αλλά κάνει πώς δεν είναι και δεν τρεχει τιποτα, αυτή είναι η μαγκιά

  4. τον πιο καλο , τον μαθητη

    Λοιπον θεωρεμα , ακου τη δικη μου φανταστικη ιστορια,

    Την προηγουμενη τεταρτη, λοιπον βρεθηκα με δυο τυπους να ειμαστε ξαπλωμενοι στα χορτα στη σκια , να τρωμε μανταρινια , να καπνιζουμε και και να λεμε διαφορα για να περασει η ωρα μεχρι να γινει η δουλεια και η ζημια,
    Ο μακος , 1,70 καμια 130κιλα δυνατος , ότι πρεπει για παρεα και να ανοιγει δρομο προς την εξοδο αμα εχεις μπλεξει σε κανα μπαρακι από αυτά που είναι χωμενα μεσα στα δεντρα στην ακρη από την εθνικη, παντρεμενος με ρουμανα , γνωριμια καθαρη ετσι ? και όχι προξενιο,
    Ο νιονιος μακρυ μαλι δεμενο αλογοουρα , ωραιος στο μπλα μπλα παντρεμενος και αυτος με μια καμια 20αρια χρονια μικροτερη, ποτης δυνατος το καλοκαιρι δουλευει σε καικι
    Και γω,
    Τετοιες στιγμες λεγονται διαφορα ασχετα , κοιτα όμως να δεις πως ξεκινησε,
    -μακος , ρε νιονιο θυμασαι που ειμαστε συμαθητες ,
    -νιονιος , όχι ρε δεν πηγαιναμε μαζι
    -ποτε εισαι γενηθεις,
    -Το 63
    -ελα ρε μαζι πηγαιναμε , δε σε θυμαμαι καθολου, θα πηγαινες στο άλλο τμημα,
    -καλα μ.. εισαι εγω τους θυμαμαι ολους θες να σου πω?
    – νιονιος, θυμαμαι μονο τα κοριτσια , ρε τοτε δεν διναμε σημασια , τωρα ειδες ολες μ.. αρες είναι,
    -μακος, ναι ρε οσο παει γινονται και καλυτερες, θυμασαι τη γιωργια,
    – γιατι η λενα?
    ….
    – μακος, θυμασαι το Τ.. (το δασκαλο) ξυλο που τρωγαμε,
    – νιονιος , ναι ρε και χτυπουσε με τη βεργα στα χερια γυρισμενα , και εγω το τραβαγα γιατι με το κρυο ποναγε πολύ ρε γαμωτο,
    – δε θυμασαι που για να μην μας εχει στο μαθημα μας εστελνε για θεληματα και να κοβουμε χορταρι για την κατσικα.
    – Ναι ρε τωρα θυμηθηκα , καλα ηταν πολύ μ… ,
    – Βαραγε δυνατα,
    – Τον πετυχα μια μερα σε βενζιναδικο στην εθνικη,
    – Πως εγινε?
    – Σταματαει ένα αυτοκινητο για βενζινη με 4 γυναικες , κανω ετσι , κοιταζω τον μοναδικο αντρα, ΔΑΣΚΑΛΕ, του λεω , ποιος εισαι ? μου λεει , ο νιονιος ο κ.. χαιρετηθηκαμε , , ε μου λεει όλα καλα?..ξερεις διαφορα
    – Μακος , ναι καπου από δω γυρω ηταν η γυναικα του και ειχε ολο κοριτσια , πω πω ξυλο που ετρωγε η κακομοιρα…
    – Νιονιος, ναι ρε πολύ ξυλο μαλον ξεσπαγε πανω της που ειχε γεμισει το σπιτι κιλοτες,
    – Μακος , ναι ρε πολύ νευρικος,
    – Εγω , την κυρα λ… την ειχα εγω δασκαλα,
    – Πρεπει να ηταν καλη αυτή ε?
    – Εγω , να σας πω λοιπον εγω τωρα, δεν ξερω τι ηταν αυτος αλλα θυμαμαι τον χ.σ που καθονταν ακριβως πισω μου και μιλουσε στη α ταξη και του επιασε με μανταλακι τη γλωσσα , και μαλιστα του ειχε πει να μη το βγαλει στο διαλειμα και από το φοβο που ειχαμε δε το εβγαλε και θυμαμαι το θρανιο του γεματο σαλια και τη γλωσσα να κρεμεται εξω
    -μακος , ελα ρε δε τοχω ξανακουσει κατι τετοιο,
    – θυμαμαι που μας ειχε σηκωσει ολους στο πινακα για εξεταση και μετα ένας ενας καθομασταν κατω, βλεπει βρεγμενη μια μερια και αρχιζει να βαζει το χερι της αναμεσα στα ποδια να δει ποιος κατουρηθηκε , και μπορει μια τετοια κινηση από γυναικα χρονια αργοτερα να με εκανε χαρουμενο αλλα σε εκεινη την ηλικια κοιταζα να δω αν το παραθυρο είναι ανοιχτο να φυγω όπως ενας που ειχε μεινει δυο τρεις χρονιες και τον ειχε πιασει αγραφο,
    Τελικα δεν ηρθε η σειρα μου γιατι βρηκε τη κοπελα που τα ειχε κανει πανω της,
    -νιονιος , ρε είναι φοβερο (με γιελια αμηχανα)
    – στη δευτερα εβαζε να μαζευουν χαλικι από το προαυλιο για να γονατιζουν πανω σε αυτό οσοι ηταν τιμωρια,
    -Μακος , ρε τι στρατοπεδο συγκεντρωσης τοχε κανει?,
    -εγω ,στην ωρα της χειροτεχνιας το άλλο τμημα τα αγορια ειχαν τα πριονακια τους και μας μας εβαζε να μαθαινουμε σταυροβελονιες και κεντηματα γιατι ελεγε και τα αγορια πρεπει να ξερουν,
    -μακος ,ρε λες τελικα να ειχε δικιο που την εδερνε ο Τ..
    – εγω , δε ξερω τι ητανε αυτος , αλλα τωρα δεν μου φαινονται φυσιολογικα όλα αυτά και τουλαχιστον αυτή ειχε σοβαρο προβλημα
    Δε ξερω τι δασκαλα ηταν αυτή και εβγαζε όλα τα κομπλεξ της και τα απωθημενα της σε παιδια α και β ταξης,
    -ναι ρε και αυτος αντι να προσπαθησει, δε λεω ειμαστε πολύ ζωηροι και καναμε φασαρια αλλα να μας διωχνει από τη ταξη για να κανει μαθημα χωρις φασαρια?
    -εγω , δε ξερω , τι να πω?
    Γεννιομαστε ή γινομαστε?

    Ποιος θα παει να φερει και αλλα μανταρινια?

  5. Πάρα πολύ ωραία η ιστορία σου, καλέ μαθητή!
    Σε ευχαριστώ που την είπες και που συνέχισες το οδοιπορικό στα μαθητικά μας χρόνια.
    Απ’ό,τι βλέπω, κι εσύ δεν πέρασες καλύτερα στην πρώτη δημοτικού (στη φαντασία σου εννοώ, μη μου ταράζεσαι) 🙂
    Αν μαζευτούμε και βγάλουμε βιβλίο θα κλείσουν τα σχολεία, μου φαίνεται…

    Καλημέρες!

  6. τον πιο καλο , τον μαθητη

    ε λοιπον θεωρεμα εχω και μια καταπληκτικη φωτο που την τραβηξα (τωρα που ειναι ψηφιακες βγαζω αρκετες )για αυτη την υπαιθρια βεγγερα και θα ταιριαζει γαντι με το εξωφυλλο,
    ο μακος με ρωτησε τι την θελω τη φωτογραφια και του λεω
    μετα απο χρονια δεν θα υπαρχουν τετοιες φατσες και μπορει να εχουν αξια αν καποιος κατσει και τα ζυγισει τα πραματα πως ειχαν,

    βεβαια δεν ηταν ολες οι δασκαλες μου ετσι,
    ειχα και καλυτερες δασκαλες

    να τους αφιερωσουμε λοιπον και ενα τραγουδακι

    http://ca.youtube.com/watch?v=MPj9vZTWfkc

  7. Μ’αρέσει ο Manu Chao, είναι πολύ γλυκά τα τραγούδια του.
    Πάλι καλά που δεν ήταν όλες ίδιες, φαντάζεσαι το μέγεθος του κακού?
    Στείλε τη φωτό στο μέηλ μου αν θες κι άμα ταιριάζει θα την βάλω στο επόμενο ποστάκι με ειδική μνεία σε σένα.

  8. @Theorema
    Logw tou nearou tis ilikias(tis dikis mou,etsi??)den prolava tetoio sxoliko perivallon…exw omws alla viwmata,synexeis allages sxoleiwn,kratwn,glwsswn,symmathitwn pou monimws me antimetwpizan ws allotrio swma(il Grecco gia ligo,to Italaki gia polla perissotera) alla kai periodous pou nostalgw,opws as poume tote pou epi telous arxisa na grafw swsta kai den me pernousan gia kathysterimeno,i stin 5thimeri ekdromi stin Rodo,otan me vazane na metafrazw tous touristikous odigous kai na kanw ton ksenago…genika iremia omws,den ithela na travw tin prosoxi twn daskalwn/kathigitwn wste na kanw kai gw tis skantalies mou xwris na prokalw tin paramikri ypopsia!!!!

  9. @nitens_lux

    Πολλά δεινά γλιτώσατε εσείς οι νεώτεροι, είναι αλήθεια.
    Σκηνές απείρου κάλλους από δασκάλους κάλους!
    Ορίστε, μέχρι και ποιήτρια έγινα εδώ μέσα… 🙂

    Ωραίο το οδοιπορικό σου κι εσένα, μικρούτσικε νίτενς. Πολύ καλό.
    Έτσι η ιστορία περιγράφεται από γενιά σε γενιά και παρατηρούμε και τις αλλαγές στα εκπαιδευτικά συστήματα!

  10. εμένα (κα λυπάμαι δεν είναι φανταστική ιστορία…)η δασκάλα μου στη Τρίτη και την Τετάρτη δημοτικού, ήθελε να μου δέσει το χέρι πίσω από την πλάτη για να μάθω να γ΄ραφω με το δεξί (είμαι αριστερός…) Ευτυχώς καθάρισαν οι γονείς μου αλλά με έβλεπε πάντα με μισό μάτι μετά. Πάντως κατά τα άλλα ήταν καλή δασκάλα.

    Αυτό που με έχει προβληματίσει είναι το σημερινό δημοτικό της γειτονιάς μας όπου οι 4 στις 5 δασκάλες είναι drop-dead-gorgeous! Είμαι σίγουρος πως όταν πήγαινα εγώ σχολείο όλες οι δασκάλες ήταν μεταξύ μέγαιρες και μάγισσσες. Σαφώς κάτι έχει αλλάξει. Θέλω να ξαναπάω δημοτικό….χαχα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: