Daily Archives: 29 Οκτωβρίου, 2008

Με ανακατεμένα μαλλιά

Που και που, στο παράθυρο του τελευταίου ορόφου με τα πράσινα πατζούρια και τις κόκκινες κουρτίνες εμφανίζεται ένα λιγνό κορίτσι. Τα απογεύματα βγαίνει στο στενό μπαλκονάκι, κοιτάζει την πλατεία και τα γύρω στενά κι έπειτα ξαναμπαίνει μέσα και βάζει νερό για τσάι. Συνήθως περπατά ξυπόλητη και κυκλοφορεί με ένα κοντομάνικο φανελάκι. Όταν βράσει το νερό, βυθίζει στο φλυτζάνι της το σακουλάκι Lipton και παρατηρεί το διάφανο υγρό να βάφεται καφέ σκούρο. Εισπνέει με ανακούφιση τη μυρωδιά που αναδίνεται από το αχνιστό σκεύος και κάθεται στην μοναδική καρέκλα δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας. Περιμένει να κρυώσει το τσάι της κι έπειτα αρχίζει να το ρουφά με μικρές κοφτές γουλιές. Όλη αυτή την ώρα ένας πράσινος μικρός παπαγάλος φτερουγίζει μέσα στο κεφάλι της.

 

Στον πρώτο όροφο του σπιτιού κατοικεί μια γηραιά κυρία. Τα κόκκινα πατζούρια του υπνοδωματίου της είναι σπασμένα αυτό όμως δεν φαίνεται να την ενοχλεί. Στην πλευρά της κουζίνας σκαρφαλώνει ένας κισσός που η γηραιά κυρία καμαρώνει μέρα νύχτα. Κάθε βδομάδα τον ποτίζει με ένα πλαστικό μπουκάλι από κόκα κόλα, εκτός αν βρέξει ενδιάμεσα, οπότε δεν χρειάζεται να κατέβει ως το ισόγειο. Στο μεσαίο δάχτυλο του αριστερού της χεριού λάμπει ένα μαβί ρουμπίνι καθώς αδειάζει τις τελευταίες σταγόνες στη ρίζα του φυτού.

Εννιά χρονών και ολομόναχος. Το απόγευμα, μετά το σχολείο, βγαίνει στο φρεσκοβαμμένο μπαλκόνι και απλώνει στο μάρμαρο τα Leggo του. Φτιάχνει πύργους και αποθήκες, με φανταχτερά χρώματα οπωσδήποτε, με κομψά σχήματα και μεγάλες εισόδους. Κάποτε ονειρεύεται να χτίσει μια ολόκληρη πόλη από Leggo. Τότε είναι σίγουρο πως θα χρησιμοποιήσει μόνο κόκκινα και πράσινα τουβλάκια και μέσα θα βάλει πολλά Playmobil. Η πόλη που θα χτίσει θα είναι πυκνοκατοικημένη και γεμάτη ουρανοξύστες. Από τον τελευταίο όροφο του πιο ψηλού κτιρίου θα κοιτάζει τα νεοκλασσικά της Αθήνας και θα γελάει δυνατά. Τέτοια σκέφτεται καθώς ολοκληρώνει ένα διώροφο γκαράζ για οχήματα της πυροσβεστικής.

Οι τοίχοι είχαν φρεσκοβαφτεί στο χρώμα της μανόλιας και τα πατζούρια κυπαρισσί. Ωραίο κτίριο. Έτσι γινότανε στην πόλη εκείνα τα χρόνια, πέτρινα όλα, καλοφτιαγμένα. Πενήντα χρόνια ζήσαμε στο σπίτι, μέχρι που πέθανε η γριά και το έγραψε του γιου μας. Εκείνος το άφηκε να ρημάξει, ανεπρόκοπος, χαραμοφάης. Εμένα με πήγε στης αδερφής μου, να το νοικιάσει δήθεν και τέτοια. Ερήμωσε το σπίτι, σαρκοφάγα λουλούδια και περικοκλάδες ξεπεταχτήκανε από τα παράθυρα, έτσι μαθαίνω. Αν έβλεπε η μάνα του την κατάντια του θα τον έκανε τ’ αλατιού. Εγώ δεν δύναμαι, έχω διαβήτη και διάφορες παθήσεις, χάνω μέρα με τη μέρα την όρασή μου και το κουτσό πόδι ασθενεί. Το σπίτι το θυμάμαι, δεν το βλέπω πια. Καλύτερα έτσι. Αναπολώ τη μανόλια κι οδύνομαι. Πάω μέσα τώρα, έπιασε αγιάζι και κάπως σα να κρύωσα.

 

Το σπίτι της κατάλευκο και σχεδόν άδειο. Στο πάτωμα είχε πήλινες γλάστρες με χρωματιστά κεριά και στους τοίχους κολλημένα χαρτόνια με ζωγραφιές της. Κοιμότανε κατάχαμα σε ένα στρώμα γεμάτο μαξιλάρες. Από το ταβάνι κρεμότανε μια μαριονέττα με φορεσιά μαρκησίας και ανακατεμένα μαλλιά. Δεν λέγαμε λέξη. Γδυνόταν σιωπηλά και με τραβούσε πάνω της. Κάθε νύχτα εναλλάξ, άγριο γαμήσι, τρυφερό γαμήσι, εγώ την ήθελα σαν τρελός κι εκείνη με ρούφαγε. Είχε κάτι παράξενο και αυτή η ίδια αλλά και το μέρος όπου βρισκόμασταν. Σαν να μην ήταν κομμάτια της πραγματικότητας. Σαν να το είχα φανταστεί το σκηνικό. Τα χαράματα με σήκωνε να φύγω. Άτσαλα, ξαφνικά. Μια μέρα της είπα πως την αγαπούσα και πως ήθελα να μείνω εκεί. Με έσπρωξε στην πόρτα λέγοντάς μου με παγωμένη φωνή: «Αν μείνεις εδώ θα γνωριστούμε. Οι καυλωτικές παραμύθες θέλουν επικίνδυνους συμπαίκτες. Αν μάθω πώς σε λένε, εξημερώθηκες».

(Siouxsie&The Banshees: Melt)

Αρέσει σε %d bloggers: