Daily Archives: 24 Οκτωβρίου, 2008

Ο άγγελος, το φίδι, το ασανσέρ και η σοκολάτα

Χτες είδα ένα δυστύχημα. Ένα αυτοκίνητο είχε συγκρουστεί με μια μηχανή και ο οδηγός της κείτονταν αναίσθητος στην άσφαλτο. Τριγύρω κόσμος, νοσοκομειακά, αστυνομικοί, γυαλιά, πλαστικά κομμάτια από τον προφυλακτήρα της μηχανής του. Η κυκλοφορία είχε μπλοκαριστεί για μερικά χιλιόμετρα. Ήταν απόγευμα. Ξάφνου, ένα ρυάκι σκούρο αίμα που έρεε δίπλα στο σώμα του σαν ψεύτικο, έγινε φίδι και χώθηκε βαθιά στο στομάχι μου. Μέχρι αργά τη νύχτα το φίδι με δάγκωνε και πονούσα. Κατά τα χαράματα το μόνο που μπόρεσα να αρθρώσω για τη σκηνή ήταν ένα μικρό «κάνε Θεέ μου να ζει». Από μέσα μου, βαθιά, από το μέρος όπου φώλιαζε το φίδι. Αυτό μόνο μπόρεσα. Ένα πνιγμένο τίποτα.

Ο άγγελος ήταν από παλιά δεμένος στο καπώ του φορτηγού. Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί τον δέσανε ή ποιος. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που ο ασημένιος άγγελος πετούσε μαζί με το δρόμο, βλέποντας την κατεύθυνση νωρίτερα κι από τον οδηγό ακόμα, με μαλλιά ωραία, που ανέμιζαν στον αέρα. Κάποιοι έλεγαν πως ήταν γούρι, άλλοι πως συμβόλιζε κάποιο χαμό. Ένας συγχωριανός έλεγε πως το σκοινί χρησίμευσε μια φορά για να ρυμουλκήσουν το φορτηγό που είχε μείνει σε κάποιο χωράφι και δεν γινόταν να το τραβήξουν αλλιώς. Δεν έχει σημασία η πραγματική αιτία. Το μόνο που έχει σημασία πια είναι η εικόνα του σακατεμένου άγγελου στο καπώ του παλιού κόκκινου φορτηγού που τώρα στέκει αχρηστευμένο στην άκρη του αχυρώνα περιμένοντας. Κι εκείνο το σκοινί που είναι δεμένο γύρω απ’ τα πόδια του.

«Μια μέρα ήμουν μαζί της στο ασανσέρ. Γνωριζόμασταν χρόνια, μπορεί και είκοσι. Μιλούσαμε για κάτι άσχετο, ούτε καν θυμάμαι τι λέγαμε. Την κοίταζα που μίλαγε κι αισθανόμουν πολύ παράξενα. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ακριβώς. Παράξενα πάντως, αμήχανα και κάπως δύσκολα. Τα μάτια της ήταν πιο πράσινα από ποτέ. Τα χείλη της γυάλιζαν στην άκρη, δεν θυμάμαι αν φορούσε κραγιόν ή αν τα είχε γλύψει. Ένιωσα ξαφνικά μια ακατανίκητη επιθυμία να την πλησιάσω και να την φιλήσω. Ήταν η πρώτη κι η τελευταία φορά που αφέθηκα να νιώσω κάτι τέτοιο γι’αυτήν. Δεν το έκανα φυσικά. Δεν θα της άρεσε και το ξέρω. Το θυμάμαι όμως σαν τώρα. Δεν το έχω πει σε κανέναν αυτό, μόνο σε σένα, τώρα. Ούτε που ξέρω γιατί.» -Ο επίλογος των χαμένων επιθυμιών. Πόσο κρίμα τα φιλιά που δεν δόθηκαν. Κι αυτά που δεν ζητήθηκαν, τι κρίμα.

Δάγκωσε το κομματάκι σοκολάτα με ανακούφιση. Βυθίστηκε λίγο περισσότερο στον καναπέ κι απόλαυσε τη γεύση της μάζας που έλιωνε στο στόμα της. Η σοκολάτα πλημμύρισε τα πάντα. Το κεφάλι, το σώμα, το δωμάτιο, τον αέρα. Έγινε σκέψη που φτερούγιζε παντού σαν τρελλαμένη πεταλούδα. Ο κόσμος βάφτηκε καφετίς κι απέκτησε υφή βελούδινη, μαλακή. Στα αυτιά της ένα ελαφρύ βουητό που έμοιαζε με ερωτικό μουρμούρισμα ή με θρόισμα φυλλωσιάς κάποιου δέντρου ήρθε κι έκατσε σαν χάδι, ζεστό και μονότονα κατευναστικό. Οι άκρες των δαχτύλων της παρέλυσαν από τη γλύκα, κάτω από τα βλέφαρά της έλιωνε αργά ένα μικρό σύννεφο του παραδείσου. Μέχρι να διαλυθεί εντελώς η σοκολάτα μέσα στο στόμα της οι σιελογόνοι είχαν τρελλαθεί, τα δόντια δεν κρατιόντουσαν, η μύτη ρούφαγε τη μυρωδιά τραβώντας την διεκδικητικά από τον ουρανίσκο. Όταν το κομματάκι έγινε πια υπόλειμμα σάλιου, γλυκό και κάπως πηχτούτσικο, η απόλαυση είχε ήδη γίνει πόνος. Κυλούσε σε κάθε φλέβα του σώματός της πιεστικά. Κατάπιε γρήγορα, με λαιμαργία. Η γεύση καταλάγιασε. Καθάρισε το στόμα της και σηκώθηκε. Προσγειώθηκε πάλι στον κόσμο του καναπέ μέσα στο κόκκινο σαλόνι και συνέχισε να ζει κανονικά. Γύρω της δεν είχε αλλάξει τίποτα. Τίποτα απολύτως.

(Deux: Paris Orly)

(Ευχαριστώ το φίλο Δημήτρη για τη φωτογραφία με τον άγγελο)

Αρέσει σε %d bloggers: