Monthly Archives: Νοέμβριος 2008

Τρεις γυναίκες II

Η Τζοάννα, η Φρίντα και η Σύλβια είναι τρεις φίλες που ζουν στο Λουξεμβούργο και περνούν τον καιρό τους προσπαθώντας να αποδείξουν ότι πάντοτε εννοούν κάτι άλλο από αυτό που λένε. Η Τζοάννα είναι μουσικός, η Φρίντα ζωγράφος και η Σύλβια ποιήτρια. Το πρωί, πολύ νωρίς, κατεβαίνουν στο κέντρο της πόλης για να πιουν το καυτό τσάι τους στο Café Namur, δοκιμάζοντας ταυτόχρονα μικρές τάρτες φράουλα και σοκολάτα. Καμιά φορά ενδίδουν στον πειρασμό και παραγγέλλουν κάποιο φρεσκοψημένο γλυκάκι με γλάσο λεμόνι και μπόλικη ζάχαρη άχνη. Όλο το πατάρι αντηχεί από τις συζητήσεις και τα γέλια τους και συχνά οι τρεις φίλες φέρνουν σε πολύ δύσκολη θέση τα κομψοντυμένα γκαρσόνια που παρακαλούν σιγανά να αδειάσει επιτέλους το τραπέζι με τις παράξενες αυτές κυρίες που απαγγέλουν ποιήματα και λερώνουν τα βελούδινα καθίσματα με νερομπογιές και νότες.

Το μεσημέρι, γύρω στις δώδεκα, οι τρεις φίλες κατεβαίνουν για βόλτα στο Grund όμως η τρομερή υγρασία του τοπίου σύντομα τις αναγκάζει να κουμπώσουν τα μακριά μάλλινα παλτά τους, να κουκουλώσουν τα κεφάλια με τις πλεχτές εσάρπες τους και να εγκαταλείψουν το ποτάμι για να συνεχίσουν με έναν μικρό περίπατο στα στενάκια της παλιάς πόλης, γύρω από το παλάτι και την υπαίθρια αγορά λουλουδιών. Πιασμένες αγκαζέ και ψιλοτουρτουρίζοντας περιπλανιούνται χωρίς να βιάζονται να φτάσουν κάπου. Περιφέρονται εδώ κι εκεί σχολιάζοντας τον καιρό του Μεγάλου Δουκάτου, τις εξελίξεις στην ταραγμένη ζωή της παχύσαρκης δούκισσας Μαρίας Τερέζας και τα νέα ασφαλιστικά μέτρα στις ντόπιες τράπεζες που με εντελώς αυθάδη τρόπο κλέβουν τους φόρους των εργαζομένων μετατρέποντάς τους σε κέρδος για τις διεθνείς εταιρείες μάρκετινγκ.

Το απόγευμα, μετά από μια μικρή παύση για ένα μπολ καυτή σούπα και μια φέτα ξεροψημένο ψωμί με βούτυρο στο παραδοσιακό Interview, επιστρέφουν στη μικρή σοφίτα τους και χαζεύουν τη θέα πάνω από το πάρκο του Merl. Η Τζοάννα παίζει κάτι στο πιάνο ή στην άρπα της και η Σύλβια γράφει τους στίχους για το νέο της ποίημα. Στο βιβλίο με τα ποιήματα η Φρίντα θα προσθέσει τις ζωγραφιές της, γεμίζοντάς το με κόκκινες και πορτοκαλί πινελιές, εξωτικά λουλούδια και καταπράσινους παπαγάλους. Κοιτώντας τη λίμνη στη μέση του πάρκου, καμιά από τις τρεις δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να ταΐσει τις λευκές πάπιες και τους κύκνους με ξεροκόμματα ψωμιού κι έτσι οι τρεις φίλες φορούν αμέσως τα καπέλα τους, κατεβαίνουν προσεκτικά τα πέτρινα σκαλιά του μεσαιωνικού κτιρίου που φιλοξενεί το διαμέρισμά τους στη συμβολή των οδών 10ης Σεπτεμβρίου και Pierre Dupont και φτάνουν ως το ζωηρό γρασίδι στις όχθες της λίμνης.

Αρκετή ώρα μετά, κατά το σούρουπο, ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και ένα αρχαίο πιάνο τις φέρνουν στο πάλαι ποτέ Art Cafe, όπου συναντούν τη Rosa Luxembourg, τη Niki de Saint Phalle και τον Frank Wilhelm καθισμένους στο γωνιακό τραπέζι κι έτοιμους για μια παρτίδα ντάμα. Η νύχτα περνά με φωνές και μεθυσμένα λόγια, με φιλοσοφίες και ανοησίες, με γέλια και κατσουφιάσματα. Η παρέα είναι η ψυχή του μαγαζιού και μόλις λίγο πριν το ξημέρωμα, ένα τελευταίο ποτήρι πόρτο κλείνει τη νύχτα, κερασμένο από τον γηραιό ιδιοκτήτη που επιτέλους θα μπορέσει να γυρίσει στο σπίτι του, να χωθεί κάτω από το ζεστό πάπλωμά του και να ονειρευτεί πως ζει μια εντελώς διαφορετική ζωή σε μια εξωτική ζεστή χώρα, ας πούμε στην Ελλάδα.

Οι τρεις φίλες επιστρέφουν τρεκλίζοντας στη σοφίτα τους και περιμένουν το πρώτο φως της μέρας. Σε λίγο το φεγγάρι κρύβεται πίσω από τα θολά σύννεφα του λουξεμβουργέζικου ουρανού και τα πουλιά του πάρκου αρχίζουν σιγά σιγά να τραγουδούν. Η μέρα χαράζει δειλά και γλυκά. Κλείνοντας τότε τις βαριές μπλε κουρτίνες, οι τρεις γυναίκες πιάνονται χέρι χέρι και βυθίζονται στα πιο παγωμένα όνειρα του βορρά. Η Τζοάννα, η Φρίντα και η Σύλβια, με ξυλιασμένα δάχτυλα και χαμογελαστά πρόσωπα καλωσορίζουν ένα καινούριο όνειρο σε τρεις διαφορετικές εκδοχές. Την επόμενη μέρα μια μελωδία, μια ζωγραφιά κι ένα ποίημα έρχονται στον κόσμο.

Female Author (Σύλβια Πλαθ)

All day she plays at chess with the bones of the world:
Favored (while suddenly the rains begin
Beyond the window) she lies on cushions curled
And nibbles an occasional bonbon of sin.

Prim, pink-breasted, feminine, she nurses
Chocolate fancies in rose-papered rooms
Where polished higboys whisper creaking curses
And hothouse roses shed immortal blooms.

The garnets on her fingers twinkle quick
And blood reflects across the manuscript;
She muses on the odor, sweet and sick,
Of festering gardenias in a crypt,

And lost in subtle metaphor, retreats
From gray child faces crying in the streets.

(Joanna Newsom: Cosmia)

Το αίνιγμα της γοργόνας

Κάθε φορά που πηγαίνω στη μάζωξη των αγγέλων ξέρω πως θα ζήσω μια εντελώς περιπετειώδη νύχτα. Οι άγγελοι οργανώνουν πάρτι μία ή δύο φορές το μήνα σε διαφορετικά σημεία της πόλης. Διαλέγουν ένα μπαρ στην τύχη κι έπειτα καλούν το κοινό τους στόμα με στόμα. Ποτέ δεν κυκλοφορούν γραπτές προσκλήσεις, κάρτες ή διαφημιστικά φυλλάδια. Μόνο από στόμα σε αυτί μεταδίδεται το νέο. Δεν κλείνουν ποτέ το μπαρ εκ των προτέρων, το θέμα της γιορτής είναι άγνωστο, η είσοδος είναι ελεύθερη και οι πελάτες κυκλοφορούν ανάμεσα στους καλεσμένους ανώνυμα. Το πλήθος μπερδεύεται, ο κόσμος γνωρίζεται, η νύχτα παφλάζει σαν κύμα.

 

Χτες το βράδυ το πάρτι έγινε στην ψαραγορά. Αυτό ήταν και το θέμα της βραδιάς. Έχει ανοίξει εκεί ένα μικρό μαγαζάκι, ανάμεσα στα ψαράδικα, δίπλα από καφάσια με αλάτι, υπολείμματα ψαριών, λέπια και κουβάδες με θαλασσινό νερό. Ο κόσμος τρελαίνεται εκεί μέσα. Νομίζει πως κολυμπάει σε ενυδρείο, αλλά από την έξω μεριά, κι αυτή είναι μια εντελώς παράξενη αίσθηση. Η αυλή γεμίζει με πολύχρωμα ψαράκια διαφόρων ηλικιών που ανοιγοκλείνουν στόματα και μάτια κουνώντας χαλαρά την ουρά τους. Χτες ο τόπος είχε γεμίσει από χρυσόψαρα, καρχαρίες, σαρδελίτσες και χταπόδια έως πιράνχας και μπαρακούντα. Η γιορτή είχε τέτοια προσέλευση που τα πτερύγια των διαφόρων ειδών δεν μπορούσαν παρά να αγγίζονται φευγαλέα μεταξύ τους κάθε φορά που κάποιο ψάρι άλλαζε θέση στο χώρο ή προσπαθούσε να εξασφαλίσει ένα ποτό.

 

Όταν μπήκα στο μαγαζί, γύρω στις έντεκα, παρατήρησα πως η τζαμαρία του φωτιζόταν από ένα μπλε ελεκτρίκ χρώμα, πολύ λαμπερό, που σαφέστατα παρέπεμπε σε ενυδρείο. Στο εσωτερικό έφεγγαν κάτι μικρά φούξια φωτάκια και πάνω από τον πάγκο του μπαρ ήταν κρεμασμένα δίχτυα γεμάτα κοράλλια κι αχιβάδες. Στις γωνίες του μαγαζιού, πίσω από τις καρέκλες, υπήρχαν σακιά με άμμο και βότσαλα. Οι τουαλέτες ήταν γεμάτες φύκια και καύκαλα από αχινούς. Τη θέση της μπανιέρας είχε πάρει ένα κομμάτι βάρκας που έστεκε ετοιμόρροπο στην άκρη του χώρου. Το μαγαζί μύριζε θάλασσα και έμοιαζε με πραγματικό βυθό. Σκέφτηκα πως αυτή η νυχτερινή κατάδυση φαινόταν πολύ ενδιαφέρουσα.

 

Βρήκα τους φίλους μου στο βάθος του μαγαζιού, να μιλάνε φωνάζοντας ο ένας μέσα στο αυτί του άλλου, με το ποτό στο χέρι και τα χαμόγελα σε πρώτο πλάνο. Ήπια τα δυο πρώτα ποτά σχεδόν μονορούφι, «σα να διψούσα», όπως σωστά σχολίασε η κολλητή μου τσουγκρίζοντας το τρίτο ποτήρι της με το δικό μου. Όταν πίνω ο κόσμος μου φαίνεται κάπως πιο αστείος, λιγότερο μίζερος και βαρύς. Όλα γίνονται ανάλαφρα και χαρούμενα, ελάχιστα σημαντικά, ξεφεύγω από τον εαυτό μου και γίνομαι ένα ψάρι του γλυκού νερού. Η νύχτα γλιστρούσε ευέλικτα ανάμεσα σε βράχια και ξέρες σαν θάλασσα που τη φωτίζει η πανσέληνος, κι  έτσι ξέρει πού πατάει. Ο κόσμος γύρω μου έκανε βουτιές στα βαθιά και πλατσούριζε στα ρηχά, πιτσιλίζοντας με δροσερές αλμυρές σταγονίτσες τον περίγυρο. Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που άνοιξε η πόρτα και στο κατώφλι εμφανίστηκε η Νέλλυ.

 

Η Νέλλυ είναι η περίφημη γοργόνα της πόλης, έχει καταπράσινα γατίσια μάτια και μαύρα μαλλιά. Της αρέσει να λέει τα πράγματα όπως είναι και δεν διστάζει να σου πετάξει κατά πρόσωπο πως δεν έχεις καμία σημασία γι’ αυτήν και άρα δεν σε υπολογίζει διόλου. Αυτό το κορίτσι φαινόταν από νωρίς πως θα γινόταν σκληρή και ξεροκέφαλη γυναίκα. «Μπορείς είτε να σταθείς όρθιος είτε να πέσεις, αυτό δεν έχει σημασία. Όταν όμως λυγίζει η θέλησή σου και σου γλιστρά η ζωή μέσα από τα χέρια, όταν δεν έχεις πια χρόνο για αστεία, τότε να ξέρεις πως κάτι δεν πάει καλά», συνήθιζε να λέει όταν κάποιος τη ρωτούσε τι σκεφτόταν για τους ανθρώπους και για τον ίδιο της τον εαυτό. Από την άλλη, στο τέλος της φράσης της δεν παρέλειπε να προσθέσει, σχεδόν σαν ψίθυρο: «Δεν σημαίνεις τίποτα για μένα, ενδέχεται όμως να σημαίνεις και τα πάντα…». Η Νέλλυ μάγευε όσους μιλούσαν μαζί της, κανείς όμως δεν κατάφερε ποτέ να την γλιτώσει από την απόλυτη μοναξιά της.

 

Χτες το βράδυ η γοργόνα είχε νεύρα. Δεν δέχτηκε να χορέψει με κανέναν, ήταν πιο προσβλητική και αγενής από ποτέ και φαινόταν εντελώς κακόκεφη. Το πέλαγος ξαφνιάστηκε με την άρνηση της γοργόνας να πάει με τα νερά του. Οι παρέες χωρίστηκαν λυπημένα σε μικρά πηγαδάκια και συνέχισαν τις κουβέντες χαμηλόφωνα και κάπως πιο συγκρατημένα. Το κέφι πάγωσε σαν να μας χτύπησε παγόβουνο. Εγώ παρακολουθούσα από το βάθος χωρίς να σκέφτομαι τίποτα.

 

Η Νέλλυ έγνεψε στον dj Starfish που εμφανίστηκε ξαφνικά πίσω από τον πάγκο παραγγέλλοντας το ποτό της. Της το έδωσε αγγίζοντάς της απαλά τα ακροδάχτυλα καθώς άλλαζε χέρι το ποτήρι. Ήταν παράξενο, καθώς η Νέλλυ δεν άφηνε ποτέ κανέναν να την αγγίζει, και κυρίως τα θαλάσσια όντα. Φοβόταν τη θερμοκρασία τους, σιχαινόταν τα λέπια και τη μυρωδιά τους. Δεν αναγνώριζε τη φυλή της η γοργόνα, ένιωθε πάντα διαφορετική ακόμα και από την ίδια της την οικογένεια. Κάτι ψιθύρισαν τότε μεταξύ τους και ξαφνικά το κέφι της άλλαξε, σηκώθηκε από το σιδερένιο σκαμπό κι άρχισε να χορεύει τρελά, τινάζοντας με δύναμη την ασημένια ουρά της δεξιά κι αριστερά, χάνοντας κάθε έλεγχο και πάλι. Ο κόσμος ξαναμπήκε στην πρίζα και το κέφι ξανάρχισε. Τα χρυσόψαρα μαζεύτηκαν γύρω της κι οι αχιβάδες άνοιξαν σαν διψασμένα στόματα ακολουθώντας το ρυθμό του τραγουδιού. Άρχισα να χορεύω με την κολλητή μου, γελώντας με ανακούφιση.

 

Πίσω από τη γαλάζια κουρτίνα που κυμάτιζε απαλά, ο άγγελος Ποσειδώνας μειδιούσε παρατηρώντας το βασίλειό του. «Παράξενος που είναι ο κόσμος μου», σκέφτηκε με λύπη. «Μέσα σε αυτή την υπέροχη λίμνη κολυμπά ελεύθερα κάθε λογής πλάσμα, το καθένα με το δικό του ρυθμό. Γιατί άραγε να χρειάζεται πάντα να στείλω έναν από μηχανής αστερία για να εξευμενίσει τη λύπη τους και να την εμποδίσει να γίνει οργή και σπαραγμός; Γιατί να υπάρχουν όρια ακόμα και στη στιγμιαία ευτυχία; Και γιατί αυτή η απλή χαρά μιας νύχτας στην καρδιά της ψαραγοράς να κινδυνεύει να σπάσει ανά πάσα στιγμή σαν μια ακρούλα της ουράς ενός ιππόκαμπου; Κάτι δεν έκανα σωστά. Κάποιο μυστήριο νόμο παρέβλεψα κι είναι τα πλάσματά μου τόσο ευάλωτα στη λύπη. Ίσως θα πρέπει να αναθεωρήσω τις απόψεις μου για τη ζωή, να ελευθερώσω τα κύματα και να πάψει το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό. Τότε, αν ο κόσμος μου γίνει κάπως πιο δίκαιος και αναγνωρίσει το δικαίωμα και την ικανότητα του μικρού ψαριού να γλιτώνει από τα δόντια του μεγάλου, ίσως καταφέρω να κάνω τη θάλασσα έναν επίγειο παράδεισο δροσιάς κι ευτυχίας. Μέχρι τότε όμως, η χαρά της Νέλλυς, ο χορός των χρυσόψαρων και το κυνήγι του καρχαρία θα εξαρτώνται από τις υπάρχουσες δομές της θαλάσσιας κοινωνίας μου… Μοναδική λύση θα παραμείνουν οι αστερίες, που θα συνεχίσουν να σπεύδουν σαν ασθενοφόρα σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης για να γλιτώσουν κάποιο από τα πλάσματά μου από βέβαιο πνιγμό. Έστω και προσωρινά. Μέχρι να αλλάξει κάτι οριστικά στο μεγάλο χάρτη της Θάλασσας».

(Suede: Trash)

Περαστικά συναισθήματα

pictures-078

Μάθημα γιόγκα: «Κοιτάξτε τα συναισθήματά σας. Παρατηρήστε τα. Μην τα κρίνετε, μην τα αξιολογείτε. Συνειδητοποιείστε τι αισθάνεστε κι έπειτα αφήστε το να περάσει. Επικεντρωθείτε στο σώμα σας».

 Συνεδρία με τον ψυ: «Η ύπαρξη διπλών συναισθημάτων αποδεικνύει την αναποφασιστικότητα του ατόμου να τοποθετηθεί ειλικρινά και με θάρρος απέναντι στα πράγματα. Το άτομο μονώνει τα πραγματικά του συναισθήματα επειδή φοβάται να τα αντιμετωπίσει. Το σώμα συμπάσχει κι έτσι εκδηλώνονται τα διάφορα ψυχοσωματικά συμπτώματα».

 Ορισμός της συναισθηματικής ωριμότητας: «Συναισθηματική ωριμότητα διαθέτει το άτομο που μπορεί να ελέγχει τα συναισθήματά του, διαθέτει αυτοεπίγνωση, αναγνωρίζει τα συναισθήματα των άλλων, είναι ικανό στην εξεύρεση προσωπικών κινήτρων και διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις σχέσεις του».

 Ατάκα φίλης ποιήτριας: «Ένα είναι το νόημα της ζωής: το σεξ. Τα υπόλοιπα έπονται. Ο έρωτας είναι ένα συναίσθημα που υπάρχει παντού, με όλους, κάθε στιγμή. Όχι μόνο με έναν, σε συγκεκριμένο πλαίσιο και χρονική στιγμή. Τα συναισθήματα δεν θα έπρεπε να φυλακίζονται, μας αφορούν πάντα και παντού, με όλους τους ανθρώπους που συναντάμε».

 Υπότιτλος αγαπημένου περιοδικού: «Εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων».

 Συναισθηματικώς ακατάλληλο: «Δεν τα φτιάχνω ποτέ με παντρεμένους. Ακόμα και σε μια τέτοια σχέση, ενδέχεται κάποια στιγμή ο άλλος να θελήσει μια κάποια συναισθηματική αποκλειστικότητα. Έχει αυτό το δικαίωμα».

 Απόσπασμα κριτικής για την Μαρία Πολυδούρη: «Κι αν στους περισσότερους της νεορομαντικής σχολής το βιωματικό στοιχείο – τόσο κυριαρχικό σε όλους τους – ήταν μια πρώτη ύλη που περνούσε από διαδοχικές διαφοροποιήσεις, ώσπου να φτάσει στο ποίημα, γι’ αυτήν η έκφραση σήμαινε κατ’ ευθείαν μεταγραφή των γεγονότων του συναισθηματικού της κόσμου στην ποιητική γλώσσα της εποχής, με όλες τις εξιδανικεύσεις, τις ωραιοποιήσεις και τις υπερβολές, που της υπαγόρευε η ρομαντική της φύση κι η ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος. Η Πολυδούρη κινείται ολόκληρη στην περιοχή του συναισθήματος και των συναισθηματικών καταστάσεων, συνήθως γύρω απ’ τα δύο βασικά μοτίβα του έρωτα και του θανάτου, διατηρώντας έναν ιδιαίτερα προσωπικό τόνο».

 Συναισθηματική νάρκωση: «Πριν μπω στο αεροπλάνο χτύπησα διπλό ηρεμιστικό και κατά την πτήση τσάκισα κι ένα μπουκαλάκι Νάουσα Μπουτάρης. Όταν έκανε αναταράξεις καταλάβαινα τα πάντα αλλά δεν αισθανόμουν τίποτα. Άλλες φορές άγγιζα τα όρια του εμφράγματος από τον τρόμο. Τώρα, συναίσθημα μηδέν».

 Τίτλος φανταστικού δοκιμίου: «Ασεβείς πόθοι για όσους δεν έχουν κανένα συναίσθημα να προσφέρουν».

 Ερώτηση σε chat : «Πιστεύετε πως μια γυναίκα ωριμάζει σεξουαλικά μετά τα 30; Έχω παρατηρήσει ότι οι μεγαλύτερες νιώθουν ότι ξέρουν τι θέλουν, έχουν συναισθηματική ωριμότητα, είναι πιο απελευθερωμένες σεξουαλικά και δέχονται να δοκιμάσουν νέα πράγματα, ενώ συνήθως δεν έχουν κολλήματα (πχ κλείσε τα φώτα γιατί έχω πάρει μερικά κιλά) σε αντίθεση με τις μικρότερες 20-25 που έχουν αρκέτα κολλήματα και ταμπού πάνω στο θέμα».

 Συναισθηματική αναπηρία: « Σε θέλω πολύ μα δεν μπορώ να κάνω κάτι μαζί σου γιατί, παρόλη τη συναισθηματική ταύτιση, τι θα πει ο κόσμος;».

 Συζήτηση με 28χρονο μπάρμαν: «Δεν πιστεύω στην αγάπη. Είναι ένα συναίσθημα που δεν με αφορά. Πιστεύω στο ρίσκο. Το παίρνεις το ρίσκο; Τότε βλέπεις τι αξίζει και τι όχι».

 Ο Καβάφης για τον Δαρείο: «Καταλαμβάνοντας την εξουσία, ο Δαρείος ένιωσε στιγμιαία συναισθήματα υπεροψίας και μέθης, εντούτοις αμέσως εννόησε τη ματαιότητα και το εφήμερο των μεγαλείων».

 Συναίσθημα της στιγμής: Τι θες; Με θες;

 
(Fool’s garden: Lemon tree)
 
(Στο Γιάννη, γιατί χωρίς αυτόν θα έπεφτα)

EnFin!

Μελοντικά Αριστουργήματα

Έτσι, για να μην αθετήσω την υπόσχεση μου, έπρεπε κάθε
νύχτα τώρα να ξεχνάω, σαν τους φτωχούς που είναι έτοιμοι να
δεχτούν μ΄ ένα οποιοδήποτε αντάλλαγμα – φτάνει να τους αφήσουν.
Και για τους οποίους θα γράψω κάποτε μια ιστορία τόσο τρυφερή
που δε θα βρίσκω το δρόμο.

(Τάσος Λειβαδίτης)

(New Order: 60 miles an hour)

Η βιβλιοθήκη μου online

pictures-0712

Μιας και πήρα επιτέλους την απόφαση να νοικοκυρευτώ και να βάλω σε μια τάξη μερικά από τα κείμενά μου, κλικ εδώ παρακαλώ, για γνώμες, συμβουλές και ιδέες:

www.theoremabooks.wordpress.com

Βιτριόλι

Κάνω οχτάρια στο 3×2 μπαλκόνι μου και κοιτάζω την παγωμένη αναπνοή μου να γίνεται ομίχλη μπροστά από το στόμα μου. Ψοφόκρυο κι ωραίο φεγγάρι. Ακούω μανιωδώς το ίδιο σιντί και στέλνω μανιωδώς γραπτά μηνύματα στον ίδιο άνθρωπο, πίνοντας το ίδιο κόκκινο ποτό. Ψεύτικα κι αληθινά ρίγη διαπερνούν το σώμα μου καθώς πλησιάζουν μεσάνυχτα. Το καθένα για τους λόγους του. Δεν πρόκειται να μεταμορφωθώ σε λύκο, ένας στριμωγμένος άνθρωπος θα παραμείνω κι απόψε. Πάει καιρός από τότε που έλαβα ένα ενδιαφέρον μέηλ, πάει ακόμα περισσότερος καιρός από τότε που έστειλα ένα ενδιαφέρον γράμμα. Μπορεί και χρόνια. Νοσταλγώ την εποχή των γραμματοσήμων και του μαύρου μελανιού πάνω στο λευκό ριζόχαρτο. Νοσταλγώ την εποχή των ενδιαφερόντων πραγμάτων. Απόψε όλα είναι όμορφα. Μέσα μου νιώθω τις δαγκωματιές της υπερβολικής τακτοποίησης να θεριεύουν και σκέφτομαι πως το αποψινό φλερτ με το φεγγάρι πρέπει να σταματήσει κάπου εδώ. Αλλιώς θα γεμίσω το ποτήρι μου με βιτριόλι και θ’ αρχίσω να στοχεύω τ’ άστρα.

(My Vitriol: This time)

Μαντάμ Ορτανσία ΙΙ

Κάθε απόγευμα, γύρω στις έξι, η Μαντάμ Ορτανσία βγαίνει με αργόσυρτο βήμα στο μπαλκόνι της φορώντας κάποιο λουλουδάτο φόρεμα κι έχοντας χτενίσει προσεκτικά τα μαλλιά της. Κάθεται στην ξύλινη καρέκλα-θρόνο που την περιμένει καρτερικά και πιάνει αμέσως κουβέντα με έναν αόρατο συνομιλητή που στέκεται απέναντί της.  Πάντα ο ίδιος. Μερικές φορές η συζήτηση κινείται σε ανεβασμένους τόνους και τότε τα ισχνά χέρια της φαίνονται να ανεμίζουν σαν κλαδάκια στον άνεμο καθώς χειρονομεί αγανακτισμένη, προσπαθώντας μάταια να ξορκίσει κάποιο άγνωστο κακό ή να κατακτήσει ένα χαμένο δίκιο.

Η Μαντάμ Ορτανσία αποφοίτησε από τη Σχολή Ευγένειας του νησιού πάμπολλα χρόνια πριν, με γενικό βαθμό πτυχίου «Άριστα Δέκα». Εκεί διδάχτηκε σαβουάρ βιβρ, κίνηση, υπομονή κι ευαισθησία. Αυτά τα πράγματα διδάσκονταν κάποια εποχή, αλλά από τότε που έκλεισε το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα αποτελούν πλέον αξίες υπό εξαφάνιση. Καθώς εκείνη είχε την τύχη να προλάβει τον κατάλληλο καιρό και τις τάσεις της αγοράς, κατάφερε να εξασφαλίσει κάθε απαραίτητο εχέγγυο για μια καθωσπρέπει ζωή.

Η Μαντάμ Ορνανσία πέρασε τον καιρό της καλλωπίζοντας με χάρη το σπίτι και τον εαυτό της. Από το μπαλκόνι της, το άρωμα λεμονιάς που τυλίγει μαντήλι στο λαιμό της κάθε πρωί, κατεβαίνει σαν μεταξωτό σεντόνι στην πλατεία και ψάχνει ιππότη να του δέσει κόμπους και ν’ ανεβεί στο μπαλκόνι της μοναξιάς της. Καθώς οι ιππότες της πλατείας παραμένουν άφαντοι μέχρι τώρα, η Μαντάμ Ορτανσία συνεχίζει να περιμένει καρτερικά και να ανανεώνει καθημερινά τις μυρωδιές στα μαντηλάκια της και τα λουλούδια στα φορέματά της.

 Η Μαντάμ Ορτανσία ζει ολομόναχη. Το φόντο της ζωής της, μέσα από το ξύλινο πατζούρι, φαίνεται να είναι μια σταθερή απουσία ή ίσως κάποια είδηση που άργησε να έρθει και τελικά δεν φάνηκε ποτέ. Τίποτα δεν κινείται πίσω από την αιθέρια κουρτίνα που ανεμίζει σαν καπνός μέσα από μισάνοιχτο στόμα. Μόνο οι συζητήσεις με τον αόρατο φίλο της φαίνεται να κινούν τα νήματα της ζωής της. Αυτά τα μισοειπωμένα και μισοακουσμένα λόγια δεν στερεύουν ποτέ. Ζωντανεύουν κάθε μέρα το πέτρινο μπαλκόνι της με κέφι κι ωθούν τα χέρια-κλαδιά να υψώνονται ακούραστα προς τον ουρανό και να μετακινούν τα σύννεφα σαν τραπουλόχαρτα φτιαγμένα από ριζόχαρτο.

Η Μαντάμ Ορτανσία δεν δείχνει ποτέ θλιμμένη ή μελαγχολική. Ξέρει να παρουσιάζεται και να στέκεται με τρόπο που δεν κινεί υποψίες. Το βλέμμα της πέφτει αγέρωχο στο πλακόστρωτο και χαιρετά με τακτ τους περαστικούς που πάνε βόλτα. Μερικές φορές, καθώς μετακινείται στο μπαλκόνι, τα μικρά βήματά της έχουν την κομψότητα της περπατησιάς που μόνον οι γκέισες κατέχουν πια ενώ οι κλεφτές ματιές της στα νευρικά περιστέρια της γειτονιάς κρύβουν το στακάτο ρυθμό μιας όπερας. Ανέκαθεν άλλωστε, η Madame Butterfly αποτελούσε την αγαπημένη της μελωδία, κι από παιδί ήξερε πως αυτός ο ρυθμός θα την ακολουθούσε μέχρι το τέλος της ζωής της. Που αργεί πολύ να έρθει, ευτυχώς ή ατυχώς.

Η Μαντάμ Ορτανσία φαίνεται κάπως κουρασμένη τώρα τελευταία. Το γλυκό σούρουπο της κάθε μέρας τη βρίσκει να χασμουριέται διακριτικά -πέρασε ο καιρός, οι αντοχές δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε. Ο αόρατος φίλος της φεύγει πάντα κατά τη δύση του ήλιου με τον τρόπο που φεύγουν οι ψυχές μετά τις σαράντα μέρες. Ακροπατώντας αέρινα προς το σκοτάδι που σκεπάζει την άκρη του στενού, κι αφού πρώτα της φιλήσει το χέρι με το σεβασμό που της αρμόζει, χάνεται σαν σύννεφο που πάει ήσυχο για ύπνο στον ουρανό. 

Η Μαντάμ Ορτανσία, ολομόναχη πια, κάνει τον απολογισμό της σημερινής κουβέντας, βάζει τις ιδέες της στη θέση τους, κλείνει προσεκτικά τα συρτάρια του μυαλού της και αποχωρεί από το μπαλκόνι της με δαντελένια χάρη. Σφαλίζει την εξώπορτα και τις σκέψεις της, μανταλώνει το πατζούρι και τραβά την αέρινη κουρτίνα. Το κρεβάτι την περιμένει στρωμένο με λευκά κεντητά σεντόνια και πολύχρωμα όνειρα σταυροβελονιά, κληρονομιά από παλαιότερες γενιές, που γνώριζαν με ανυπέρβλητη δεξιοτεχνία την τέχνη της βελόνας και του νήματος της ζωής.

Η Μαντάμ Ορτανσία αποκοιμιέται αραχνοΰφαντα χαμογελώντας μέχρι το επόμενο πρωί. Τα όνειρά της είναι γεμάτα αγγελούδια που ζωγραφίζουν στην πλάτη της λουλούδια και ιππότες που σπάνε το φράγμα του ήχου και σκαρφαλώνουν στο μπαλκόνι της από το άπειρο πουθενά. Αυτή η γυναίκα είναι μια γυναίκα-αξία, απαραίτητη και πολύτιμη για το νησί, καθώς η καθημερινή παρουσία της στο μπαλκόνι εγγυάται πως ο κόσμος παραμένει ίδιος με αυτόν που οι άνθρωποι άφησαν και χτες, λίγο πριν πάνε για ύπνο, και την επόμενη μέρα τον ξαναβρίσκουν απαράλλαχτο να τους περιμένει για το επόμενο επεισόδιο της ζωής τους.

(David Byrne and Brian Eno – Regiment)

Silence is sexy

pictures-058

Όπως επίσης:

Το τσιγάρο πιασμένο βαθιά ανάμεσα στα δάχτυλα, και όχι στην άκρη.

Τα λευκά πουκάμισα που αφήνουν να φανεί ένα ίχνος λαιμού.

Τα ίσια μακριά μαλλιά πιασμένα πίσω.

Ο δισταγμός.

Το πολύ κοντοκουρεμένο κεφάλι.

Το άρωμα D&G στο μπλε βελούδινο κουτί.

Το σώμα που διαγράφεται μέσα από ένα t-shirt.

Η φωνή όταν την ψάχνεις ανάμεσα στον ψίθυρο και στο μουρμουρητό.

Το βλέμμα κάποιου που κομπλάρει.

Η έλλειψη αυτοπεποίθησης.

Τα ωραία δάχτυλα.

Το χαμηλόφωνο γέλιο μέσω τηλεφώνου. 

Το βλέμμα που εστιάζει στα χείλη. 

Η ανάσα ανάμεσα σε δύο φιλιά.

Η γενναιοδωρία.

Τα μοντέλα του Τσαρούχη.

Τα σκούρα χρώματα.

Το γεγονός ότι κάποιος παραμένει άγνωστος.

Τα σκοτεινά μάτια που ξέρουν όμως να χαμογελούν.

Τα ξεβαμμένα τζιν.

Το καθαρό ποτό σε κοντό ποτήρι στο χέρι του.

Η επιμονή.

Ο ενικός αριθμός.

 

(Einsturzende NeubautenSilence Is Sexy)

Technicolor Ιουλιέττα ΙΙ

Έξω από το τρένο το τοπίο έμοιαζε με πίνακα σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Αποθήκες-τέρατα, βρώμικες εργατικές κατοικίες, πανομοιότυπα προκάτ γκαράζ, πολυκατοικίες-κουτιά που ξεδιπλώνονταν ανιαρά κάτω από έναν σαχλό ουρανό. Τα γκρίζα σύννεφα έφτυναν σταγονίδια βροχής καθώς οι σταθμοί ξεμάκραιναν κι άλλαζαν ονόματα χωρίς ίχνος αμηχανίας. Η διαδρομή από το Λουξεμβούργο προς τις Βρυξέλλες ήταν καταπράσινη. Που και που, μέσα από τα δέντρα με τα παχιά φυλλώματα ξεπρόβαλλαν εγκαταλελειμμένα κτίσματα με καφετί λιγδιασμένους τοίχους και παράθυρα με σπασμένα τζάμια που έχασκαν σαν ξεδοντιασμένα στόματα.

 

Το τρένο άλλαζε ράγες με θόρυβο και τρανταζόταν δυνατά. Μια ηλικιωμένη κυρία από το πίσω κάθισμα ξεφώνιζε τρομαγμένη κάθε λίγο και λιγάκι. Μετά από κάθε αλλαγή ησύχαζε. Στο χωριό Μ. η αποβάθρα ήταν έρημη. Κανείς δεν επιβιβάστηκε στο τρένο. Κάνα δυο κοράκια πέταξαν βιαστικά πάνω από τα έλατα, κι αυτό ήταν το μοναδικό ίχνος ζωής σε αυτό το σημείο της γης. Φεύγοντας παρατήρησα μια αφύσικα παχύσαρκη ξανθιά κοπέλα καθισμένη σε ένα παγκάκι να κοιτάζει προσεκτικά την οθόνη του κινητού της. Φορούσε ένα γαλάζιο φουλάρι στο λαιμό κι έδειχνε απελπιστικά αδιάφορη –τόσο για τον κόσμο γύρω της όσο και για τον ίδιο της τον εαυτό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να συγκρατήσει από την εικόνα της ήταν προφανώς το φουλάρι της και τίποτε άλλο.

 

Κάτω από τις τσιμεντένιες γέφυρες τα μεγάλα χρωματιστά γκράφιτι έστελναν μηνύματα στο περαστικό υπερπέραν. Η εμβέλειά τους ελάχιστη, η ταχύτητα του τρένου ικανή για όλα. Μάταιη τέχνη, ακυρωμένη από το υπερσύγχρονο επίτευγμα της βελγικής τεχνολογίας που με κουβαλούσε στα σπλάχνα του γενναία, αλλάζοντας τις χώρες σαν τα πουκάμισα. Στα λιβάδια έβοσκαν ήσυχες αγελάδες και μερικά πρόβατα. Οι βουκολικές σκηνές του είδους μου φέρνουν αηδία. Αν μπορούσα θα ξέρναγα στο ανέγγιχτο πράσινο χορτάρι και μάλιστα χωρίς την παραμικρή, στοιχειώδη έστω, τύψη για το βανδαλισμό μου.

 

Ο αναίσχυντα βρωμιάρης βέλγικος ουρανός σκέπαζε τη διαδρομή χωρίς οίκτο, επιδεικνύοντας καμαρωτά τα αδίστακτα σύννεφά του που παρεμπόδιζαν με μεγάλη επιτυχία κάθε προσπάθεια φωτισμού του τοπίου. Έξω από τα μικρά χωριά κοίταζα τα σπίτια με τις καλοβαλμένες αυλές και τις χαρωπές κούνιες πίσω από τους θαμνωτούς φράχτες. Σκέφτηκα πως τελικά υπάρχουν και χειρότερα από τις πολυκατοικίες-σπιρτόκουτα κι αυτή η ιδέα με ανακούφισε κάπως. Πιο κάτω, μερικά λευκά παρκαρισμένα τροχόσπιτα που έσκαγαν από ευτυχία επικύρωσαν την αμέσως προηγούμενη σκέψη.

 

Σε ένα ξέφωτο είδα ένα δέντρο χωρίς φύλλα, μόνο με γυμνά κλαδιά. Οι Ινδοί λένε πως τα γυμνά δέντρα είναι αρσενικά. Φαινόταν ξερό, μπορεί όμως και να μην ήταν. Ανάμεσα στις αναμαλλιασμένες κλάρες του υπήρχε πλεγμένη μια φωλιά πουλιών. Υπέροχο θέαμα, σκέφτηκα και προσπάθησα να ξεβουλώσω τα ενοχλητικά μπουκωμένα αυτιά μου.

 

Καθώς περνούσε η ώρα το φως λιγόστευε και το είδωλό μου με κοιτούσε νυσταγμένο μέσα από το τζάμι. Παρατήρησα για λίγο το πρόσωπό μου. Ήμουν ο καθρέφτης της κούρασης. Κόκκινα τρένα πηγαινοέρχονταν εδώ κι εκεί, λερώνοντας με αυθάδες χρώμα το σκυθρωπό περιβάλλον της ξεδιάντροπα βελγικής επαρχίας. Τα παγκάκια στους σταθμούς ήταν επίσης κόκκινα. Το πηλίκιο του ελεγκτή που στεκόταν στην αποβάθρα είχε μια κόκκινη γραμμή ανάμεσα στις γκρίζες ρίγες του. Παραπάει για σύμπτωση, σκέφτηκα κοιτάζοντας το ρολόι μου. Για καλή μου τύχη, το τρένο τσούλησε απαλά πάνω στις ράγες του κι η εικόνα εξαφανίστηκε αμέσως.

 

Κορμοί δέντρων στοιβαγμένοι εδώ κι εκεί, μια παλιά σκουριασμένη τροχαλία, ένα φανάρι που έδειχνε κόκκινο και φαινόταν εντελώς παράλογο μέσα σε αυτή την ερημιά, σκηνές που τρέχανε με φόρα εναλλάσσονταν αστραπιαία έξω από το παράθυρό μου. Ήπια μια μικρή γουλιά από το μπουκαλάκι με το νερό μου και σκέφτηκα πως καλύτερο νερό από του Λουτρακίου δεν υπάρχει στον κόσμο. Για μια στιγμή ένιωσα σαν την ξενιτεμένη Ρωσίδα του ανεκδότου, που δεν ξεχνά ποτέ την αγαπημένη της πατρίδα παρόλο που έκανε το παν για να καταφέρει να την εγκαταλείψει.

 

Πάνω από την πόρτα του βαγονιού αναβόσβηνε διαρκώς μια φωτεινή επιγραφή: «Ψάχνετε για δουλειά; Η σιδηροδρομική υπηρεσία κάνει προσλήψεις!». Μού’ ρθε να βάλω τις φωνές του Μουνχ. Δίπλα ακριβώς έγραφε πως απαγορεύεται το κάπνισμα. Τελικά η κούρασή μου πρέπει να ήταν κυρίως ψυχική, με τόσες δοκιμασίες μαζεμένες μέσα σε ένα βαγόνι.

 

Αφού ο ουρανός δεν έχει χρώμα, σκέφτηκα σε μια στιγμή, πως είναι δυνατόν να βλέπω να ροδίζει ένα γλυκό ηλιοβασίλεμα στην άκρη του ορίζοντα; Η δύναμη της φαντασίας είναι ανάλογη με τη δύναμη του έρωτα, μου ψιθύρισε μια αόρατη νεράιδα που διασταυρώθηκε η πτήση της με τη διαδρομή του τρένου. Βολεύτηκα καλύτερα στο κάθισμά μου κι ετοιμάστηκα για το επόμενο παραμύθι της καλής νεράιδας.

 

Κι άλλα γελάδια παραταγμένα στη σειρά στην άκρη ενός κάμπου. Κι άλλες αποθήκες που έμοιαζαν με τα κοτέτσια έξω από τα Μέγαρα. Τρία άλογα έτρεχαν καμαρωτά το ένα πίσω από το άλλο. Μα που βρίσκομαι; Το τρένο πέρασε πάνω από μια μεγάλη εθνική οδό. Θυμήθηκα το όνειρο με τον Μ., που τον είδα να απλώνεται σαν ολόλευκο σεντόνι  πάνω από μια αντίστοιχη εθνική οδό και σκέφτηκα πως παρόλο που ήταν λευκό πάνω του μπορούσα να διαβάσω όλη την αλήθεια της ζωής μου.

 

Ταχυδρομεία, γήπεδα ποδοσφαίρου, πυριτιδαποθήκες, κυλινδρικά δεμάτια ξερόχορτων, ξέφωτα μέσα στην ξεραΐλα, το στομάχι μου κιμάς κι οι σκέψεις μου ξηλωμένες. Έφτασα στην πόλη Ν. Σκέφτηκα: «Είμαι μια πλαστική Ιουλιέττα μέσα στο σιδερένιο κάστρο της. Ο κόσμος γύρω μου χαλί να τον ποδοπατήσω. Και ράγες να τις γλιστρήσω.».

 

Η διαδρομή δεν τελείωσε εκεί, απλώς δεν άντεξα άλλο την παρατήρηση και την περιγραφή της. Έγειρα στο κάθισμα και βυθίστηκα σε έναν βαθύ και λυτρωτικό ύπνο. Αφήνοντας πίσω μου τα θλιβερά τοπία ένιωσα την ανακούφιση του φυλακισμένου που ανακάλυψε τρόπο διαφυγής από το μικροσκοπικό κελί του. «We’ll always have Brussels», σκέφτηκα, κι αυτό δεν είναι λίγο.

Στις 21.11΄ έφτασα στον προορισμό μου, άνοιξα τα μάτια κι η ζωή ξανάγινε πραγματικότητα.

 

Στην ell

Επειδή σε πεθύμησα, και χάρηκα πολύ που σε ξαναείδα. 

(Danielle Dax: Tomorrow never knows)

Αρέσει σε %d bloggers: