Daily Archives: 3 Απριλίου, 2009

Κλικ

hat5roses_williamklein1

Με λένε Στέφανο και είμαι φωτογράφος. Η φωτογραφία είναι η κατ’ εξοχήν οπτική τέχνη και το όπλο της είναι ένας φακός 28mm που αντί για σφαίρες πυροβολεί κλικ. Μου αρέσει να φωτογραφίζω γυναίκες και αστικά τοπία. Η εξοχή δεν με ήλκυσε ποτέ. Όλες  τις φωτογραφίσεις μου τις κάνω σε παλιές αποθήκες, σε εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτίρια, σε πολυσύχναστους δρόμους ή σε πολυτελή ξενοδοχεία του κέντρου. Ενθουσιάζομαι κλέβοντας στιγμές από γυναίκες που τρώνε, περπατάνε, κοιτάζουν το κενό χωρίς σκοπό και προοπτική. Η Νέα Υόρκη προσφέρεται για τις προτιμήσεις μου, μιας και εδώ υπάρχει πάντοτε κάτι καινούριο να ανακαλύψει κανείς, πόσο μάλλον αν είναι καλλιτέχνης  και χρειάζεται διαρκώς νέες εικόνες μπροστά στα μάτια του. Αυτή η πόλη υπήρξε ανέκαθεν ένα φωτογραφικό ποίημα που δεν βαρέθηκα ποτέ να εξερευνώ σαν ερωτευμένος.

 

Κάτω από την πορνογραφική τους επιφάνεια, σε όλες τις φωτογραφίες μου είναι ιδιαίτερα έντονη η προσπάθεια που καταβάλλω κάθε φορά μπροστά σε κάθε μοντέλο μου προκειμένου να το κατακτήσω. Ως αντικείμενο της τέχνης μου, ως γυναίκα, ως εικόνα. Ως τελικό δημιούργημά μου. Όλα αυτά είναι σαφή αρκεί να παρατηρήσει κανείς κάπως πιο προσεκτικά τις φωτογραφίες μου, οι οποίες δεν είναι μόνο ατοπήματα της αρσενικής φαντασίας μα και καδραρισμένα κομματάκια ενός ερωτικού παζλ που αποτελεί την ίδια μου τη ζωή, το παρελθόν και το μέλλον μου.

 

Οι μυστικοί μου πόθοι, οι κρυφές ανάγκες μου και οι διαδρομές των εκάστοτε ερωτικών ιστοριών μου είναι εν πολλοίς η κινητήρια δύναμη της τέχνης μου. Μερικές φορές οι συλλογές φωτογραφιών στις οποίες ποζάρει κάποια ερωμένη μου μετουσιώνονται στο νου μου σε οικογενειακό λεύκωμα συναισθημάτων και πολύτιμων στιγμών ζωής. Αυτές ειδικά οι φωτογραφίες χαρακτηρίζονται από την ακατέργαστη ματιέρα του παθιασμένου έρωτά μου για τη γυναίκα που στέκεται μπροστά στο φακό μου και αντικατοπτρίζουν μια ιδιωτική οπτική της ανταλλαγής αισθημάτων, υγρών και ιδεών ανάμεσά μας. Αυτές οι φωτογραφίες είναι κάθε φορά τα μικρά πορτρέτα μιας περιόδου της ζωής μου που απαθανατίζεται πάνω σε χάρτινα σύμβολα αφοσίωσης και αιώνιας τρυφερότητας για το γυναικείο σώμα.

 

Παλιότερα εντόπιζα τα μοντέλα μου σε οίκους ανοχής ή κατευθείαν στο δρόμο. Οι κοπέλες του Μπρονξ χαιρόντουσαν όταν με έβλεπαν, γιατί ήξεραν πως θα τις πλήρωνα καλά και μάλιστα χωρίς καν να τους ζητήσω τις γνωστές υπηρεσίες τους. Συνήθως τις έβαζα να ποζάρουν μέσα στο χώρο εργασίας τους, ξαπλωμένες στο κρεβάτι, όρθιες σε κάποιο παράθυρο, καθώς πλένονταν στο μπάνιο, πάνω από το τασάκι την ώρα που έσβηναν ένα τσιγάρο. Στις μορφές τους αντικατοπτρίζονταν όλες οι νεράιδες των αγαπημένων παιδικών μου μύθων. Μου άρεσε να συζητώ μαζί τους και να τραβάω τα κλισέ μου με φυσικότητα, απαθανατίζοντας όχι μόνο το βλέμμα τους μα και τις λέξεις που έβγαιναν από το στόμα τους και για ένα νανοσεκόντ ακινητοποιούνταν ακριβώς έξω από τα χείλη τους σαν εκκρεμή μόρια ήχου. Η ξεπεσμένη και κάπως νοσηρή γοητεία τους λειτουργούσε σαν μαγικό φίλτρο για το φακό μου, ο οποίος έμοιαζε να κινείται αυτόνομα εξερευνώντας ακόρεστα τα μυστικά τοπία του σωματικού και ψυχικού τους κάλλους.

 

Στην Πέμπτη Λεωφόρο τα κορίτσια είναι αμέτρητα και σχεδόν πάντα βιαστικά. Η πρώτη φορά που μια κοπέλα τράβηξε την προσοχή μου, εντελώς τυχαία, ήταν έξω από μια βιτρίνα εσωρούχων όπου παρουσιαζόταν η καινούρια συλλογή μιας διάσημης σχεδιάστριας και το μαγαζί έσφυζε από πελατεία. Η Τζιλ στεκόταν και χάζευε ένα ροζ εσώρουχο στολισμένο με μια μαύρη δαντελλένια κορδέλα και μικρά ροζ τριαντάφυλλα. Η ρωμαλέα σωματική χάρη της ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το μικροσκοπικό κομματάκι ύφασμα που είχε απορροφήσει το βλέμμα της –καθώς την κοιτούσα μαγνητισμένος παρατήρησα πως το πορτρέτο της ήταν μια κανονική αντανάκλαση στο κρύσταλλο της βιτρίνας. Τράβηξα τη φωτογραφία και με το πρώτο κλικ στράφηκε προς το μέρος μου και με κοίταξε κάπως επιθετικά. Γνωριστήκαμε Σεπτέμβριο και μέχρι το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς είχα ήδη ολοκληρώσει τη συλλογή του επόμενου έτους, την οποία ονόμασα «Αντανακλώντας την Τζιλ» και της την αφιέρωσα εξ ολοκλήρου.

 

Η έκθεση ήταν αστραφτερή, η γκαλερί γεμάτη διασημότητες και η Τζιλ μου ένα υπέρλαμπρο αστέρι μέσα στο ασημένιο μινιμαλιστικό της φόρεμα που έκρυβε ελάχιστα από τους θεϊκούς γλουτούς της και τα απολύτως απαραίτητα από τα αγαλματένια της στήθη. Χωρίσαμε όταν αποφάσισε να παντρευτεί τον κατά είκοσι χρόνια πρεσβύτερό της και σαφώς αμφισεξουαλικό  ιδιοκτήτη της γκαλερί. Ενίοτε συναντιόμαστε για ποτό στο λοφτ του γκαλερίστα στο Μπρούκλιν και αποτείνουμε φόρο τιμής στο παρελθόν τυλιγμένοι γλυκά στα ροζ σατέν σεντόνια της, πάνω στα οποία την ακινητοποιώ δένοντας τους καρπούς της στο κάγκελο του κρεβατιού με τις μαύρες κορδέλες που προβλέπει πάντοτε για αυτή τη χρήση.

 

Ως ορκισμένος υμνητής της γυναικείας σάρκας και ιδέας συνέχισα επί μήνες να περιφέρομαι στις λεωφόρους του κέντρου προς άγραν υλικού και σωμάτων. Τα φωσφορίζοντα παράθυρα κάποιου ουρανοξύστη τη νύχτα, ένας υπερχειλισμένος σκουπιδοτενεκές έξω από το Εθνικό Μουσείο, ένα μπουλούκι Γιαπωνέζων έξω από μια καντίνα, ένα σμήνος τρελαμένα πουλιά, μια ανασηκωμένη φούστα σε κάποιο παγκάκι του πάρκου ήταν για μένα πολύτιμη σοδειά της ημέρας μου που τη νύχτα κατέληγε λαμπερή εικόνα στο σκοτεινό θάλαμο των ματιών μου.

 

Η φθαρμένη ύλη της σάρκας της Άλισον ήταν μια από τις πιο ερεβώδεις στιγμές της καριέρας μου. Την πρωτοαντίκρισα, στην έξοδο του Μεμόριαλ, καθώς κατέβαινε τα μαρμάρινα σκαλιά με τρεμάμενο βήμα. Σκοντάφτοντας λίγο πριν το πλατύσκαλο του νοσοκομείου, έπεσε στα χέρια μου και την κράτησα δυνατά για να μη σωριαστεί στο έδαφος. Ο λαιμός της και ο ξεσκέπαστος ώμος της ήλκυσαν αμέσως την προσοχή μου. Δέχτηκε να φωτογραφηθεί στο στούντιο μου, όπου απαθανάτισα τις ουλές και το παραμορφωμένο από τα εγκαύματα δέρμα του κορμού της λίγο πριν την πλαστική επέμβαση που της ξανάδωσε όψη φυσιολογικού ανθρώπου πετώντας την εικόνα του τέρατος στα ιατρικά απόβλητα της επιχείρησης. Δεν κοιμηθήκαμε ποτέ μαζί, ένιωθα όμως έναν απροσδιόριστο ερωτισμό να πλανιέται ανάμεσά μας την ώρα που έτεινε τα στρογγυλά στήθη της στο φακό μου κοιτώντας με δειλά. Αυτή η αντίφαση ανάμεσα στο τολμηρό αν και παραμορφωμένο σώμα της και στο ντροπαλό βλέμμα της με ερέθιζε αφάνταστα μα τα πράγματα μεταξύ μας δεν προχώρησαν ποτέ.

 

Η Ντόροθυ ήταν ένα κλασσικό αρχιτεκτόνημα. Την έστηνα πάνω στα δεκάποντα τακούνια της και την έβαζα να βαδίζει ολόγυμνη πάνω στην παχιά μοκέτα του Πλάζα κάθε Παρασκευή βράδυ. Ξεγλιστρούσε κρυφά από την οικογενειακή της εστία κι ερχόταν να με βρει στο δωμάτιο 546 του ξενοδοχείου, γνωρίζοντας πως πέρα από σωματική ευχαρίστηση θα της χάριζα κι αυτή την ερωτική ηδονή που μόνο ο φυσικός πολιτισμός του βλέμματος μπορεί να προσφέρει, ειδικά αν διυλίζεται μέσα από το φωτογραφικό φακό κάποιου ο οποίος αγαπά ηδονοβλεπτικά και στοχεύει πάντοτε στη νοερή καρδιά της εικόνας του επόμενου κλικ του. Με τη Ντόροθυ ένιωθα κατακτητής και κατακτημένος, θύτης και θύμα, ευτυχία και οργή συγχρόνως. Οι περισσότερες φωτογραφίες μας ήταν κοινές, και τότε θεωρήθηκαν ακραίου πορνογραφικού περιεχομένου από όλα τα περιοδικά που τις έστειλα. Πέρυσι συμπεριλήφθηκαν σε ένα ερωτικό φωτογραφικό αφιέρωμα του περιοδικού Φωτογραφία και Εικόνα, στο οποίο φιγουράριζαν και κάποια κλισέ του Γουίλιαμ Κλάιν.

 

Η Σοφία είχε το πιο διεισδυτικό θηλυκό βλέμμα που αντίκρισα ποτέ. Εργαζόταν σε ένα καφενείο στο Μανχάταν και γνωριστήκαμε ένα πρωί χάρη στο καυτό ρόφημα που αναποδογύρισε στα πόδια μου προσπαθώντας να διασχίσει τα τραπέζια. Ο αφόρητα κοινότοπος τρόπος γνωριμίας μας έγινε η αιτία για πολλά ιδιωτικά αστεία και πειράγματα μεταξύ μας. Μου άρεσε πολύ να δουλεύω μαζί της. Η απλότητα των πορτρέτων της βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με τα πορτρέτα άλλων μοντέλων μου. Η εκρηκτική καθαρότητα των ματιών της ερχόταν σε σύγκρουση με την επιτήδευση των εκφράσεων σε άλλα πρόσωπά μου και αυτό την έκανε να φαντάζει εξαιρετικά ατελής και ταυτόχρονα ιδανική στα μάτια μου. Με ερωτεύτηκε ένα απόγευμα, όταν με είδε να ξοδεύω το τελευταίο μου χαρτονόμισμα γονατίζοντας μπροστά σε μια παχουλή τσιγγάνα που διάβαζε το μέλλον και στην οποία πρότεινα το αντίτιμο μιας πρόβλεψης έναντι μιας φωτογραφίας της δικής της ροζιασμένης παλάμης. Οι σκουρόχρωμες χαρακιές του χεριού της σύγχρονης Πυθίας, ο στιβαρός καρπός της με τα χρωματιστά βραχιόλια και το μικρό σημάδι στην άκρη του όρους της Αφροδίτης με συντρόφεψαν και με συντροφεύουν νύχτες ολόκληρες όταν, ανακαλώντας τα στη μνήμη μου, προσπαθώ να συλλάβω τις αιτίες των πραγμάτων και να αδράξω από μέσα τους μια εικόνα από το ζοφερό μου μέλλον.

 

Μου άρεσε να φωτογραφίζω την Κάθριν και την Έλενα σε βιομηχανικές αποθήκες γύρω από το Σέντραλ Παρκ, δίπλα από ρόδες συρματόσκοινων, πίσω από σακιά με τσιμέντο, κάτω από μαδέρια και ανάμεσα σε συσκευασίες με υλικά οικοδομών. Οι θωπείες που αντάλλασσαν μεταξύ τους λειτουργούσαν άκρως διεγερτικά τόσο για μένα όσο και για το φακό μου. Φωτογράφιζα με βιαιότητα, θέλοντας να φυλακίσω μέσα στο φιλμ μου το παραμικρό τους σκίρτημα, σωματικό και ψυχικό. Έψαχνα τα φανταστικά πάθη τους, το θρόνο της ηδονής τους και τα τάρταρα των σωμάτων τους. Ανακάλυπτα στα αγγίγματά τους αναπηρίες και ικανότητες ακροβατών Κινέζικου τσίρκου. Η φαντασία τους ήταν οργιαστικά πλούσια και δεν εξαντλούνταν ποτέ. Καθώς έτρεχα να πιάσω την καλύτερη γωνία των φιλιών και των χαδιών τους θαρρούσα πως το φως της ημέρας αλλοιωνόταν, έμοιαζε να ενσωματώνεται στη δική τους, προσωπική λάμψη και κατέληγε σε ένα αιφνίδιο πυροτέχνημα πίσω από το διάφραγμα της αγαπημένης μου Λάικα. Κλικ! Θυμάμαι πως όταν έκανε κρύο συνήθιζαν να στριμώχνονται στα πόδια μου σαν υπάκουα σκυλάκια που γλύφουν τις πατούσες του αφέντη τους για ένα κόκαλο ή για ένα μάλλινο καρό σακάκι.

 

Η Άιριν επέμενε να την φωτογραφίζω αγκαλιά με τους δυο εφήβους εραστές της, τους οποίους πολλές φορές ανάγκαζε να συνουσιάζονται μεταξύ τους, ενώ εκείνη στεκόταν και παρακολουθούσε καπνίζοντας. Όταν φωτογράφιζα αυτή την αλλόκοτη  τριάδα είχα μονίμως την αίσθηση πως έφτιαχνα μια ιστορία σε συνέχειες, απαθανατίζοντας τη μια σκηνή μετά την άλλη βιαστικά, σα να επρόκειτο για μαγικές εικόνες ενός κινούμενου βιβλίου που άλλαζε χρώμα κάθε στιγμή. Έπιανα στον αέρα την όμορφη τρυφερότητά τους, τη διεστραμμένη απόλαυσή τους, την ανάγκη τους για κάτι περισσότερο από απλό ηδονικό σεξ. Όταν τους έδειχνα τις φωτογραφίες της προηγούμενης φοράς φαίνονταν τόσο χαρούμενοι που σχεδόν με συγκινούσε να τους κοιτάζω καθώς γελούσαν ελεύθερα αφήνοντας τα τρία μελαχρινά κεφάλια να ακουμπάνε μεταξύ τους παιδικά.

 

Όλα εξελίσσονταν καλά για μένα και την τέχνη μου. Η αδρεναλίνη μου διατηρούνταν σε υψηλά επίπεδα και με γέμιζε δυναμισμό και όρεξη για δημιουργία και απόλαυση. Ταξίδευα σε ολόκληρο τον κόσμο, γνώριζα νέες χώρες, φωτογράφιζα διαρκώς καινούρια πρόσωπα και κρυμμένες συζητήσεις βλεμμάτων και νευμάτων. Εντούτοις, ως γνωστόν, σε αυτό τον καφκικό κόσμο τίποτε δεν διαρκεί επ’ άπειρον. Το χτύπημα που έμελλε να με συνθλίψει δεν άργησε να εμφανιστεί. Πριν λίγο καιρό, αιφνιδίως, διαγνώστηκα με ογκοκέρκωση προχωρημένου βαθμού. Πρόκειται για τη δεύτερη αιτία τύφλωσης παγκοσμίως, απ’ ό, τι πληροφορήθηκα, και είναι μια παρασιτική νόσος η οποία εάν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως δεν αφήνει περιθώρια ίασης στον ασθενή. Στην αρχή δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία στις διαταραχές της όρασής μου, όπως συμβαίνει σχεδόν νομοτελειακά με τα σημαντικότερα πράγματα της ζωής μας. Όταν προχώρησε αρκετά η ενόχληση, δυστυχώς πολύ αργά για θεραπεία, επισκέφτηκα διάφορους γιατρούς οι οποίοι απλώς επιβεβαίωσαν το αρχικό πόρισμα.

 

Σταδιακά παρατηρώ πως η όρασή μου βυθίζεται όλο και βαθύτερα στο χιόνι. Είναι πλέον ζήτημα χρόνου να τυφλωθώ εντελώς. Η επίγνωση του επερχόμενου τέλους έχει πάνω μου παράξενη επίδραση. Είναι Αύγουστος και τις νύχτες κοιμάμαι με ανοιχτό παράθυρο. Από τον εικοστό όροφο του κτιρίου μου προσπαθώ να αφουγκραστώ τον απόηχο του δρόμου γυμνάζοντας την ακοή μου έναντι της όρασης. Τότε έρχεται στο νου μου η παλάμη εκείνης της μάντισσας που δεν την άφησα να μου διαβάσει το μέλλον, προτιμώντας να αγοράσω μια εικόνα του δικού της. Ο οιωνός κρυβόταν εκεί. Μέσα στους χαραγμένους ρόζους της νιώθω να διακρίνω κάποια νοερά μηνύματα που μου στέλνει το παρελθόν, μεταμφιέζοντας το φόβο σε ελπίδα και το μέλλον σε κάτι αβέβαιο και στιγμιαίο, με μικρή, ελάχιστη διάρκεια, ίσως παρόμοια με εκείνη του τελευταίου κλικ τις φωτογραφικής μηχανής μου, λίγο πριν νιώσω το επερχόμενο κενό.

 

 

(The Cure: Pictures of you)

Αρέσει σε %d bloggers: