Monthly Archives: Δεκέμβριος 2009

Χριστουγεννιάτικα μη με λησμόνει

Βεράντες απαστράπτουσες από χάρη και καλλιέπεια, πεζοδρόμια με ηλεκτρονικά εκδοτήρια εισιτηρίων για ένα όνειρο μικρό, γιγαντοαφίσσες με δαντελωτά εσώρουχα και ημιπολύτιμες ευχές, λαμπερά αυτοκίνητα εν κινήσει, γούνινοι γιακάδες πάνω σε μάγουλα ροδαλά, επαίτες που μιλούν σε γλώσσες αλλότριες, περίλυπα κι απορημένα περιστέρια, κορίτσια-παγίδες από άλλα έτη φωτός, τυφλοί που διασχίζουν διαβάσεις με σταθερότητα, πρόχειρο γεύμα υπαίθρου αχνιστό, χιόνι πέφτει από ψηλά, και Χριστούγεννα συμβαίνουν///Κυανή και άλικη η πόλη, με χρυσαφένια φώτα στις αιχμές και ασημόσκονη στις εσοχές της///Μόνο ο ουρανός παρέμεινε γκριζωπός αυτήν εδώ την ώρα///Τα οπτικά εφέ καλπάζουν αγέρωχα στη μεγάλη πλατεία, η φάτνη με τα ζωντανά πλήρης σανού και καβαλίνας, μιλιούνια οι τουρίστες από ξένες χώρες μακρινές, κλείσε τα μάτια, θα αστράψει το φλας σε λίγο, μη στραβωθείς, δεν κάνει///Εκατό σακούλες υπό μάλης αγωνιούν, μια στάλα κρύο στάζει στην άκρη της μύτης, δυο πατούσες υγρές διαμαρτύρονται πνιγηρά, ατέλειωτοι οι δρόμοι αυτής της πόλης///Αν είχα ένα βασίλειο θα το αντάλλασσα με λίγο μέλι στον πάτο μιας χλιασμένης τσικουδιάς, αλλά δεν έχω///Στην έξοδο μιας όμορφης στοάς τρεις Αγιοβασίλισσες μοιράζουν σοκολατάκια σε χρυσαφένιο χαρτί  -σπεύδουν τα παιδάκια περιχαρή, απλώνω το χέρι διστακτικά, παίρνω ένα κι εγώ με τη σειρά μου///Σαν μερτικό ελέους, γλυκαντικό παρηγορίας με φρούτα του πάθους για τους απαθείς, ίσως και λίγη (π)άχνη///Κάποιοι άσωτοι δεν θα γυρίσουν φέτος στα πάτρια, οι γιορτές θα είναι  κάπως πιο γυμνές απ’ ό, τι στα χρόνια τα παλιά που γύρω από ένα τραπέζι ο θρίαμβος του δείπνου εξάγνιζε δεινά και αμαρτίες///Πάλαι ποτέ οι εποχές που οι ενοχές τσακίζονταν κάτω από ένα κρυστάλλινο γοβάκι μόνο και μόνο επειδή κάποιο λάθος διαπράχθηκε λόγω χαράς ή έστω εν αγνοία///Επαρήλθον οι χρόνοι εκείνοι όπου δεν υπήρχαν όρια ανοχής παρά μόνον ευχές κι επιθυμίες///Τώρα τα λάθη κι οι αμαρτίες δεν παραβλέπονται, παρακωλύονται από το γήρας ή από τις εποχές. Βαραίνουν σαν το έσχατο στάχυ στην καμπούρα της καμήλας που κινάει για τη Βηθλεέμ και μόλις κάτσει πάνω της, όσο λιγοστό κι αν είναι, τα ποδάρια της λυγίζουν και το άθλιο ζώο σωριάζεται ηττημένο καταγής///Με το πρώτο χάραμα της επόμενης χρονιάς πάθη και λάθη θα ημερέψουν και, ως οφείλουν από καταβολής κόσμου, θα βυθιστούν και πάλι στα σκότη μιας αναβολής και μιας επίχρυσης ελπίδας///Το ανθρώπινο δράμα εν οίστρω και φέτος, ξοδεύεται σε ευχετήριες αποστολές και φρεσκογυαλισμένα χαμόγελα πολλαπλών διαδρομών που καταλήγουν σε εορταστικά αδιέξοδα άνευ αποζημίωσης ή δικαιώματος αλλαγής///Με το γραμμάριο η συμμετοχή στις ζωές των άλλων που κατοικοεδρεύουν πια πολύ μακριά για να μας πιάσουν στοργικά το χέρι και να μας διδάξουν την αγάπη γι’ άλλη μια φορά///Με ό, τι αποθέματα μείνανε ρεζέρβα θα περάσουμε φέτος τις γιορτές, κι αν κάποιος από μηχανής αναγεννηθείς θεός θελήσει να φανεί μεγαλόψυχος και να σκορπίσει δώρα, τότε μπορεί και να κερδίσουμε ένα φλουρί δικό μας///Τα σέβη μου.

Advertisements

Ευγενείς διάλογοι/Τα όρια της ταπείνωσης

Πού είναι το τέρμα της ταπείνωσης και του εξευτελισμού ενός ανθρώπου; Πότε καταλαβαίνει κάποιος ότι έφτασε στο έσχατο σημείο του;///Δεν έχουν τέρμα αυτά. Όσο ζει ο άνθρωπος τόσο σπρώχνει τα όρια λίγο πάρα πέρα, όλο και πιο κει, λίγο ακόμα///Υπάρχουν άνθρωποι που δεν σκέφτονται έτσι///Επειδή υπάρχουν και κάποιοι που δεν είναι δειλοί. Αυτοί όμως είναι τόσο λίγοι που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα των πολλών///Θα μπορούσα να μισήσω από ζήλεια έναν δειλό. Επειδή δεν προκαλεί τη μοίρα του///Δεν υπάρχει μοίρα. Δειλία υπάρχει όμως. Οι δειλοί δεν είναι ποτέ αξιοζήλευτοι///Οι δειλοί είναι αξιοζήλευτοι γιατί μέσα τους δεν ζει το σκουλήκι που ροκανίζει τους τολμηρούς///Ηττοπαθής άποψη. Στάση συμβιβασμένου ανθρώπου. Η ηρεμία δεν πρέπει να συγχέεται με την παραίτηση///Η αισθηματολογία με αηδιάζει. Προτιμώ τη χειμερία νάρκη///Η νωθρότητα σκοτώνει. Ποτέ δεν βγήκε κάτι καλό από απόψεις σαν αυτήν///Η νωθρότητα είναι η εκκόλαψη μιας αλλαγής///Όταν είναι περιστασιακή. Όταν είναι απλώς το προηγούμενο στάδιο της δράσης. Αλλιώς είναι απλός αγωγός για τη διευκόλυνση της ταπείνωσης και του εξευτελισμού///Η δράση προϋποθέτει σιγουριά///Η σιγουριά είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Δεν κερδίζεται τζάμπα///Κουραστικά όλα αυτά. Ειδικά αν δεν σιγοκαίει πίσω τους μια ελπίδα///Το σοβαρό πρέπει να διαχωρίζεται από το ανάξιο. Όταν γίνει αυτό όλα γίνονται απλούστερα///Γίνεται η παραίτηση ελπίδα;///Γίνεται///Όλα γίνονται;///Όλα. Ειδικά όσα θεωρούνται απίθανα. Αυτά είναι τα πιο πιθανά///Ευχαριστώ///Τα σέβη μου.

Κι ένα αριστούργημα εδώ!

Πίστωση χρόνου

 

Ο Νύσης καθόταν στο κρεβάτι με την κιθάρα αγκαλιά και γρατζούνιζε τις χορδές δοκιμάζοντας καινούρια ακόρντα. Δίπλα του η γκριζόμαυρη γάτα με τον κόκκινο φιόγκο γουργούριζε ήσυχα. Τη νύχτα είχε δει πάλι το γνωστό εφιάλτη. Κύματα που τον έπνιγαν, τεράστια στόματα που άνοιγαν να τον καταπιούν. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και το κεφάλι του βαρύ κι ασήκωτο, όπως κάθε μέρα. Άλλαξε πένα και ξανάρχισε να παίζει.

«Μήπως χρειάζομαι γιατρό;», σκέφτηκε αφηρημένα αλλάζοντας κλίμακες, «Όχι χειρουργό, ψυχίατρο», συμπλήρωσε και συνέχισε να κουρδίζει ανόρεχτα την κιθάρα. Ένιωθε τα πόδια του κομμένα και το σώμα του πονούσε παντού. Αυτές τις μέρες ήταν βαρύς κι ασήκωτος, ούτε έτρωγε ούτε μίλαγε. Η Λουκία απέφευγε να τον ζορίζει με ερωτήσεις και παρατηρήσεις. Το μόνο που τη σκότιζε ήταν που έμενε τόσες μέρες νηστικός, μόνο με καφέδες. Περίμενε να περάσει από το σπίτι ο Βαγγέλης, μπας και του έλεγε καμιά κουβέντα και τον συνέφερε κάπως, γιατί αυτή η κατάσταση δε γινόταν να συνεχιστεί για πολύ. Η ίδια δεν τολμούσε να τον στριμώξει για τίποτα. Μετά το ατύχημα δεν ήθελε να τον στεναχωρεί. Αρκετά είχε στο κεφάλι του, φτάνει.

Πλησιάζοντας στην αυλή του τελευταίου σπιτιού πριν το λόφο ο Βαγγέλης κοίταξε καχύποπτα γύρω του και μετά όρμησε μέσα. Ένα φουντωτό χρυσάνθεμο ήταν πεσμένο στο σκαλοπάτι. Το κλώτσησε με δύναμη και χτύπησε την πόρτα. Μπήκε χωρίς καν να περιμένει απάντηση και έριξε μια ματιά στην κουζίνα. Το σπίτι του Νύση ήταν σα δικό του, δεν ήταν φίλοι μεταξύ τους, αδέρφια ήτανε. Η Λουκία καθόταν στο παράθυρο και γάζωνε στη μηχανή. Βλέποντάς την πέταξε μια βιαστική καλημέρα και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του φίλου του. Η Λουκία τον φώναξε κι αυτός έκανε μεταβολή και στάθηκε δίπλα της.

«Βαγγέλη, πάνε τόσες μέρες κι ο Νύσης δεν έχει βάλει ούτε μπουκιά στο στόμα του. Πες του κάτι κι εσύ», ικέτεψε κοιτώντας τον στα μάτια. Το πρόσωπό της του φάνηκε αδυνατισμένο. Τα μάτια της είχαν μαύρους κύκλους και το στόμα της έμοιαζε σαν ανάποδο τόξο. Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και την κοίταξε μαλακά. Η γυναίκα ήταν έτοιμη να κλάψει. Τον στεναχώρησε το χάλι της.

«Θα του πω, πάντα του λέω», απάντησε χαμηλόφωνα από φόβο μην ακουστεί πάρα έξω. «Να πάρω μαζί μου κάτι μπας και τσιμπήσουμε μαζί;», ρώτησε και κοίταξε ανιχνευτικά τριγύρω. Η κουζίνα ήταν καθαρή και τακτοποιημένη. Στο τραπέζι υπήρχε μια γυάλινη φρουτιέρα με μήλα και αχλάδια. Βούτηξε δυο φρούτα και έγνεψε στη Λουκία που τον κοίταζε σιωπηλή. Εκείνη του χαμογέλασε και τον ευχαρίστησε με ένα νεύμα. Συνέχισε να τον κοιτάζει μέχρι που άνοιξε την πόρτα και χώθηκε στο δωμάτιο του γιού της.

«Μεγάλωσε κι αυτός, πάει», αναλογίστηκε επιστρέφοντας στη δουλειά της. Η πλάτη της κύρτωσε και το πόδι της ξανάρχισε να πηγαινοέρχεται συνεχίζοντας το γαζί. Έξω φύσαγε δυνατά και πάνω από το κεφάλι της το μπουρί της σόμπας έτριζε σα δαιμονισμένο.

«Ρε μαλάκα τι κατάσταση είναι αυτή;», ήταν η πρώτη κουβέντα του Βαγγέλη με το που άνοιξε την πόρτα του δωματίου. Ο Νύσης σήκωσε το κεφάλι και του χαμογέλασε.

«Έλα ρε, τι σκατά κάνεις από το πρωί και σε περιμένω σα μαλάκας;», απάντησε με μια καινούρια ερώτηση και του έκανε νόημα να καθίσει. Ο Βαγγέλης τράβηξε την καρέκλα και κάθισε κοντά στο κρεβάτι. Ακούμπησε τους αγκώνες στα γόνατα και έσκυψε προς το κρεβάτι. Κοίταξε το φίλο του από την κορυφή ως τα νύχια και στράβωσε τα μούτρα.

«Ρε πώς είσαι έτσι; Σήκω πλύσου και βάλε μια μπουκιά στο στόμα σου, άρρωστε!», πέταξε κοιτώντας αποδοκιμαστικά το λιγδιασμένο τζιν του Νύση. «Σαν ετοιμοθάνατος είσαι ρε πούστη μου, κουνήσου πια, ζέχνει η αναπνοή σου», συνέχισε τραβώντας του το μπατζάκι.

Ο Νύσης τον κοίταξε κι έβαλε τα γέλια. Τα δόντια του ήταν κίτρινα και τα μαλλιά του λαδωμένα. Πάντα χαιρόταν όταν άνοιγε η πόρτα κι έμπαινε ο Βαγγέλης στο δωμάτιο.

«Η μάνα μου σ’ έστειλε για να με συνετίσεις;», ρώτησε εύθυμα και κούνησε το κεφάλι.

«Από μόνος μου ήρθα ρε ηλίθιε, γιατί εσύ έτσι όπως πας θα κλατάρεις in no time», συμπλήρωσε τη φράση με τις αγγλικές λέξεις που θυμόταν από το φροντιστήριο και χαμογέλασε στο Νύση. Σκούπισε το αχλάδι στο πουλόβερ του και το πέταξε στο κρεβάτι. Ο Νύσης το έπιασε κι άρχισε να το τρώει χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Μετά από λίγο ξεκίνησε να ροκανίζει και το μήλο που προσγειώθηκε δίπλα του με τον ίδιο τρόπο. Ο Βαγγέλης έστεκε και τον παρατηρούσε χωρίς να μιλάει, επιβλέποντας το γεύμα του φίλου του με επιστημονικό ενδιαφέρον. Όταν τελείωσε, ο Βαγγέλης του άπλωσε το χέρι, μάζεψε τα κουκούτσια και τα κοτσάνια στην παλάμη και τα πέταξε στο σταχτοδοχείο που ήταν ακουμπισμένο στο πάτωμα.

«Ντάντεμα θες μωρέ; Ούτε μωρό να ήσουν ρε μαλάκα», είπε στο Νύση που είχε ξανακατεβάσει το κεφάλι πασπατεύοντας την κιθάρα του. Ο Βαγγέλης κοίταξε τριγύρω κι έπειτα συγκεντρώθηκε σε ένα από τα γνωστά ίχνη μούχλας που έμοιαζε με πεταλούδα στο ταβάνι.

«Εσύ κι ο Ερυθρός Σταυρός, μεγάλε, εσείς θα σώσετε τον κόσμο!», αστειεύτηκε ο Νύσης και ξεφύσησε δυνατά. Ο Βαγγέλης παρέμεινε σιωπηλός και μετά από λίγο επανήλθε στην κουβέντα.

«Ήμουν στης Ελένης το πρωί. Έφυγα άρον άρον γιατί έσκασε μύτη ο πατέρας μου», είπε απότομα και ψαχούλεψε την τσέπη του για τσιγάρο. Ο Νύσης σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε ανέκφραστα. Στο δωμάτιο δεν ακουγόταν τίποτα. Έξω έβρεχε δυνατά.

«Τι δουλειά είχε ρε ο γέρος σου στης Ελένης;» ρώτησε τελικά και κάρφωσε το Βαγγέλη.

«Ξέρω κι εγώ; Είπα μήπως με πήρε στο κατόπι το πρωί να δει πού πάω», απάντησε ανόρεχτα και άναψε τσιγάρο. «Ίσα που δε με πέταξε έξω με τις κλωτσιές η μαλάκω, τέτοια τρομάρα πήρε που τον άκουσε», κατέληξε ξεφυσώντας πάρα δίπλα.

«Ρε μπας και την πηδάει κι αυτός;», συνέχισε ο Νύσης μισοαστεία μισοσοβαρά. Άφησε την κιθάρα στο πλάι και σταύρωσε τα χέρια περιμένοντας την απάντηση του Βαγγέλη.

«Τι λες ρε ούφο», εκνευρίστηκε αυτός, «είναι κοντά πενήντα χρονών ο πατέρας μου, σιγά μη γαμάει ακόμα!», κατέληξε με μια γκριμάτσα σιχασιάς. Μετά δάγκωσε τα χείλια του και πλατάγισε τη γλώσσα με αηδία. Μέσα του όμως κάτι έκρουσε σαν κώδωνας κινδύνου.

«Ρε συ πας καλά;», νευρίασε ο Νύσης, «και βέβαια γαμάει ακόμα ο άνθρωπος. Απλώς μπορεί όχι τη μάνα σου», συμπλήρωσε σιγανά κοιτάζοντας πλάγια το Βαγγέλη. Μια ανησυχία φούντωσε μέσα του. Φοβήθηκε μήπως το είχε παρατραβήξει αν και ήξερε πως ό, τι και να έλεγαν μεταξύ τους παρεξήγηση δεν υπήρχε ποτέ. Την Τούλα τη συμπαθούσε, στο κρεβάτι όμως του ήταν αδύνατον να την φανταστεί.

«Καλά, η μάνα μου σίγουρα δεν το κάνει, δεν το συζητάμε», συνέχισε απτόητος ο Βαγγέλης. «Έτσι χοντρή που είναι, ούτε να το βρει δε θα μπορεί», πέταξε και ξεκαρδίστηκαν μαζί στα γέλια. Σε λίγο σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τη βιβλιοθήκη με τα κόμιξ. Χάζεψε λίγο τις ράχες των περιοδικών, ξεσκόνισε με το δάχτυλο την άκρη του ραφιού και μετά στράφηκε πάλι προς το κρεβάτι. Κοίταξε το Νύση από την κορυφή ως τα νύχια και ζύγισε τα λόγια του.

«Την Αφροδίτη έχω μέρες να τη δω. Δεν έρχεται σχολείο γιατί δίνει κάτι εξετάσεις στα γαλλικά, λέει, και την έχει πέσει στο διάβασμα», είπε δήθεν αδιάφορα κι έριξε μια κοφτή ματιά στο Νύση. «Εντωμεταξύ, εγώ συνεχίζω να σκέφτομαι πως την πηδάω σαν τρελός κάθε βράδυ. Έχω στραγγίξει για πάρτη της, ο μισός θα μείνω», συνέχισε και ξέσπασε σε ένα νευρικό γέλιο. Ο Νύσης κούνησε το κεφάλι και ξανάπιασε την κιθάρα ξεφυσώντας. Σκέφτηκε λίγο και μετά σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε.

«Είσαι μαλάκας. Είναι τώρα γκόμενα για σένα η Αφροδίτη ρε; Αυτή δεν ξέρει ούτε τους Πινκ Φλόιντ!», αγανάκτησε χτυπώντας το χέρι στο ξύλινο όργανο που αντήχησε στο δωμάτιο σα να βρόνταγε πόρτα. Παρακολούθησε το φίλο του να βηματίζει νευρικά στο δωμάτιο με το τσιγάρο στο χέρι. Προσπάθησε να δει αν όντως είχε ρέψει όπως έλεγε αλλά δεν διέκρινε την παραμικρή αλλαγή στο σώμα του. Κοίταξε τα χοντρά τρακτερωτά παπούτσια του και το στενό τζιν κι έπειτα παρατήρησε το μαύρο πουλόβερ που φόραγε ο Βαγγέλης από πάνω. Καμία αλλαγή. Ο Βαγγέλης ως συνήθως ήταν μέσα στην υπερβολή και το δράμα.

«Εγώ πάντως μια χαρά σε κόβω, φίλε», είπε και άπλωσε το χέρι ζητώντας του μια τζούρα. Ο Βαγγέλης του έτεινε το τσιγάρο και εκείνος το πήρε και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. Μετά το ξανάδωσε πίσω και βολεύτηκε καλύτερα στα μαξιλάρια. Είχε να βγει έξω μέρες. Στη δουλειά δεν πήγαινε πια γιατί στο γιαπί είχαν σταματήσει προσωρινά και για το καφενείο βέβαια ούτε λόγος. Οι μόνες του μετακινήσεις ήταν πια μόνο όταν είχε ραντεβού με το γιατρό. Μόνο τότε έβγαινε από το σπίτι. Κι ο μόνος άνθρωπος που έβλεπε, πέρα από τη μάνα του, ήταν ο Βαγγέλης. Άντε κι ο θείος Αλέκος, όποτε τους θυμόταν από την Αθήνα.

«Χτες, μετά τα κύματα και τα θεριά που με κατατρέχανε είδα πως κράταγα στο χέρι δυο κομμάτια κρέας», είπε ξαφνικά και κοίταξε τον Βαγγέλη. «Ήταν λεία. Η επιφάνειά τους ασήμιζε εδώ κι εκεί, είχαν πολύ παράξενο χρώμα», συνέχισε και μετά έκανε μια μικρή παύση προσπαθώντας να θυμηθεί καλά το όνειρο. Ο Βαγγέλης τον άκουγε χωρίς να μιλάει. Κάπνιζε ένα καινούριο τσιγάρο σταυροπόδι στην καρέκλα.

«Με αυτά τα κομμάτια κρέας, λέει, θα έφτιαχνα καινούριο σώμα», ξανάρχισε ο Νύσης. «Ήταν και καλά δυο γιγάντιες μπριζόλες κομμένες από το ίδιο ζώο, γι’ αυτό και έμοιαζαν μεταξύ τους. Σε λίγο θα μου τις κόλλαγαν πάνω μου για να αποκτήσω καινούριο δέρμα». Εκείνη τη στιγμή σταμάτησε να μιλάει και άρχισε να ροκανίζει το νύχι του σκεπτικός. Ο Βαγγέλης περίμενε κοιτώντας τον προσεκτικά χωρίς να κουνιέται. Παρατηρούσε το πρόσωπο του Νύση σα να διάβαζε το καλύτερο βιβλίο της ζωής του.

«Μετά είδα πως είχα μια παρανυχίδα στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού. Όταν την τράβηξα ξεριζώθηκε ολόκληρο κομμάτι δάχτυλο ρε μαλάκα, με πήραν τα αίματα», συνέχισε να διηγείται το όνειρο κάνοντας μικρές κοφτές παύσεις. Το πρόσωπό του ήταν συνοφρυωμένο και καθώς μίλαγε μικρά κομματάκια νυχιού πετάγονταν από το στόμα του.

«Στο τέλος έφτασα σε ένα δωμάτιο όπου θα μου έδιναν λέει τις πρώτες βοήθειες κι εκεί αντίκρισα σωστό μακελειό. Δε φαντάζεσαι τι είδα ρε πούστη μου. Πτώματα κακοποιημένων παιδιών στο πάτωμα, κορμιά βιασμένων γυναικών, άντρες που ούρλιαζαν παντού, ένας χαμός σου λέω!», κατέληξε και πήρε βαθιά ανάσα. Τόσην ώρα κόντευε να σκάσει από τη βιασύνη του να διηγηθεί τις σκηνές της νυχτερινής του φρίκης. Όταν τελικά σταμάτησε να μιλάει, αναστέναξε και έπεσε πάλι πίσω στο μαξιλάρι. Το μέτωπό του ήταν ιδρωμένο και η κουρασμένη έκφραση στο πρόσωπό του τον έκανε να φαίνεται δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Ο Βαγγέλης σηκώθηκε και κάθισε δίπλα του στην κόχη του κρεβατιού. Έκανε λίγη ώρα να μιλήσει κι έπειτα σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το Νύση που περίμενε.

«Νύση, άκου με. Του χρόνου θα φύγουμε από δω, το έχουμε πει. Οι δυο μας, στην Αθήνα. Μην τα παίξεις μέχρι τότε ρε μεγάλε, δε λέει», ψιθύρισε κι αγκάλιασε το φίλο του που παρέμενε ξαπλωμένος στο μαξιλάρι και ακίνητος σαν πτώμα.

«Η μοναξιά τρελαίνει τους ανθρώπους, φίλε. Αλλά εσύ δεν είσαι μόνος σου, μην το ξεχνάς», πρόσθεσε περίσκεπτος. Στα μελίγγια του ένιωθε να βαράνε ταμπούρλα και κάτι σαν αναγούλα έκανε το στομάχι του να σφίγγεται. Σε λίγο χαλάρωσε την αγκαλιά και σηκώθηκε απότομα από τη θέση του ανακατεύοντας τα λιγδιασμένα μαλλιά του κολλητού του. Ο Νύσης συνέχιζε να τον κοιτάζει ανέκφραστος. Η αναπνοή του είχε ξαναβρεί τους φυσιολογικούς ρυθμούς της και στο βλέμμα του είχε επανέλθει το γνωστό κενό.

«Κι επίσης τράβα ρίξε κάνα λούσιμο γιατί είσαι μες στην μπίχλα», χασκογέλασε σκουπίζοντας το χέρι του στο παντελόνι και κάνοντας μια αστεία γκριμάτσα προς το μέρος του κρεβατιού όπου ακούμπαγε το κεφάλι του Νύση.

«Όταν με ρώτησαν στις πρώτες βοήθειες τι ακριβώς ήθελα από αυτούς, κάτι σαν δώρο δηλαδή, πέρα από τον επίδεσμο για το τραυματισμένο δάχτυλο ξέρεις τι απάντησα; Ξέρεις τι δώρο ζήτησα;», συνέχισε ο Νύσης αιφνιδιάζοντάς τον.

Ο Βαγγέλης δεν περίμενε πως το όνειρο είχε και συνέχεια. Χωρίς να απαντήσει αναστέναξε κοιτώντας το Νύση στα μάτια. Κοντοστάθηκε δίπλα στο κρεβάτι και περίμενε με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του. Στο λαιμό του ένιωθε έναν κόμπο. Το στόμα του ήταν σκέτο φαρμάκι. Η φωνή του φίλου του έσπασε την πηχτή σιωπή του δωματίου σαν βότσαλο που τσακίζει ένα τζάμι.

«Πίστωση ζήτησα μεγάλε. Πίστωση χρόνου», κατέληξε ο Νύσης τελειώνοντας το όνειρο και καταπίνοντας αργά το σάλιο του που είχε γεύση σκουριάς και αίματος μαζί.  

(Στο Διονύση, που γιορτάζει)

Breathtaking game III

step 1: Βλέπουμε ολόκληρο το βίντεο.

step 2: Από  το 2:36 έως το 2:42 και από το 4:56 έως το τέλος αφηνόμαστε απόλυτα στα ταχυδακτυλουργικά τρυκ του μάγου. Εστιάζουμε στη μαγεία που δεν φαίνεται, but can only be guessed.

step 3: Τελειώνουμε την τριλογία των παιχνιδιών με ελεύθερο θέμα.

Now tell me anything…

Breathtaking game II

step 1: Βλέπουμε προσεκτικά ολόκληρο το βίντεο.

step 2: Από το 0:29 μέχρι το τέλος αποφεύγουμε οποιαδήποτε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον.

step 3: Στο 1:39 σκεφτόμαστε την τελευταία φορά που ανταλλάξαμε ένα συγκλονιστικό φιλί.

Now tell me about that kiss…

Breathtaking game I

Step 1: Βλέπουμε όλο το βίντεο. Από το 1 :53  έως το 2 :13 όμως, κρατάμε την αναπνοή μας.

Step 2: Όλη αυτή την ώρα εισπνέουμε δυνατά μέσα στα μαλλιά της Σκάρλετ ή βυθίζουμε νοερά το πρόσωπο στο λαιμό του Μπιλ με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη.

Step 3: Μετά το 3:51 σκεφτόμαστε τη μυρωδιά της επιθυμίας.

Now tell me about that smell…

Απορίες συμπτωματικού ρεαλισμού

1. Ποιον μπορεί να ενδιαφέρουν τα stats μου και με τσεκάρει κάθε μέρα;

2. Ποιος μπορεί να ψάχνει για «όμορφα τραβέλια σκίσιμο γαμήσι» εδώ μέσα;

3. Πού εξαφανίστηκε το maurochali;

4. Ποιος είναι αυτός ο επίμονος χρήστης που κάθε τόσο μου ζητάει «βίζιτες Κομισιόν»;

5. Πότε είναι η επόμενη Πανσέληνος;

6. Είναι δυνατόν να σοβαρολογούσε ο τύπος που μου είπε πως δεν είμαι ελκυστική;

7. Τα λένε αυτά σε μια (ελκυστικότατη δε, ααα, το σωστό σωστό!)  γυναίκα;

8. Γνωρίζει κανείς κάποιον in real life που να ζει συναρπαστική ζωή;

9. Γιατί δεν πουλάνε κίτρινη τεκίλα στο Βέλγιο;

10. Γιατί η ζωή δεν είναι κινηματογράφος;

11. Πώς γίνεται να γράφει τέτοια βιβλία η Ζυράννα;

12. Γιατί δεν κυκλοφορεί κανενός είδους έμπνευση του γούστου μου στις Βρυξέλλες;

13. «Βρήκε» τελικώς μόνο μπίρες η Τσιφούτα εκείνο το βράδυ;

14. Πώς αποφεύγει κανείς τις γνωριμίες με θαμώνες παρόλο που θέλει να έχει μόνιμο στέκι;

15. Πού μπορώ να βρω το «The King and I» των Residents;

16. Ποιο είναι το μυστικό της αιώνιας νεότητας;

17. Γιατί διαρκώς νομίζω πως επικοινωνώ (!) με ανθρώπους που αγνοούν την ύπαρξή μου;

18. Γιατί να μην έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία σε αυτή τη Γη;

19. Γιατί να μη μπορούμε να ελέγξουμε τη μνήμη μας και να την ρυθμίζουμε κατά το δοκούν;

20. Πώς μου συνέβη εμένα αυτό και ανήκω σε κείνους που κάποτε χαρακτήριζα «μεγάλους»;

21. Τι να μας περιμένει αύριο το πρωί;

 —

Παρακαλώ να απαντάτε στις ερωτήσεις -επιλεκτικά ή συνολικά- χρησιμοποιώντας τον αριθμό της ερώτησης ως παραπομπή για την απάντηση, καθότι πάρα πολύ συχνά χάνομαι στη μετάφραση. Ευχαριστώ και καλοσαββατοκυριακίζω!

(Μάνε Σιμωνίδη, το άσμα δικό σου, για την κουβέντα που είχαμε)

Tα φαινόμενα απατούν

Ο Θάνατος του Μπάνι Μανρό με συνοδεύει πιστά πρωί και βράδυ στη γνωστή διαδρομή σπίτι-γραφείο-σπίτι///Κοιτάζω τον πάλλευκο αθώο λαγό στο εξώφυλλο κι αναρωτιέμαι πόσο λίγα πράγματα μπορεί να προδίδουν για κάποιον ή για κάτι τα φαινόμενα///Συνήθως απατούν///Εν προκειμένω αναρωτιέμαι αν απατούν απλώς ή αν εξαπατούν μέχρις εσχάτων κανονικά και με το νόμο///Τόσο βρώμικο σεξ, τόση ωμή βία και τόση ψυχωτική παράνοια είχα χρόνια να συναντήσω σε Times New Roman και Καπιταλάκια///Ένα πράγμα είναι βέβαιο πάντως: Ο Νικ Κέιβ ονειρεύεται να πηδήξει παντοιοτρόπως την Αβρίλ Λαβίν φαντασιωνόμενος το ασημένιο σορτσάκι της Κάιλι Μινόγκ///Κατά τ’ άλλα η συγκλονιστική μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη με αφήνει ενεή κάθε φορά που γυρνάω σελίδα κι ας ευγνωμονώ το λεωφορείο που όπου να’ ναι φτάνει στη στάση μου///Αμαξάκι γιοκ εσχάτως/// Χάρη στην πληθωρική καταθλιπτική Ουγγαρέζα που δεν κρατήθηκε, έπεσε πάνω μου ένα όμορφο πρωί και μ’ έστειλε να περιπλανιέμαι νοερά στα όμορφα βουνά της πατρίδας της εκτοξεύοντας κατάρες και κάνοντας βουντού εκδίκησης και μανίας///Ασκώ μια κάποια γοητεία στις γυναίκες, είναι αλήθεια///Ήθελε οπωσδήποτε να έρθει σε επαφή μαζί μου η άγνωστη, και μάλιστα με τρόπο φαντασμαγορικό///Να’ μαι τώρα στη στάση, με την ομπρέλα στο δεξί και το τσιγάρο στο αριστερό να ατενίζω υπομονετικά τη λεωφόρο περιμένοντας το 21///Όσο πάει η ζωή μου γίνεται όλο και πιο συγκλονιστική///Παράπονο δεν έχω///Ούτε αυτοκίνητο///Κάποιος με ρώτησε τις προάλλες αν δεν μπορώ να πω ούτε εγώ την αλήθεια έτσι όπως τη σκέφτομαι///Κι εγώ του απάντησα πως φυσικά και δεν μπορώ, ένας απλός άνθρωπος είμαι///Γιατί μόνο οι σύνθετοι άνθρωποι είναι ικανοί να λένε την αλήθεια; Εμείς οι απλοί τι ελάττωμα έχουμε;///Πού χάνεται η επαφή και αρχίζουν οι παρεμβολές;///Πού κρύβεται το θάρρος κι αρχίζουν οι προφάσεις;///Θάρρος ή αλήθεια;///Και γιατί τα τελευταία χρόνια αδυνατώ να συναντήσω έναν εμπνευστικό άνθρωπο που να περάσουμε δυο ώρες συζητώντας και να πω χαλάλι επιστρέφοντας σπίτι μου;/// Ένας φίλος μου έλεγε τις προάλλες πως τα λογικά επιχειρήματα δεν επηρεάζουν τα συναισθήματα///Αυτό σημαίνει πως ακόμα κι αν κάποιος είναι ο πιο θεσπέσιος άνθρωπος του κόσμου, με τον καλύτερο χαρακτήρα και τις σπανιότερες αρετές, κάποιος δίπλα του τον κοιτάζει και ενδέχεται να τον βρίσκει τόσο απωθητικό που να μην αντέχει καν τη σκέψη πως θα μπορούσε να έχει την παραμικρή σχέση μαζί του///Το πιο αξιοπερίεργο είναι πως ενδέχεται αυτή η αλήθεια να μην αποκαλυφθεί ποτέ///Όπως φυσικά και το αντίθετο: ενδέχεται να βρίσκει τον χειρότερο άνθρωπο του κόσμου τόσο γοητευτικό που μια του λέξη, ένα βλέμμα, ένα ο, τιδήποτε εκ μέρους του να αρκεί για να του αλλάξει τη ζωή///Το πιθανότερο είναι πως ούτε εκείνος πρόκειται να το μάθει ποτέ, αντιστοίχως///Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, άβυσσος, και τα φαινόμενα απατούν///Η δε αλήθεια δύσκολη κι οδυνηρή, μα τι να κάνεις///Αγαπάτε αλλήλους λοιπόν, ακόμα κι αν δεν τους το αποκαλύψετε ποτέ///Αυτό ακόμα κι από μόνο του νομίζω πως κάτι μετράει///Και για να επανέλθω. Τα πράγματα έχουν πάντοτε δύο όψεις, κι αν στη μία έκδοση ο Μπάνι Μανρό δείχνει αθώο λαγουδάκι ενδέχεται σε κάποια άλλη να είναι κόκκινος σαν την κόλαση///Αυτά τα ολίγα περί αλήθειας και εντυπώσεων, κι ό, τι καταλαβαίνετε κάντε///Τα σέβη μου.

dark blue

Με λένε Ελευθερία και είμαι πενήντα χρονών. Μου αρέσει πολύ το μπλε χρώμα και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου όλα γύρω μου ήθελα να τα βάφω μπλε. Όταν πήγαινα σχολείο ήμουν πανευτυχής μέσα στη σχολική ποδιά μου, και δεν καταλάβαινα με τίποτα πώς μπορούσαν να παραπονιούνται οι συμμαθήτριές μου για αυτή την όμορφη στολή μας. Όταν ζωγράφιζα στο μπλοκ μου χρησιμοποιούσα όλες τις μπογιές σε μπλε αποχρώσεις που είχα στην κασετίνα μου και καμιά φορά δανειζόμουν κάποια επιπλέον από τη μεγαλύτερη αδελφή μου, που είχε ένα πλήρες σετ ζωγραφικής και πολύ περισσότερα μολύβια και μπογιές από μένα. Οι ζωγραφιές μου ήταν πάντα γεμάτες μπλε σύννεφα, τυρκουάζ λουλούδια, γαλάζιους ανθρώπους, καταγάλανες λίμνες και  φανταστικέςς θάλασσες που θύμιζαν βαζάκια με κοβάλτιο.

Μεγαλώνοντας η μανία μου φούντωνε όλο και περισσότερο. Τα ρούχα που αγόραζα ήταν όλα μπλε. Γεμάτες οι ντουλάπες και τα συρτάρια μου. Τα σεντόνια μου ήθελα να είναι αποκλειστικά και μόνο μπλε μιας και σκεφτόμουν πως όταν ξάπλωνα πάνω τους ήταν σα να έπεφτα σε θάλασσα, και τα ταξίδια είναι κάτι που λατρεύω, ειδικά στο νερό. Παρατηρούσα τα πουλιά που πετούσαν ελεύθερα στο γαλάζιο ουρανό και ένιωθα ένα αίσθημα απερίγραπτης ευτυχίας απλώς και μόνο με τη σκέψη πως, πιθανότατα, αυτή την ελευθερία και τη χάρη στην κίνησή τους δεν θα την είχαν αν ο ουρανός ήταν βαμμένος με οποιοδήποτε άλλο χρώμα. Τα βιβλία που διάβαζα τα έντυνα πάντοτε με προστατευτικό μπλε χαρτί και, για να τα ξεχωρίζω, στη ράχη τους σημείωνα τον τίτλο και το συγγραφέα. Τα όνειρά μου ήταν μπλε και κάπως έτσι φανταζόμουν μέχρι και το φως του παραδείσου.

Στην εφηβεία μου άκουγα όλα τα τραγούδια που στους τίτλους τους είχαν τη λέξη «μπλε» και όσα συγκροτήματα είχαν αυτή τη μαγική λέξη στο όνομά τους γίνονταν αμέσως τα αγαπημένα μου. Αυτό με βοήθησε να εξερευνήσω διάφορα είδη μουσικής, συνήθως εντελώς διαφορετικά κι αταίριαστα μεταξύ τους. Αυτό όμως δεν με εμπόδιζε να ικανοποιώ την προτίμησή μου και να την αφήνω να με καθοδηγεί όπου ήθελε η τύχη και τα γαλάζια της ενδεχόμενα.

Η πρώτη φορά που επισκέφτηκα ένα μουσείο ήταν όταν κάναμε με το πανεπιστήμιο μια εκπαιδευτική εκδρομή στο Παρίσι κι επισκεφτήκαμε το Μουσείο Πικάσο. Όταν αντίκρισα τους θεσπέσιους πίνακες της μπλε περιόδου νόμισα πως έμπαινα μέσα σε ένα ζαλιστικό όνειρο. Ο φόρτος συναισθημάτων που αναδύονταν μέσα από τις αποχρώσεις του αγαπημένου μου χρώματος, όλοι εκείνοι οι ακροβάτες, οι αρλεκίνοι, οι μπαλαρίνες και οι πόρνες, οι ζητιάνοι κι οι καλλιτέχνες άνοιξαν μεμιάς μπροστά στα μάτια του τις πύλες του παραδείσου. Βγαίνοντας από το μουσείο είχα για πολλές ώρες την αίσθηση πως η όρασή μου είχε βαφτεί γαλάζια και τα πάντα γύρω μου αντανακλούσαν τη λάμψη των χρωμάτων από κάθε πίνακα που είχα αντικρίσει.

Έφυγα μαγεμένη από το Παρίσι και ομολογώ πως παρόμοια συγκίνηση ένιωσα μόνον όταν επισκέφτηκα το Μουσείο Βαν Γκογκ στο Άμστερνταμ όπου συνάντησα τον πιο βαθύ μπλε νυχτερινό ουρανό που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί άνθρωπος. Τότε κατάλαβα τι ακριβώς εννοούσε ο Ολλανδός καλλιτέχνης λέγοντας πως ποτέ του δεν είχε δυσκολευτεί να εκφράσει τη λύπη και την απόλυτη μοναξιά με τη βοήθεια των πινέλων του. Οι ουρανοί του ήταν μαγικά βασίλεια σιωπής και γαλήνης που ταυτόχρονα μου δημιουργούσαν μια ανατριχιαστική αίσθηση ανησυχίας που έμοιαζε με παγωμένο φύσημα του αέρα στη ραχοκοκαλιά μου. Κοιτάζοντάς τους ένιωθα την απεραντοσύνη του σύμπαντος και διέκρινα ακόμα πιο έντονα τη λάμψη των αστεριών. Ακολούθησαν ο Μανέ, ο Φερμήρ, ο Μπος, ο Γκογκέν, ο Βελάσκεθ. Σε κάθε πίνακα που αντίκριζα, το χρώμα που δέσποζε στα μάτια μου ήταν φυσικά το μπλε, και όσες φορές διέκρινα μια επιμονή του καλλιτέχνη στο χειρισμό του λατρεμένου χρώματος τόσο πιο πολλά ήθελα να μαθαίνω για κείνον.

Η ενασχόλησή μου με τη ζωγραφική συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, και κάθε φορά που ανακάλυπτα μία καινούρια απόχρωση του μπλε ένιωθα πως κατάφερνα να βαδίσω λίγο πάρα πάνω στον ανεξάντλητο κόσμο του βασιλιά των χρωμάτων. Το επόμενο βήμα μου ήταν να βάψω τα μαλλιά μου μπλε. Εκείνη την ημέρα η κομμώτρια είχε εκπλαγεί. Θυμάμαι πως με είχε κοιτάξει σαν να ήμουν από άλλο πλανήτη όταν κάθισα στην πολυθρόνα και της ζήτησα να βάψει τα κοντοκουρεμένα μου μαλλιά σε μια απίθανη μπλε ελεκτρίκ απόχρωση . Η αλήθεια είναι πως η εμφάνισή μου δεν έχει τίποτα το εξεζητημένο. Ντύνομαι σχεδόν πάντα στα μπλε και ενίοτε στα μαύρα. Βγαίνοντας από το κομμωτήριο είχα το πιο όμορφο χρώμα μαλλιών που έχω συναντήσει ποτέ σε άνθρωπο. Νομίζω πως είχα καταφέρει να μοιάσω αρκετά στη Τζιλ, το κορίτσι-κλειδί σε όλα τα έργα του Ένκι Μπιλάλ, ο οποίος είναι και ο αγαπημένος μου σκιτσογράφος και δεδηλωμένος εραστής του ανυπέρβλητου χρώματος.

Την πιο έντονη ερωτική μου περιπέτεια την έζησα με τον Γαληνό, ένα ντισκ τζόκεϊ που έπαιζε περιστασιακά μουσική στο Ντεκαντάνς, που εκείνο τον καιρό ήταν το αγαπημένο μου στέκι. Όταν κατέβαινα στο υπόγειο του μαγαζιού και καθόμουν στα σκαλάκια, λίγο πιο πέρα από το μικρό δωματιάκι όπου στοίβαζε τους δίσκους και τα μηχανήματα του τις νύχτες, χανόμουν μεμιάς στις υπέροχες μουσικές του και στο γαλάζιο βλέμμα του, που μέσα στο σκοτάδι φάνταζε σαν τρικυμισμένος ωκεανός. Το αγαπημένο μου τραγούδι εκείνη την εποχή ήταν το Μπλου Βάλεντάιν, του Τομ Γουέιτς, το οποίο ο καλός μου μού αφιέρωνε κάθε φορά που πήγαινα να τον ακούσω.

Αυτό το αγόρι ήταν παράξενο. Ήταν Υδροχόος, και μάλιστα πολύ περήφανος που τα χρώματα του πλανήτη του ήταν όλες οι ηλεκτρικές αποχρώσεις του μπλε. Ζούσε σε ένα σπίτι βαμμένο σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο, κατασκότεινο και σχεδόν άδειο από έπιπλα. Έλεγε πως αυτό το χρώμα, που το είχε πετύχει μόνος του προσθέτοντας μαύρο χρώμα σε ένα κουτί απλής γαλάζιας λαδομπογιάς, ευνοούσε τη δημιουργικότητά του και τον ηρεμούσε απόλυτα. Δεν δεχόταν με τίποτα πως το μπλε εκφράζει απελπισία, μοναξιά ή απογοήτευση. Μέσα του έβρισκε γαλήνη, έλεγε πως το χρώμα αυτό τον χαλάρωνε και τον θεράπευε από το άγχος της ημέρας. Θυμάμαι πως όταν μαγειρεύαμε μαζί μας άρεσε να κάνουμε χημικά πειράματα με χρωστικές ουσίες που έβαφαν το πιλάφι γαλάζιο και τη σαντιγί αιγυπτιακό μπλε και σε κάθε μας ποτό μερικές σταγόνες Κουρασάο αρκούσαν για να δώσουν στο όποιο διάφανο υγρό μια ουράνια απόχρωση ευδαιμονίας. Ταυτόχρονα υποστήριζε πως το  αγαπημένο μας χρώμα είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο πιο πρόθυμο να ρισκάρει στη ζωή του, και αυτό μας έδινε μια αίσθηση ελαφρότητας και μας παρότρυνε να δοκιμάζουμε καινούρια πράγματα. Επίσης έλεγε πως το μπλε βοηθά να αφομοιώνουμε καλύτερα τη γνώση και να συγκεντρωνόμαστε σε κάτι με πολύ μεγαλύτερη ευκολία. Έτσι, περνούσαμε βράδια ολόκληρα αποστηθίζοντας ποιήματα του Μπωντλέρ και του Ρεμπώ, πίνοντας γαλάζια ποτά και γεμίζοντας το χώρο με γκριζογάλανες τολύπες καπνού. Μερικές φορές μου αγόραζε λουλούδια και πάντα φρόντιζε να είναι ανεμώνες ή μπλε «μη με λησμόνει», που στο σκοτάδι ευωδίαζαν λάμποντας με το πιο βαθύ χρώμα που υπήρχε στο χώρο. Χωρίσαμε όταν αποφάσισε να μετακομίσει στην Ισλανδία γιατί, όπως έλεγε, εκεί το φως της μέρας έχει την πιο όμορφη κυανή απόχρωση και η νύχτα είναι λουσμένη με ένα μόνιμο μπλε ίντιγκο.

Η επόμενη σχέση μου ήταν με τον Άρη, ο οποίος ντυνόταν πάντα με ρούχα μπλε της αεροπορίας και συνήθιζε να με πηγαίνει για καφέ στο αεροδρόμιο, όπου θαυμάζαμε με τις ώρες τα αεροπλάνα να χάνονται πίσω από τα γαλανόλευκα σύννεφα και να αφήνουν παχιές λωρίδες στον ουρανό όταν η μέρα ήταν καλοκαιρινή. Τα μάτια του είχαν ένα παράξενο μπλε πράσινο χρώμα, κι έμοιαζαν με χάντρες. Όταν τον παρατηρούσα από το πλάι να κοιτάζει τον κόσμο σκεφτόμουν πως οι ακτίνες του φωτός που διέσχιζαν αυτές τις υπέροχες κόρες έμοιαζαν με ακτίνες λέηζερ βγαλμένες από ηελκτρονικό παιχνίδι.

Ένα απόγευμα που περπατούσαμε προς το Ελληνικό έβγαλε από την τσέπη του ένα τυρκουάζ φυλαχτό, μια μικροσκοπική πέτρα δεμένη με ασήμι, και μου το πέρασε στο λαιμό. Μου είπε πως, σύμφωνα με κάποιο ινδιάνικο μύθο, αυτός ο λίθος προστάτευε από το κακό μάτι και έφερνε τύχη. Έμοιαζε με μικρό ματάκι αλλά είχε πιο ανοιχτό χρώμα από τη συνηθισμένο των γουριών. Εκείνη την ημέρα φορούσα ένα φανελάκι μπλε κολούμπια και καθώς το μενταγιόν ακούμπησε στο στήθος μου αισθάνθηκα πως η αρμονία των αποχρώσεων ήταν από μόνη της ένα αυτόνομο παντοδύναμο γούρι. Η ευτυχία μου ήταν ανείπωτη, ένα γαλάζιο συννεφάκι ευτυχίας για τα τόσα κοινά σημεία μας καθώς και για την τύχη που μας είχε ενώσει. Ο Άρης έφυγε λίγους μήνες μετά τη σκηνή με το γούρι αφήνοντάς με με σχεδόν σακατεμένο πρόσωπο από κάποια έκρηξη βίας που δεν κατόρθωσε να ελέγξει. Είναι αλήθεια πως τόσους μήνες ηδονιζόταν όχι μόνο με τα μπλε αντικείμενα αλλά και με τις μελανιές στο ανθρώπινο σώμα. Μέχρι τότε το βίτσιο του ήταν ελεγχόμενο, όσο περνούσε όμως ο καιρός ο Άρης έχανε σιγά σιγά κάθε αυτοκυριαρχία κι αναζητούσε όλο και καινούριες αποχρώσεις του μπλε πάνω στην ανθρώπινη παλέτα του ταλαιπωρημένου μου κορμιού.  Μια μέρα ξεπέρασε τα όρια και κόντεψε να με σκοτώσει κυριολεκτικά. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα, τον θυμόμουν όμως κάθε φορά που κοιταζόμουν στον καθρέφτη και χάζευα τις μπλε μαβιές κηλίδες που με στόλιζαν κατά τόπους και καθώς περνούσε ο καιρός με πονούσαν όλο και λιγότερο.

Αρκετά χρόνια μετά ζω μόνη μου στο διαμέρισμά μου, όπου κάθε δωμάτιο είναι βαμμένο σε διαφορετική απόχρωση του αγαπημένου χρώματος. Ζωγραφίζω, ράβω μόνη μου τα ρούχα μου, έμαθα να βάφω τα μαλλιά μου, μαγειρεύω με χρωστικές ουσίες, κοιμάμαι σε μικρές θάλασσες. Πρόσφατα απέκτησα ένα μικρό μπλε μαρέν ποδήλατο με το οποίο περιπλανιέμαι σε πάρκα και κήπους προς άγραν λουλουδιών και εικόνων. Μου αρέσει πολύ η φύση και οι ατελείωτες ευκαιρίες που μου προσφέρει. Την πόλη δεν την αντέχω για πολύ. Στο κέντρο μου αρέσει μόνο να χαζεύω τις βιτρίνες των μαγαζιών και να παρατηρώ τα βιομηχανικά μπλε χρώματα που έρχονται κάθε τόσο στη μόδα καθώς και τις αποχρώσεις του ανυπέρβλητου χρώματος στα καλάθια των ανθοπωλείων. Μια μέρα εντυπωσιάστηκα από ένα μπουκέτο σκούρα μπλε τριαντάφυλλα, μα η απογοήτευσή μου ήταν τεράστια όταν ο ανθοπώλης μου αποκάλυψε πως το χρώμα ήταν τεχνητό. Εκείνη τη στιγμή τα τριαντάφυλλα μου φάνηκαν τερατώδη. Τότε κατάλαβα πως μια μετάλλαξη του έρωτά μου για το μπλε χρώμα ήταν έτοιμη να εκδηλωθεί και είχε άμεση σχέση με την ίδια την ποιότητα του χημικού χρώματος πάνω στα πάλαι ποτέ ζωντανά πέταλα του τριαντάφυλλου που είχα αγγίξει.

Η υποψία μου επιβεβαιώθηκε λίγες βδομάδες μετά, μαζί με ένα συνταρακτικό γεγονός που με σημάδεψε για πάντα. Ταυτόχρονα, κατέληξα και σε μια απίστευτη διαπίστωση, η οποία αρχικά με τρόμαξε, όσο περνά όμως ο καιρός συμφιλιώνομαι όλο και περισσότερο μαζί της αναγνωρίζοντας την υπεροχή του πάθους μου ενάντια σε κάθε λογική.

Μέχρι σήμερα λοιπόν η πιο έντονη επαφή με το αγαπημένο μου χρώμα ήταν την ημέρα που με κάλεσαν στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσω το πτώμα της καλύτερής μου φίλης, της Γαλάτειας, όταν συνέβη εκείνο το τραγικό αυτοκινητιστικό και την έβγαλαν νεκρή από τα συντρίμμια, αρκετές ώρες μετά. Συγγενείς δεν είχε, ήμουν η μοναδική της φίλη στην πόλη και εννοείται πως έσπευσα να την δω. Η Γαλάτεια είχε πεθάνει από ασφυξία, σφηνωμένη ανάμεσα στα συντρίμμια του παλιού Σιτροέν της που είχε καταπλακωθεί από μια νταλίκα σε κάποια στροφή της εθνικής οδού. Μέχρι να ειδοποιηθεί ασθενοφόρο και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, ήταν ήδη πολύ αργά. Ομολογώ λοιπόν πως συγκλονιστικότερο μπλε από αυτό του νεκρού σώματος δεν υπάρχει πουθενά στη φύση. Ειδικά το μπλε της ασφυξίας νομίζω πως είναι ένα ανεπανάληπτο χρώμα, απαύγασμα της υπέρτατης ικανότητας της φύσης να αγγίζει και να υπερβαίνει την τελειότητα της όποιας ανθρώπινης πράξης. Νομίζω μάλιστα πως αν χρειαζόταν να του δώσω ένα όνομα θα το βάφτιζα απλώς dark blue.

(Αφιερωμένο εξαιρετικά)

Μωβ

Με λένε Ζίνα και είμαι η ενοχική ερωμένη όλων των παντρεμένων εραστών που πέρασαν  και που περνούν από τη ζωή μου κατά καιρούς. Αυτή μου η ιδιότητα υπάρχει μέσα μου πότε σαν τίτλος τιμής και πότε σα μαύρο στίγμα, ερμαφρόδιτη όπως όλες εκείνες οι μισές αλήθειες που επιδιώκει ή αποφεύγει κανείς να αποδεχτεί αναλόγως την περίσταση.

Αυτή την εποχή βγαίνω ταυτόχρονα με τέσσερις παντρεμένους άντρες που ο καθένας τους αγνοεί φυσικά την ύπαρξη των υπολοίπων. Το Λονδίνο είναι αχανής πόλη, κανείς ποτέ δεν συναντά κανέναν τυχαία στο δρόμο ή αλλού, τουλάχιστον από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω. Εγώ μένω στο κέντρο και οι εραστές μου σε διαμετρικώς αντίθετα σημεία ο ένας από τον άλλο. Ένας μένει νότια, ο άλλος βόρεια, ο τρίτος ανατολικά και ο τελευταίος στα δυτικά της πρωτεύουσας. Η επιλογή τους έγινε προσεκτικά, δεν μου αρέσει να αφήνω τίποτα στην τύχη. Τους συναντώ όλους διαδοχικά, την ίδια μέρα, δύο φορές την εβδομάδα. Αλλιώς το παιχνίδι ακυρώνεται, η ηδονή μπορεί να περιμένει. Η ιστορία μας γράφεται σε νοικιασμένα δωμάτια ξενοδοχείων ή πανσιόν και ποτέ σε κάποιο προσωπικό χώρο –δικό τους ή δικό μου. Κάτι τέτοιο αργά ή γρήγορα θα φόρτιζε συναισθηματικά την ατμόσφαιρα και αυτό δεν θα το ήθελα με τίποτα.

Δεν αγαπώ κανέναν από τους τέσσερις, όλοι τους όμως με ενδιαφέρουν. Το σεξ είναι για μένα ένας τρόπος εκφόρτισης. Μόνιμη σχέση δεν έκανα ποτέ, κι είμαι ήδη σαράντα επτά ετών. Η ηδονή που αντλώ από τους εραστές μου μοιάζει με την ικανοποίηση που παίρνει ένας αλκοολικός από ένα γεμάτο ποτήρι ουίσκι. Με το σεξ ησυχάζω, κατευνάζονται οι φωνές μέσα στο κεφάλι μου, αδειάζω από υγρά και σκέψεις. Την αποχή ουδέποτε την άντεξα για πολύ. Όταν είμαι μόνη και άπραγη νιώθω σαν άγριο ζώο στο κλουβί. Μέσα μου ουρλιάζει ένα  τέρας, μια απερίγραπτη ανάγκη μού κατατρώει τα σωθικά και με αναγκάζει να βγω στο δρόμο για να κυνηγήσω τη λεία μου. Έτσι, διασκορπίζω την τρομερή αυτή ενέργεια σαν στάχτη στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και απολαμβάνω τις στιγμές που μου αναλογούν με τον καθέναν από τους πρόσκαιρους εραστές μου.

Τον Τζέημς τον συνάντησα πριν ένα χρόνο στο Νόττιν Χιλ σε ένα υπαίθριο παζάρι. Στον πάγκο του υπήρχαν λάμπες φτιαγμένες από υδραυλικούς σωλήνες και μεταλλικά καλώδια, φωτιστικά ανακυκλωμένων υλικών και διάφορα άλλα χρηστικά αντικείμενα του ιδίου στυλ. Καθυστερώντας πάνω από τα εκθέματά του τράβηξα αμέσως την προσοχή του, πιάσαμε κουβέντα και μετά από μερικές ώρες τα πίναμε μαζί σε κάποια παμπ της πόλης όπου είπε πως σύχναζε από παλιά. Ήταν παντρεμένος και πατέρας ενός τετράχρονου, εναλλακτικός καλλιτέχνης και μανιώδης καπνιστής. Πηδηχτήκαμε το ίδιο βράδυ σε διπλανό bed&breakfast χωρίς φυσικά να μείνουμε για πρωινό.

Τον Ήθαν τον γνώρισα σε μια θεατρική παράσταση όπου είχα πάει με μια συνάδελφο από το γραφείο. Έλειπε μία θέση για να χωρέσει η οικογένειά του δίπλα δίπλα στην ίδια σειρά. Ο Ήθαν μας ρώτησε αν μπορούσαμε να μετακινηθούμε προς την άκρη ώστε να ελευθερωθεί ένα επιπλέον κάθισμα. Δίπλα μας δεν καθόταν κανείς κι έτσι δεχτήκαμε να εξυπηρετήσουμε την τετραμελή οικογένεια. Η παράσταση ήταν ενδιαφέρουσα και, επιπλέον, καθ’ όλη τη διάρκειά της το χέρι του Ήθαν δεν ξεκόλλησε στιγμή από το μηρό μου. Το χαρτάκι με το τηλέφωνο που μου έχωσε στο χέρι λίγο μετά το διάλειμμα το χρησιμοποίησα μερικές μέρες αργότερα, και αυτή ήταν η πρώτη πράξη της σχέσης μας.

Ο Τζων είναι μπάρμαν. Στο κλαμπ του με πήγε πρώτη φορά ο αδελφός μου για τα γενέθλιά του. Ήμουν χαρούμενη εκείνο το βράδυ –όχι για τα γενέθλια αλλά για την προαγωγή που είχα μόλις πάρει. Στο τέταρτο σφηνάκι, το βλέμμα του Τζων άρχισε να γίνεται πιο συγκεκριμένο. Στο πέμπτο καταλήξαμε στις τουαλέτες, πάνω στο κλειστό, βρώμικο καπάκι της λεκάνης με τα ίχνη από γόπες και τις χαρακιές από σουγιά. Αρχίσαμε να βγαίνουμε απ’ το επόμενο κιόλας Σαββατοκύριακο –τις καθημερινές τις περνά με την Ολλανδέζα σύζυγό του και τα νεογέννητα δίδυμα.

Ο Ρόμπερτ είναι ο καθηγητής μου στη γιόγκα όπου πηγαίνω κάθε Παρασκευή μεσημέρι, στο διάλειμμά μου από τη δουλειά. Γνωριζόμασταν περίπου ένα χρόνο πριν προκύψει το αμοιβαίο ενδιαφέρον που μας οδήγησε ένα μεσημέρι στο συνοικιακό ξενοδοχείο όπου δοκιμάσαμε όλες εκείνες τις ταντρικές στάσεις της γιόγκα τις οποίες ο Ρόμπερτ δεν δίδασκε στην ομάδα μας. Έκτοτε συναντιόμαστε στο ίδιο ξενοδοχείο, τις ίδιες μέρες, και πάντα με διαφορετικά ονόματα παρόλο το γελοίον του πράγματος εφόσον ο ρεσεψιονίστ μας έχει πλέον μάθει, είναι όμως ο μόνος τρόπος για να καταστεί σαφές πως κάποιος από τους δυο, αν όχι και οι δυο, είναι παντρεμένος και άρα έχει κάθε λόγο να κρύβει την πραγματική του ταυτότητα υιοθετώντας διαρκώς μία καινούρια. Η γυναίκα του είναι επίσης γιογκίστρια και φανατική οπαδός της υγιεινής διατροφής, συνήθεια η οποία κατ’ επέκταση εξασφαλίζει και στον Ρόμπερτ μια εξαιρετική φυσική κατάσταση.

Ο Τζέημς, ο Ήθαν, ο Τζων και ο Ρόμπερτ είναι νεώτεροί μου. Έχουν περίπου την ίδια ηλικία μεταξύ τους μα διαφέρουν εντελώς ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Κανείς δεν θα τους πέρναγε για το ίδιο άτομο. Τους συναντώ διαδοχικά κάθε Τρίτη και Παρασκευή, για περίπου σαράντα πέντε λεπτά τον καθένα τους, σε κάποιο νοικιασμένο δωμάτιο. Αυτό είναι το χρονικό όριο ασφαλείας που έχω θέσει προς αποφυγήν περαιτέρω εμπλοκής με κάποιον από τους τέσσερις. Αυτός είναι εξάλλου και ο λόγος που επέλεξα να τους συναντώ όλους την ίδια μέρα και εκτός σπιτιού, ώστε να αποκλείεται εξαρχής κάποιο συναισθηματικό στραβοπάτημα. Μέχρι ώρας το σύστημά μου λειτουργεί στην εντέλεια, παρόλα αυτά επαγρυπνώ συνεχώς μιας και στο παρελθόν υπήρξαν περιπτώσεις που τα ασφαλιστικά μέτρα δεν έπιασαν, κι αυτό δεν πρόκειται να το ανεχτώ ξανά.

Επιστρέφοντας στο σπίτι μου νιώθω κορεσμένη σεξουαλικά, αποκαμωμένη μετά από τέσσερις, ομολογουμένως ικανοποιητικούς, παρτενέρ. Ξαπλώνω με τα ρούχα στο κρεβάτι μου και παραμένω για λίγο ακίνητη κοιτάζοντας το ταβάνι. Η σωματική μου πείνα έχει σβήσει, το θεριό σιωπά. Το κεφάλι μου είναι στα σύννεφα μα τα πόδια μου είναι λες και γέμισαν μυρμήγκια. Το μέσα μου μοιάζει με άπειρο κενό, αν κάποιος με χτύπαγε θα αντηχούσα σαν άδειο πηγάδι. Δεν με πειράζει αυτή η αίσθηση, την γνωρίζω πια, την έχω συνηθίσει. Το μόνο πρόβλημα, αν μπορώ να το θέσω έτσι, είναι εκείνη η άλλη πλευρά του ολόσωμου καθρέφτη, που όταν τυχαίνει να πέσω πάνω του διασχίζοντας το χολ με συγχύζει αφόρητα. Τότε είναι που μου’ ρχεται να του δώσω μια και να τον σπάσω, μα ως ώρας καταφέρνω ευτυχώς να συγκρατούμαι.

Δύο φορές την εβδομάδα είναι σα να αλλάζω πρόσωπο. Τα χαρακτηριστικά μου σκληραίνουν, δείχνουν παράξενα. Τα χείλη μου φαίνονται χυδαία σαρκώδη, το βλέμμα μου γίνεται πένθιμα μωβ. Η άλλη πλευρά του εαυτού μου καθρεφτίζεται σαν ξένη στο γυαλί. Τότε νιώθω γυμνή από  δέρμα κι όχι από ρούχα. Το είδωλό μου στέκει μπροστά μου σαν παραιτημένο σκιάχτρο που ξεγελάστηκε προσωρινά, οι ώμοι μου είναι κυρτοί, τα δάχτυλά μου κρέμονται σαν ξέφτια από ξηλωμένο ποδόγυρο. Αν ήμουν στρατιώτης θα έμοιαζα με λιποτάκτη που δεν έχει πού να κρυφτεί. Αν ήμουν παιδί θα έσκυβα το κεφάλι. Είμαι αυτή που είμαι όμως, κι έτσι το μόνο που κάνω είναι να συνεχίζω να ζω έτσι όπως ζω και να κλείνω τα μάτια μπροστά στην όποια δεύτερη σκέψη εισβάλει στο νου μου ξαφνικά.

Σε γενικές γραμμές η εξωτερική μου εμφάνιση είναι καλή. Είμαι ψηλή, με σωστές αναλογίες και αρμονικό πρόσωπο. Προσέχω τον εαυτό μου, γυμνάζομαι, αγοράζω κομψά ρούχα, βάφω τα μαλλιά μου μία φορά το μήνα και τα νύχια μου κάθε Σάββατο. Τις μέρες των ερώτων μου όμως πέφτει πάνω μου μια σκιά και με μεταμορφώνει σε αχόρταγη λύκαινα, με μεθά. Την Τρίτη και την Παρασκευή, όσο διαρκεί η μέρα, είμαι μια γυναίκα που γεύεται την ηδονή χωρίς ηθικούς φραγμούς ή προκαταλήψεις. Δεν έχω ταμπού, απολαμβάνω όσα γίνονται, συντονισμένα και εύκολα. Επιπλέον, οποιαδήποτε περίπτωση περαιτέρω δέσμευσης, συναισθηματικής ή πρακτικής, αποκλείεται λόγω συνθηκών. Οι παρτενέρ μου είναι παντρεμένοι κι εγώ εσκεμμένα μοιρασμένη στα τέσσερα και μάλιστα ταυτοχρόνως.

Ο λόγος για τον οποίο επιλέγω πάντα να σχετίζομαι με παντρεμένους άντρες δεν είναι σημαντικός. Θα μπορούσε κανείς να πει πως πρόκειται απλώς για ένα βίτσιο, ή για ένα αίσθημα ανασφάλειας απέναντι σε κάθε είδους μόνιμη δέσμευση που θα με έβγαζε από τους ρυθμούς μου και από το στυλ ζωής μου. Ενδέχεται οι παντρεμένοι άντρες να μου θυμίζουν τον πατέρα μου, ο οποίος ανέκαθεν αγαπούσε και θαύμαζε πολύ περισσότερο τις ερωμένες του απ’ ό, τι τη μητέρα μου, ποιος ξέρει; Και τι σημασία έχει τελικά;

Αυτό που έχει σημασία είναι εκείνο το τρομερό συναίσθημα που βιώνω όταν περνώ για μια στιγμή από την άλλη πλευρά και, κοιτάζοντας το είδωλό μου στον καθρέφτη, απλώς δεν αναγνωρίζω το ίδιο μου το σώμα. Είναι εκείνες οι ελάχιστες φορές που δεν ταυτίζομαι με την κομψή ερωμένη αλλά με την ταλαιπωρημένη σύζυγο. Βλέπω τη μητέρα μου και όλες εκείνες τις απατημένες γυναίκες που πριν λίγο κρατούσα τους άντρες τους αγκαλιά και με πιάνει τρόμος. Δεν έχουν τίποτα από την αίγλη μου εκείνες οι γυναίκες. Κι εγώ δεν έχω τίποτα από τη γλυκύτητά τους. Εκείνες κι εγώ ταυτιζόμαστε μόνον όταν, έχοντας ακουμπήσει ερωτικά το σώμα του ίδιου άντρα, νιώθουμε στο στόμα την ίδια πικρή γεύση της προδοσίας και στα μάτια το πένθιμο μωβ της ενοχής  και του αναπόφευκτου τέλους.

Αρέσει σε %d bloggers: