Daily Archives: 25 Μαρτίου, 2009

Το άρωμα της Κοκκινοσκουφίτσας

kokkinoskoyfitsa_elli_griva1

Με λένε Έλλη και είμαι τεταρτοετής φοιτήτρια στη Σχολή Καλών Τεχνών. Το εργαστήριό μου, που είναι ταυτόχρονα και σπίτι μου, βρίσκεται στην οδό Ηπείρου, πολύ κοντά στο Πολυτεχνείο. Είναι ένα μικρό ρετιρέ σε παλιά πολυκατοικία, από εκείνες τις όμορφες της δεκαετίας του ’60, που όλο πάνε να μοιάσουν με Ξενία μα τελικώς μένουν μόνο με τις καλές προθέσεις. Στο μπαλκόνι μου έχω γλάστρες με ινδική κάνναβη, μια μικρή ελιά –την κυρία Καίτη όπως την έχω ονομάσει, δυο τρία γεράνια και μια λεμονιά σε βαρέλι. Πάνω στο τραπεζάκι όπου πίνω καφέ έχω μια γλάστρα με γιασεμί που όλο λέω να μεταφυτέψω σε μεγαλύτερο δοχείο μα όλο το ξεχνάω κι εκεί μένει. Τα λατρεύω τα φυτά, αν μπορούσα θα άνοιγα φυτώριο και θα έβαζα τα πάντα εκεί μέσα.

 

Στην είσοδο έχω αραδιασμένα τα καβαλέτα, τα χαρτιά και τους καμβάδες μου. Στη βιβλιοθήκη υπάρχουν χρώματα, σωληνάρια, βαζάκια, πινέλα, σκόνες, διαλυτικά, κάρβουνα, βελόνες μετρήματος κι ένας σωρός εξαρτήματα για τη δουλειά μου. Στους τοίχους έχω τα υγρά κομμάτια μου που δεν χωράνε σε καβαλέτο για στέγνωμα και στο πάτωμα, εδώ κι εκεί, άλλα έργα, παλιότερα, που δεν κινδυνεύουν να λερωθούν ή να χαλάσουν. Ο χώρος μυρίζει λαδομπογιά και βερνίκι ανάμεικτο με διαλυτικό και ξύδι. Εγώ το έχω συνηθίσει, οι επισκέπτες στραβομουτσουνιάζουν καμιά φορά, μα τον τελευταίο καιρό έκανα παρέα με παιδιά από τη Σχολή, οπότε δεν υπήρχε σοβαρό πρόβλημα με τις μυρωδιές μου.

 

Ο Νικόλας με βρήκε σε μια έκθεση που κάναμε στα Προπύλαια πριν τρία χρόνια, και φλάσαρε αμέσως πάνω στα έργα μου. Θυμάμαι παρουσιάζαμε οι πρωτοετείς τις εργασίες μας σε μια ομαδική έκθεση. Άλλοι είχαν δουλέψει σε παραδοσιακούς καμβάδες, άλλοι στήνοντας κάποια εγκατάσταση, άλλοι με μεικτές και πρωτοποριακές τεχνικές όπου συνδύαζαν απίθανα υλικά και τεχνοτροπίες. Εγώ είχα φτιάξει τρία γιγάντια τελάρα μεικτής τεχνικής με ακρυλικό και κολάζ χαρτιού, τα οποία είχα ράψει με σκοινί και συγκολλήσει μεταξύ τους με βουλοκέρι. Τα χαρτιά ήταν κολλημένα στον καμβά με αραβική κόμη και γυάλιζαν πανέμορφα μαζί με τα magenda, carmine, ruby δολοφονικά κόκκινα που είχα προσθέσει από πάνω σαν πιτσιλιές. Το κόκκινο είναι το αγαπημένο μου χρώμα, ανεξάρτητα από την απόχρωσή του κάθε φορά. Ο Νικόλας με πλησίασε και ζήτησε να μάθει το όνομά μου και σε ποιο έτος φοιτούσα.

 

Η πρώτη μου έκθεση διοργανώθηκε στην γκαλερί του, λίγους μήνες μετά. Το θέμα μου ήταν «Το άρωμα της Κοκκινοσκουφίτσας», το οποίο ο Νικόλας έβρισκε καταπληκτικό και πιασάρικο για το κοινό του. Δούλευα στο εργαστήρι μου πυρετωδώς μέρα νύχτα προκειμένου να προλάβω να ετοιμάσω τα δεκαπέντε νατουραλιστικά έργα που είχαμε συμφωνήσει πως θα εξέθετα. Η έκθεση θα ήταν ατομική κι εγώ δεν είχα τελειώσει καν τη Σχολή. Μου φαινόταν σαν όνειρο! Οι συμφοιτητές μου δεν έκρυψαν τη ζήλεια τους και άρχισαν να απομακρύνονται σιγά σιγά από τη ζωή μου. Σε λίγο είχα μείνει μόνη με τα κοκκινόμαυρα τελάρα μου και τον αχόρταγο Νικόλα. Δούλευα ασταμάτητα τα έργα μου και τον υπόλοιπο χρόνο μου τον περνούσα στο κρεβάτι του, κάνοντάς του τα χατίρια και μπαίνοντας όλο και περισσότερο στο μαγικό του κόσμο.

 

Πάνω που είχα φτάσει στο τελευταίο κομμάτι, αυτό που ήθελα να είναι το πιο εντυπωσιακό και το μεγαλύτερο σε διαστάσεις, έπαθα ένα μπλοκάζ άνευ προηγουμένου. Δεν μπορούσα να συνδυάσω τα χρώματα, δεν έβρισκα το σωστό πινέλο, η προοπτική μου ήταν ασύμμετρη, οι φωτοσκιάσεις παραμορφωμένες, τα βερνίκια μου πηγμένα, το κεφάλι μου ένα χάος. Ο Νικόλας με πείραζε, λέγοντάς μου πως τελικά η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν πολύ σκατοκόριτσο, πως από τη ζήλεια της μου τα έκανε αυτά και δεν καθόταν φρόνιμη να την ζωγραφίσω, πως καλύτερα να στρεφόμουν στον κακό λύκο ή στον κυνηγό, κι άλλα τέτοια χαριτωμένα. Έπειτα, για να με κάνει να χαλαρώσω και καλά, με έβαζε να κυλιέμαι πάνω στα ακρυλικά, να πασαλείβεται το σώμα μου απ’ άκρη σ’ άκρη, όπως του άρεσε, κι έπειτα να με χαϊδεύει παντού με τα πινέλα μου και με τα δάχτυλά του.

 

Ο Νικόλας ήταν καλός στο σεξ, το απολάμβανε και το έκανε χρησιμοποιώντας όλη του τη φαντασία. Το μεγάλο του κόλλημα ήταν οι διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου. Το τι λεφτά δίναμε για ανεφοδιασμό χρωμάτων δεν περιγράφεται. Κάθε τόσο γέμιζε τη μπανιέρα με κόκκινη μπογιά και με έβαζε να βυθιστώ ως το λαιμό στο πηχτό χρώμα. Ύστερα, με καλούσε να σηκωθώ και θαυμάζοντας το κατακόκκινο σώμα μου με ωθούσε να κυλιέμαι στα λευκά σεντόνια που άπλωνε στο πάτωμα γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, λίγο πριν γδυθεί και ο ίδιος και γίνει ένα μαζί μου και με τη μπογιά. Το χρώμα που έμενε στη μπανιέρα το άφηνε να χυθεί από το σιφόνι χωρίς να το λυπάται, ενώ εκείνος στεκόταν και το παρακολουθούσε να αδειάζει μέχρι σταγόνας με μάτια που έλαμπαν πανηγυρικά. Άλλες φορές με έστηνε στον τοίχο, με τις παλάμες ανοιχτές και το στήθος μου να στριμώχνεται στο παγωμένο ντουβάρι, και με έπαιρνε στα όρθια φροντίζοντας να λερωθεί όσο γινόταν περισσότερο ο χώρος με τα αποτυπώματα του σώματός μου την ώρα της πράξης. Τα κόκκινα ίχνη του σεξ πάνω στο λευκό τοίχο του έδιναν μια απίστευτη απόλαυση, ήταν το ισχυρότερο διεγερτικό του. Τότε πηδιόμασταν με μανία, αχόρταγα και οδυνηρά.

 

Το μεγάλο τελάρο δεν έλεγε να ολοκληρωθεί και τα εγκαίνια της έκθεσης πλησίαζαν απειλητικά. Είχα δεν είχα μια βδομάδα μέχρι το τελικό στήσιμο της έκθεσης, και μου έλειπε ακόμα το έργο-κράχτης. Περπατούσα νευρικά πάνω κάτω στο μπαλκόνι, κάπνιζα το ένα μαύρο μετά το άλλο, κυλιόμουν σπασμωδικά στα σεντόνια μου και στις μπογιές μου, έπαιρνα τα δάχτυλα, τη γλώσσα και την αχόρταγη καύλα του Νικόλα, μα πρόοδος καμιά. Μέχρι που ένα βράδυ, αρχές Σεπτέμβρη και προπαραμονή της έκθεσης, μου έδωσε τη φαεινή ιδέα. Αρχικά αντέδρασα, γέλασα νευρικά και άλλαξα θέση στο κρεβάτι. Επέμεινε, προσπάθησε να με πείσει πως άξιζε τον κόπο να δοκιμάσουμε και μου έκανε το καλύτερο σεξ των τελευταίων ημερών, ενθουσιασμένος και ερεθισμένος όσο ποτέ. Σχεδόν με βίαιο τρόπο. Την ίδια νύχτα έβαλα μπρος τον πίνακα κι άρχισα να μπογιατίζω μανιασμένα, σαν την μάγισσα του Σάλεμ.

 

Η έκθεση πήγε ανέλπιστα καλά. Στα εγκαίνια ήρθε πολύς κόσμος, μεταξύ των οποίων συλλέκτες, δημοσιογράφοι, πολιτικοί. Το περιοδικό «Τέχνη και Εν/Στάσεις» μου έκλεισε αποκλειστική συνέντευξη για το επόμενο τεύχος. Τα έργα μου πουλήθηκαν μέχρι και το τελευταίο, και όλα τους στην αρχική τιμή της γκαλερί. Σε ένα μόνο αρνήθηκα να βάλω τιμή, καθώς εκείνο ήταν το δικό μου. Ήταν ένας πίνακας τεράστιος, σχεδόν δύο επί δύο, που είχε κρεμαστεί μόνος του σε μια μικρή αίθουσα σαν σεπαρέ λίγο πριν την έξοδο. Ένας τεράστιος προβολέας έπεφτε πάνω του και φώτιζε τις φόρμες και τα χρώματα με δύναμη και λάμψη. Ο κόσμος είχε πρόσβαση στο χώρο, φυσικά, μα είχε ανακοινωθεί πως το έργο δεν ήταν προς πώληση και αυτό τους άναβε ακόμα περισσότερο την περιέργεια. Από το σεπαρέ όλοι έβγαιναν με μαγνητισμένο και παράξενα βελούδινο βλέμμα. Σαν μαγεμένοι.

 

Το ίδιο βράδυ μεταφέραμε το έργο στο σπίτι του Νικόλα –ένα τεράστιο μοντέρνο λοφτ στο Μεταξουργείο, με δεκάδες έργα τέχνης στους τοίχους και στα έπιπλα- και το στήσαμε πίσω από το διπλό κρεβάτι, όπως είχαμε συμφωνήσει. Το  κρεβάτι του δεν ήταν άλλο από ένα διπλό σκληρό στρώμα ριγμένο πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα, μέσα σε ένα κατακόκκινο δωμάτιο με τοίχους γεμάτους λαμπιόνια που έβγαζαν ένα κίτρινο αδύναμο φως. Πίσω από την εξέδρα-υπόστρωμα είχε καλύψει τον τοίχο με πορτοκαλί τούβλα, σαν εκείνα των αγγλικών σπιτιών του περασμένου αιώνα. Μπροστά από το στρώμα υπήρχε μια μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα από τα μπράτσα της οποίας κρέμονταν λουριά.

 

Με έβαλε να καθίσω στο παγωμένο μαύρο δέρμα και μου έδεσε τα χέρια με τα δερμάτινα λουριά. «Τώρα θα γίνεις το υπάκουο σκυλάκι μου, έτσι μωρό μου όμορφο;» με ρώτησε κοιτώντας με προκλητικά. Ύστερα γονάτισε, μου άνοιξε με αργές κινήσεις τα πόδια και έχωσε το κεφάλι ανάμεσα στα μπούτια μου. Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να μην ξεκολλήσω το βλέμμα μου από τον τεράστιο πίνακα που φάνταζε δαιμονικά κόκκινος πίσω από τα μαύρα σεντόνια του, λίγα μόλις μέτρα μακριά μου. Συνέχισε να με γλύφει σκληρά με γλώσσα που έκαιγε, χρησιμοποιώντας πού και πού τα δάχτυλά του ταυτόχρονα. Λίγο πριν τελειώσω και ενώ τον παρακαλούσα να με πάρει επιτέλους και να με διαλύσει κανονικά, μπήκε με ορμή μέσα μου και καθώς με πήδαγε με μανία μου φώναξε «Πάρτα πανάθεμά σε, όλα δικά σου μωρό μου, πάρτα μέχρι θανάτου, χυμένο παραμυθάκι μου»…

 

Από τον απέναντι τοίχο, την ώρα που του τα έδινα κι εγώ βογκώντας εκτός ελέγχου, μου φάνηκε πως η Κοκκινοσκουφίτσα μου χαμογέλασε συνωμοτικά πίσω από την μισοσηκωμένη πορφυρή φουστίτσα της. Η μυρωδιά που ανέδιδε ο πίνακας την ώρα που το κορίτσι πηδιόταν με τον λύκο θύμιζε κάτι ανάμεσα σε  περίοδο γυναίκας  ή αίμα πρώτης φοράς. Τα λευκά δάχτυλά της χώνονταν βαθιά στο τριχωτό σώμα του λύκου που είχε κλείσει τα μάτια από ηδονή την ώρα που ξεπαρθένευε το μικρό κορίτσι. Στο ροδαλό πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο αναγεννησιακής χάρης, έκφυλο όσο και αγνό. Ήταν το προκλητικό χαμόγελο ενός δαιμονισμένου κοριτσιού που απολάμβανε για πρώτη φορά τον έρωτα και παρόλα αυτά φαινόταν να ξέρει καλά πώς να κινηθεί και τι να κάνει για να αγγίξει την υπέρτατη ηδονή. Γύρω τους, σαν ψυχογραφικό τοπίο,  το δάσος είχε βαφτεί με το ίδιο υλικό που ανέδιδε μυρωδιά ανθρώπινου σώματος κι έμοιαζε με γωνιά της κόλασης πνιγμένη σε πορφυρές φλόγες και πορτοκαλί αναστεναγμούς. Το sangria κόκκινο που είχα πετύχει αναμειγνύοντας τα τελευταία μου έμμηνα και την πηχτή μπογιά από το σωληνάριο λειτουργούσε σαν ερωτικό ελιξίριο στα οποίο κανένας, ούτε καν εγώ, δεν κατάφερνε να αντισταθεί. Το έργο μου ήταν πια ολοκληρωμένο. Και το μυστικό της επιτυχίας μου άκρως προσωπικό κι απόρρητο.

(Emilie Simon: I wanna be your dog)

(Ο πίνακας είναι της Έλλης Γρίβα, από την έκθεσή της  με τίτλο «Σε θέλω». H ιστορία είναι 100% φανταστική)

Αρέσει σε %d bloggers: