Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2010

Size Plus

-Τι προτιμάς να βλέπεις γύρω σου; Γυναίκες με καμπύλες ή λεπτά σώματα;

-Γυναίκες με αρμονικές καμπύλες.

-Τότε γιατί τα μανεκέν είναι ανορεκτικά, οι οίκοι μόδας πάνε μέχρι το 36, οι βιτρίνες έχουν κούκλες-σκελετούς και τα περιοδικά βρωμάνε στη δίαιτα;

-Γιατί έτσι είναι το μάρκετινγκ.

-Και ποια θα φορέσει τα XS μοντελάκια που εκτίθενται;

-Η ανασφαλής έφηβη, η νεανίζουσα σαραντάρα, η μητέρα που ανταγωνίζεται την κόρη της, η αγάμητη που θέλει να κάνει σεξ και με κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό της και θεωρεί πως αυτός είναι ένας τρόπος, τα  fashion victims, οι speedy μεταβολισμοί που έτσι γεννήθηκαν κι έτσι θα πεθάνουν,  οι ηθοποιοί, η Βικτώρια Μπέκαμ.

-Κι είναι ωραίες όλες αυτές;

-Να τις βλέπεις ναι. Να τις ακουμπάς όχι.

-Τι προτιμάς; Να κοιτάς ή να ακουμπάς;

-Καλό είναι να βλέπεις κάτι που να σου ανοίγει την όρεξη και μετά να έχεις κάτι για να την χορτάσεις. Και τα δύο χρήσιμα είναι.

-Κάτι σαν τα ορεκτικά και το κυρίως πιάτο δηλαδή;

-Ακριβώς. Τα ορεκτικά σε προετοιμάζουν καλύτερα για το κυρίως πιάτο!

-Άρα μποϋκοτάζ στη γαλλική κουζίνα;

-Φυσικά. Αν το κυρίως πιάτο είναι τόσο λιτοδίαιτο που δεν χορταίνει ούτε το 1/10 της όρεξής σου, γιατί να μην απολαύσεις μια μαροκάνικη πίτα ή μια ιταλική μακαρονάδα; Τουλάχιστον να το χαρείς.

-Τίγκα στις σάλτσες και τα μπαχάρια;

-Τίγκα!

-Εκτός αν κάνεις δίαιτα.

-Γιατί; Άρρωστος είμαι;…

Advertisements

Thank you for smoking

Μ’ έχουν πρήξει πια! Από το πρωί ως το βράδυ έρχονται, παραγγέλλουν έναν καφέ ή ένα ποτήρι κρασί και κάθονται με τις ώρες. Όχι μόνο μου κλείνουν τα τραπέζια αλλά δεν κάνουν και κατανάλωση, οι άχρηστοι. Κι αν τους κοιτάξω στραβά, κι αν δείξω τη δυσφορία μου, τίποτα δεν πιάνει. Εκείνοι εκεί! Με τον καφέ και το τσιγάρο να ντουμανιάζουν το χώρο και να με αγνοούν. Πότε θα με πιάσουν τα νεύρα μου να το κλείσω το ρημάδι για καμιά βδομάδα και να δούνε αυτοί. Μωρά καλά κάνουν τα γύρω καφενεία και το απαγορεύσανε μαχαίρι! Δεν είδα να του λείψει κανενός η πελατεία. Μέτρα σου λέει μετά. Τι μέτρα, αφού όλα τελικά είναι ημίμετρα; Κι επειδή είμαι 70 τετραγωνικά τι πάει να πει; Κι επειδή δε σερβίρω μαγειρευτό φαγητό παρά μόνο κρουασάν και σάντουιτς, ποια η διαφορά; Οι μεζέδες του κρασιού δεν είναι φαγώσιμα; Με το στόμα δεν τα τρώνε κι αυτά; Αηδίες, ψεύτικα μέτρα για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κοσμάκη.

Από την άλλη, την πληρώνουμε κι εμείς οι μικρομεσαίοι που πρέπει να ανεχτούμε την καπνούρα τους όλη μέρα χωρίς να μπορούμε να βγάλουμε άχνα. Σύστημα είναι αυτό; Κράτος; Κοροϊδία το λέω εγώ, κοροϊδία σκέτη στα μούτρα του κοσμάκη. Στα δικά μας δηλαδή. Γιατί οι πελάτες απλώς βρίσκουν τρόπο να πηγαίνουν σε μαγαζιά και να καπνίζουν με το νόμο. Αυτόν εκεί απέναντι θα τον πετάξω έξω, δε μου γλιτώνει. Τρία πακέτα έχει καπνίσει ο ηλίθιος. Δεν προφταίνω να του αδειάζω τα τασάκια. Αμ η άλλη, εκείνη με τις φιλενάδες της στην είσοδο, που εδώ και μία ώρα παίζουν με τα καλαμάκια τους και το ένα ανάβουν το άλλο σβήνουν; Χειρότερη! Παριστάνει και τη μοντέρνα, η κότα, με την πίπα και το Μάρλμπορο στην άκρη. Πιο πολύ το κραγιόν στις γόπες παρά στο στόμα της. Καλά, σπίτια δεν έχουν; Παιδιά, άντρες να φροντίσουν; Τι στο διάολο, πάφα πούφα όλη μέρα; Τι μάνες θα γίνουν αυτές; Τι παράδειγμα θα δώσουν στα παιδιά τους;

Εγώ το λέω συνέχεια στο μικρό που με βοηθάει με το σερβίρισμα τα Σαββατοκύριακα που δεν έχει σχολείο: Τσιγάρο να μη βάλεις ποτέ στο στόμα σου! Μεγαλύτερη σκλαβιά και κατάρα από δαύτο δεν υπάρχει! Και λεφτά τους δίνεις και την υγεία σου χαλάς. Διπλή χασούρα. Όποιος καπνίζει είναι μέγας βλάκας! Άει στο διάολο τελικά. Δεν υπάρχει κράτος, δεν υπάρχει μέριμνα, δεν υπάρχει τίποτα. Πέτρα πάνω στην πέτρα δεν έμεινε όρθια. Δεν αντέχω άλλο. Το βίο αβίωτο μου κάνουνε κάθε μέρα εδώ μέσα. Το βράδυ βρωμάω και ζέχνω σα σταχτοδοχείο. Θα τα βροντήξω και θα φύγω, δε γίνεται αλλιώς…

Άντε, ας πάω λίγο στην κουζίνα τώρα να κάνω ένα τσιγάρο να ηρεμήσω γιατί συγχύστηκα μεσημεριάτικα…

(Η φωτό είναι της Φ.)

Kοιτάξτε και εδώ: http://www.lifo.gr/now/news/452

Invidia

Έλληνας: Το τελευταίο γράμμα της το έλαβα χτες. Δεν θα κατέβει, λέει, έχει εξετάσεις και εργαστήρια στη σχολή. Και τα εισιτήρια πανάκριβα, πού να της φτάσει η υποτροφία και για νοίκι και για ταξίδια. Θα κάνει Χριστούγεννα εκεί και μπορεί να κατέβει μετά την εξεταστική του Φλεβάρη για καμιά βδομάδα. Είχαμε κανονίσει να πάμε στο χωριό μαζί, οι δυο μας. Δεν έχει πάει ποτέ στο Πήλιο, έλεγε πως ήθελε πώς και πώς να περνάγαμε μια βδομάδα στα χιόνια, δίπλα στο τζάκι, για πάρτη μας. Ε λοιπόν, τελευταία στιγμή, μου τα γύρισε. Και τώρα μένω εγώ ρέστος από παρέα και σχέδια για τις γιορτές. Μάλιστα…

Ελληνίδα: Καλά που έχω τον Τούρκο για παρέα, αλλιώς θα σαλτάριζα τελείως ολομόναχη εδώ πάνω τα Χριστούγεννα. Αλλά με τα οικονομικά ποτέ δεν τα πήγαινα καλά. Έχω μείνει πανί με πανί και δε με παίρνει με τίποτα να κατέβω όπως είχαμε κανονίσει. Ας ανέβαινε εκείνος αν ήθελε τόσο πολύ να με δει, όπως λέει. Στο κάτω κάτω αυτός δουλεύει, έχει λεφτά. Εγώ σπουδάζω. Καλά που έχω και τον Τούρκο…

Τούρκος: Μα τι γάμπες είναι αυτές… Τι επιδερμίδα! Όσο και να χαϊδεύομαι πάνω της δεν την χορταίνω… Παριστάνω τον αδιάφορο όταν με φωνάζει για φαγητό, και καλά πως της κάνω χάρη που δοκιμάζω το φαΐ της, στην πραγματικότητα όμως δε βλέπω την ώρα να βρεθώ εκεί. Δίπλα της, να νιώθω πως με κοιτάζει να τρώω και να την βλέπω κι εγώ. Να ακούω τη φωνή της, να κοιτάζω τα μάτια της. Την πρώτη φορά που την πλησίασα και κόλλησα πάνω της δήθεν τυχαία φοβήθηκα μήπως με έδιωχνε. Αυτές οι ευρωπαίες είναι παράξενες, ποτέ δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσουν σε μια ξαφνική επίθεση σαν αυτή. Εκείνη όμως μου χαμογέλασε και με δέχτηκε αμέσως. Τι ζεστό που είναι το δέρμα της. Σα λιακάδα καλοκαιρινή. Στη Μεσόγειο. Στην Ελλάδα.

Έλληνας: Μ’ έχουν πιάσει τρελά νεύρα. Από χτες στριφογυρίζω σα μαλάκας. Έχουμε τρεις μήνες να βρεθούμε κι αυτή μου λέει πως δεν έχει λεφτά. Μα καλά, δεν της λείπω; Δεν έπρεπε να είχε προβλέψει ένα κωλοεισιτήριο; Λοιπόν, δεν πάει άλλο, έσκασα. Αφού δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό θα πάει το βουνό στο Μωάμεθ. Βγάζω εισιτήριο απόψε κιόλας. Μπαίνω ιντερνέτ και κλείνω για αύριο πρωί πρωί. Χωρίς να της πω τίποτα. Έκπληξη.

Τούρκος: Κάτι έπιασε χτες το αυτί μου στο τηλέφωνο για διακοπές και τέτοια. Αυτή δεν ήθελε. Ελπίζω να μην την έπεισε αυτός και μου την κάνει Χριστουγεννιάτικα για Ελλάδα. Δεν θα αντέξω να μου φύγει ξαφνικά. Προτιμώ να τη σκοτώσω παρά να την αποχωριστώ. Κι αυτός ο γελοίος τι άλλο θέλει πια για να καταλάβει; Προτιμάει να μείνει μαζί μου εδώ παρά να τρέχει μαζί του στα βουνά. Πόσο βλάκας πρέπει να είναι κάποιος για να μην αναγνωρίζει τα σημάδια της ήττας του;

Ελληνίδα: Τι γλυκός που είναι. Με τι χάρη κινείται στο δωμάτιο. Τι ευέλικτο αυτό το ωραίο μαυριδερό σώμα του. Δεν τον χορταίνω όταν τον πιάνουν τα κέφια του κι έρχεται ακροπατώντας κοντά μου στα σκοτεινά. Έχει μάθει τα κατατόπια και μπαίνει στο δωμάτιό μου μόνος του. Τα καλύτερα χάδια της ζωής μου μού τα έχει κάνει αυτός. Ποιος να το πίστευε δηλαδή. Τρελή ιστορία. Το κορμί του είναι πάντοτε ζεστό. Κι αυτή η γλώσσα του… Κόλαση σκέτη. Καλά που έχω και τον Τούρκο…

Έλληνας: Έκπληξη! Ήρθα! Αφού δεν τα κατάφερες εσύ να έρθεις για Χριστούγεννα στο Πήλιο ήρθα εγώ για Χριστούγεννα στην Κωνσταντινούπολη. Ομόρφυνες! Δεν πιστεύω να έχεις ερωτευτεί κάνα ντόπιο ε; Θα τον κάνω κομματάκια! Επ! Ποιος είναι αυτός;…

Ελληνίδα: Δεν είναι δυνατόν! Εσύ εδώ; Πώς κι έτσι; Γιατί δεν μου είπες τίποτα; Είσαι τρελός, πάει και τελείωσε. Δεν παίζεσαι λέμε! Έλα μέσα, πέρασε. Α, από δω ο φίλος μου ο Τούρκος.

Τούρκος: Βλέπουν καλά τα μάτια μου; Ήρθε εδώ ο αχρείος; Θέλει να μου καταστρέψει τα σχέδια, να την απομακρύνει από μένα! Τι άσχημος που είναι! Πώς μπορεί μια θεά σαν αυτήν να είναι με έναν τόσο κακομούτσουνο άντρα; Δεν την αξίζει. Είμαι καλύτερος από αυτον. Σιγά μην τον χαιρετήσω κιόλας. Θα φύγω με το κεφάλι ψηλά, αδιάφορος και ωραίος, και θα επιστρέψω τη νύχτα που θα κοιμούνται. Και τότε θα δει αυτός…

Ελληνίδα: Δεν μπορώ να το πιστέψω. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που δεν είμαι σίγουρη για τίποτα. Δεν είδα πότε και ποιος μπήκε στο δωμάτιο. Δεν κατάλαβα πώς έγιναν όλα αυτά… Το μόνο που ξέρω είναι πως το πρωί ξύπνησα και τον βρήκα αιμόφυρτο στο πλάι μου, με τα σεντόνια μουλιασμένα στο αίμα. Κάλεσα αμέσως ασθενοφόρο μα ήταν αργά. Πέθανε από αιμορραγία, είπαν. Μάλλον του έκοψαν τη φλέβα του λαιμού. Κι εγώ δίπλα του συνέχιζα να κοιμάμαι αμέριμνη! Θεέ μου, τι φρίκη. Τρέμω από την ταραχή, δεν θα μπορέσω να ξανακοιμηθώ σε αυτό το σπίτι… Καλά που έχω και τον Τούρκο.

 Τούρκος: Ωραία. Ξεμπερδέψαμε και με δαύτον. Σιγά μη μου γλίτωνε, ο αχρείος. Ήρθε να μου χαλάσει τη ζωή, πρόλαβα και του χάλασα εγώ τη δική του. Του χάραξα τα λαιμό με τα νύχια μου. Πέρα για πέρα. Σα σιντριβάνι το αίμα του. Καλά να πάθει! Τώρα η αγαπημένη μου έχει μόνο εμένα… Είναι όλη δική μου. Να μάθει ο ανόητος, που νόμιζε πως μπορούσε να έχει τέτοια γυναίκα! Ποτέ και κανείς δεν θα μπει ανάμεσά μας. Κι επιτέλους, ελπίζω τώρα πια να μάθει να με λέει με το σωστό μου όνομα: Λεβιάθαν. Σαφώς κομψότερο από το Τούρκος.

Έλληνας: Τι είναι αυτό πάνω απ’ το κεφάλι μου; Τι σκατά, φίδια έχει το σπίτι; Δε βρίσκω και το φως γαμώτο! Τι είναι αυτό; Χριστέ μου, με γδέρνει! Λιοντάρι μπήκε στο δωμάτιο; Θεέ μου, ο λαιμός μου! Ούτε να φωνάξω δε μπορώ! Τη σπρώχνω και δεν καταλαβαίνει τίποτα, πεθαίνω! Αίμα είναι αυτό; Μα τι γίνεται;… Δεν είναι δυνατόν! Μια γάτα στο κρεβάτι μας; Βοήθεια! Με σκοτώνει το κωλόγατο!!! Τι; Πού βρέθηκε εδώ ο Τούρκος!;…

 

The 6th Sin: Like greed, Envy (Latin, invidia) may be characterized by an insatiable desire; Those who commit the sin of envy resent that another person has something they perceive themselves as lacking, and wish the other person to be deprived of it. Dante defined this as a desire to deprive other men of theirs. Demon of Envy: Leviathan».

Love story

Τη μισούσα την καργιόλα, τη σιχαινόμουνα. Τις νύχτες με έπιανε η αναπνοή μου από τη μπόχα της, το πρωί αηδίαζα με τα πλαδαρά της μούτρα. Στο συνεργείο βρώμιζα με γράσο και λάδια και στο σπίτι έζεχνα από την παρουσία της. Κόλαγε πάνω μου σα μύξα, λες κι είχε ψυχή η μυρωδιά της και με το που με έβλεπε ερχόταν και κατακάθιζε πάνω μου αμέσως. Κάλλιο να μη γύριζα πίσω το απόγευμα, να χασομερούσα εδώ κι εκεί ως τη μαύρη νύχτα. Το έκανα για έναν καιρό, το προτιμούσα. Γύρναγα σαν την άδικη κατάρα μέχρι που σβερκωνότανε και να δεν ανταμώναμε καθόλου.

«Τα λεφτά μου!», μού φώναζε με το που με έβλεπε στο κατώφλι και μου άπλωνε τη χερούκλα της να αρπάξει το μεροκάματο.

Κάθε μέρα της τα έσκαγα όπως τα έπαιρνα, ακόμα και τα τσιγάρα μου μέτραγε η κάργια. Είχε κι αυτή τη σκατόψυχη τη μάνα της από δίπλα, που έτσι κι έλειπε καμιά δραχμή άρχιζε την ανάκριση.

«Λείπει ένα πενηντάρικο. Πάλι τσίπουρα με τους λεχρίτες; Και πώς θα τα φέρουμε βόλτα εδώ μέσα, μου λες; Με τα φραγκοδίφραγκα που αφήνεις, όσα δε σου τρώει το πιοτί;», τσίριζε η μαγκούφα και ξίνιζε τα μούτρα χειρότερα κι από λεμόνι.

Ήθελε και τα ρέστα δηλαδή. Δεν έφτανε που μου ρουφάγανε το αίμα μάνα κόρη, έπρεπε να τους ακουμπήσω και την τελευταία ανάσα μου, ο μαλάκας. Καλά έλεγε ο Φάνης πως μόνο άμα τις έβγαζα απ’ τη μέση θα απαλλασσόμουν. Όμως εγώ ο ηλίθιος καθόμουν και υπέμενα. Το ήξερα πως είχε δίκιο, αλλά και πώς να έβαφα τα χέρια μου με το κρίμα τους; Πώς να γινόμουν φονιάς στα ξεβλάσταρα; Έπρεπε να τις είχα φάει λάχανο όσο ήταν καιρός, μετά μεγάλωσα, τα κότσια δεν ήταν ίδια.

Ένα βράδυ μ’ έστειλε η καργιόλα με τα σώβρακα να της πάρω ψαροτροφή για τα χρυσόψαρα. Όλα τα’ χαμε, τα χρυσόψαρα μας έλειπαν εδώ μέσα! Καμωνόταν πως ήταν εξελιγμένη, η βλαχάρα, κι είχε και κατοικίδια. Κι εγώ ο μαλάκας τι να έκανα, βγήκα κι έψαχνα σ’ ολόκληρη την Κυψέλη με τις παντόφλες. Αν ήθελα ας έκανα κι αλλιώς.

Της είχα πει: «Θες ζωντανό; Να πάρουμε ένα σκύλο». Σκέφτηκα τουλάχιστον να μαζεύαμε κάνα κόπρο από το δρόμο, να τον στρώναμε σιγά σιγά και να μας φύλαγε κι από τους λωποδύτες. Ούτε να το ακούσει, η ξινή. Σα να της έλεγα να φάει σκατά, μούτρωσε αμέσως.

«Σιγά μην ξετσιμπουριάζω τους κοπρίτες και τα αδέσποτα», μου πέταξε και φούσκωσε σα γαλοπούλα. Τελικώς πήγε μόνη της και ψώνισε κάτι χλεμπονόψαρα και μου καμωνότανε πως είχε κι ενυδρείο. Τόσα λεφτά που σκάγαμε κάθε τόσο για συντήρηση και φαγητό δεν τα σκεφτόταν. Τα τσίπουρα και τα τσιμπούρια την πειράζανε, την άθλια καρακάξα.

Σάλεψα με τα πολλά πολλά. Δεν ήξερα τι να κάνω. Να γίνω φονιάς η ψυχή δε μου πήγαινε. Δεν το άντεχα, ούτε να το σκεφτώ δε μπορούσα. Τα χέρια μου είναι βρώμικα απ’ το γράσο, με αίμα όμως δεν τα λέρωσα ποτέ. Είχα και το Φάνη από δίπλα που έβλεπε τι σκυλίσια ζωή ζούσα και με βίδωνε κι αυτός. Κάθε που του έκανα ένα παράπονο, δώστου να με ανάβει. Τελικώς το αποφάσισα. Αφού δε γινότανε να φάω λάχανο αυτές, θα έτρωγα τηγανητά τα ψάρια.

Γύρισε ένα Σάββατο και με βρήκε στο τραπέζι. Στρωμένο με τραπεζομάντιλο και σερβίτσια. Η μάνα της σερνότανε ξωπίσω της αγκομαχώντας. Εκατό κιλά μοσχάρι πού να κουνηθεί; Περίμενα να μπούνε μέσα και τις καλωσόρισα με γέλια και χαρές. Γέμισα τα ποτήρια με κρασί και τους έδειξα τα πιάτα. Με το που καθίσανε και τσουγκρίσαμε άσπρο πάτο, άρπαξα την πιατέλα κι άρχισα. Ξεροτηγανισμένα και λαχταριστά.  Ένα στη μία, ένα στην άλλη. Το πράσινο η μάνα, το κίτρινο η κόρη. Το αγκαθωτό η μάνα, το καλοθρεμμένο η κόρη. Αράδιασα το ενυδρείο στα πιάτα τους και άραξα να τις κοιτάζω. Μετά τις πρώτες μπουκιές, είδανε και πάθανε να συνέλθουνε από την ταραχή. Με το που καταλάβανε τι είχανε βάλει στο στόμα τους μπήξανε τις φωνές και τραβούσαν τα μαλλιά τους. Εγώ βάσταγα το στομάχι από τα γέλια. Το πώς το φχαριστήθηκα, ούτε στον εχθρό μου! Ή, για να είμαι ακριβέστερος, μόνο στον καλύτερό μου φίλο.

Η Μαίρη Παναγιωταρά είναι μια ευτυχισμένη γυναίκα

Τι, πήγε επτά η ώρα; Πρέπει να κάνω γρήγορα, άργησα πάλι να σηκωθώ. Κι αν έχει κίνηση θα κάνω πάνω από μία ώρα να φτάσω στη δουλειά. Τι έπαθε το κινητό και δε χτύπησε; Πρέπει να πάρω ένα καινούριο επιτέλους, τα’ παιξε εντελώς αυτό. Να πάω στο κέντρο να ψωνίσω, εδώ δε θα βρω τίποτα. Το Σάββατο. Καλά που πήρανε το σχολικό τα παιδιά, αλλιώς πάλι πρώτη ώρα απουσία. Κοιμάται ο καλός μου; Να κάνω σιγά, μην τον ξυπνήσω… Οκ, να κλείσω και την πόρτα κι όλα καλά.

Ευτυχώς είναι ελεύθερο το μπάνιο και δε θα περιμένω κι άλλο. Πού στο καλό βάλανε το σαμπουάν; Και τους το έχω πει, πάρτε ό, τι θέλετε και μετά ξαναβάλτε το στη θέση του. Να το βρει ο επόμενος. Κι η πετσέτα στο πάτωμα, γαμώτο. Και το καλάθι με τα άπλυτα τίγκα, μια ζωή. Αν δεν το αδειάσω εγώ, πλυντήριο δε βάζει κανείς τους. Μπας και νομίζουν πως τα ρούχα πλένονται, στεγνώνονται, σιδερώνονται και ξαναμπαίνουν στις ντουλάπες από μόνα τους; Μυστήριο ε;

Αχ, καφέ. Το μπρίκι άπλυτο. Πάλι τα ίδια δε πούστη μου. Κι ο νεροχύτης γεμάτος. Έχω βγάλει μαλλιά στη γλώσσα να τους λέω να βάζουν τα άπλυτα στο πλυντήριο. Ορίστε, τώρα ξεράθηκαν οι τροφές κι άντε πλύντα… Θα πιω ένα σκέτο γάλα με λίγο νες μέσα, δεν πειράζει. Κανονικό καφέ στη δουλειά. Χριστέ μου, τι κουζίνα. Ούτε χωματερή να ήταν, τόση ακαταστασία πια. Σιχαίνομαι. Όσα και να κάνω αποβραδίς, το πρωί πάλι χάλια τα βρίσκω.

Πωπω κρύο! Κίνηση πάλι. Κι ούτε που έφεξε καλά καλά. Ράδιο, τα ίδια και τα ίδια. Ας βάλω κάνα σιντί να μη μου φανεί ο δρόμος. Καλά, δε βλέπει μπροστά της η ηλίθια; Πού πας μαντάμ; Κοίτα μπροστά σου. Στο πεζοδρόμιο θες να με στείλεις; Γυναίκες ρε πούστη μου, γυναίκες. Δεν ξέρουν να οδηγούν, πάει και τελείωσε. Εγώ δεν οδηγώ σα γυναίκα, οδηγώ σαν άντρας. Είμαι οδηγάρα, επ’ αυτού καμία αμφιβολία. Το σωστό σωστό.

Πάλι τίγκα το πάρκινγκ. Ας κάνω άλλη μια βόλτα μπας και βρω καμιά θέση. Εμ βέβαια, τέτοια ώρα που έρχεσαι τι περιμένεις;… Θα το στριμώξω εδώ, εντάξει. Κλείδωσα; Ναι. Φύγαμε.

Σε κάθε όροφο  πρέπει να σταματάει το μαλακισμένο; Ούτε λεωφορείο να παίρναμε δεν θα έκανε τόσες στάσεις. Κοίτα, κοίτα. Για έναν όροφο παίρνουνε το ασανσέρ οι κρετίνοι. Άντε, κουνήσου πια, σκατομηχάνημα.

Σκοτάδι στο γραφείο. Ας ανάψω κάνα φως. Πω, δουλειά που μαζεύτηκε! Πότε θα τα προλάβω όλα αυτά; Μα καλά, και τα Σαββατοκύριακα δουλεύουν αυτοί; Τριάντα μέηλ από την Παρασκευή μέχρι σήμερα; Έλεος. Πλάκα μου κάνουν;

«Ναι, θα μου στείλετε το χειρόγραφο κι όταν ετοιμαστεί θα λάβετε την πρώτη για διορθώσεις. Προσοχή στα disclaimers, στο copyright και στο format. Σελιδοποίηση δεν κάνω εγώ, εσείς την κάνετε. Εγώ θέλω έτοιμο το υλικό για προώθηση στο τυπογραφείο. Στο τέλος θα τσεκάρω αν περάστηκαν οι διορθώσεις μου και θα σας το ξαναστείλω για το τυπωθείτω. Τις δικές σας πρέπει να τις ελέγξετε εσείς. Το εξώφυλλο στείλτε το μου ξεχωριστά, θα βάλω εγώ κωδικό.».

«Καλημέρα, ναι τα έλαβα. Αλλά δεν ήταν έγχρωμα, ασπρόμαυρα τα τυπώσατε. Είχα στείλει αρχείο με χρώματα, γιατί αλλάξατε το housestyle guide; Ναι, θα ξανακάνω την αίτηση και θα σας την στείλω για το reprint.  Όπως τα ζητάω όμως, όχι όπως τύχει. Έγινε, ευχαριστώ».

«Πού παραδώσατε την παλέτα; Δεν το πιστεύω! Μα είχα βάλει τη διεύθυνση του άλλου κτιρίου. Και γιατί στο όνομά μου; Εγώ θα την μεταφέρω τώρα εκεί; Με τα χέρια μου; Ναι, ελάτε να τα πάρετε πίσω και να φύγουν για τη σωστή διεύθυνση το συντομότερο. Μα φυσικά, όλες οι πληροφορίες είναι στο έγγραφο που σας έστειλα. Οκ, ευχαριστώ».

Πότε πήγε έξι η ώρα ρε πούστη μου; Θα έχουν γυρίσει τα παιδιά, πρέπει να τρέξω. Έχω και ψώνια απόψε, δεν έχει τίποτα το ψυγείο. Γρήγορα, άντε. Και πώς το βαριέμαι…

Τι ουρά, Θεέ μου. Κοντεύει επτά η ώρα κι όλοι στο σούπερ μάρκετ είναι; Πονάει και το χέρι με την τενοντίτιδα, κι έχω ένα ολόκληρο καροτσάκι για ξεφόρτωμα. Κοίτα κατάσταση. Τι άγχος. Κουνήσου ρε γαμώτο, κουβέντα θα πιάσουμε τώρα στο ταμείο;

Πάλι καλά που βρήκα πάρκινγκ κοντά. Με τόσο βάρος θα πάθαινα λουμπάγκο αν είχα να κουβαλήσω και κάνα χιλιόμετρο. Μα τι πήρα πια, ολόκληρο το σούπερ μάρκετ; Πού να μου μείνουν λεφτά μετά; Ουφ, τρέξιμο. Λαχάνιασα να τα κατεβάσω. Άντε τώρα να τα βάλω και στο ασανσέρ και θα τους χτυπήσω νε με βοηθήσουν πάνω. Α, γράμματα. Κάτσε να δω και το γραμματοκιβώτιο μπας κι έχει τίποτα επείγον. Οκ, μαλακίες διαφημιστικά. Ένα γράμμα για τη μεγάλη, δυο λογαριασμοί για μένα. Κάνα κατοστάρικο κινητό πάλι; Θα δούμε.

Ελάτε στην πόρτα. Βοηθείστε να ξεφορτώσουμε, μου’ πεσε η μέση! Λοιπόν, εγώ ετοιμάζω φαγητό κι εσείς αδειάζετε τα ψώνια, οκ; Στη θέση τους, όχι πάνω στον πάγκο! Κάθε φορά τα ίδια θα λέω; Αυτό κατάψυξη. Τα υπόλοιπα ψυγείο. Αυτά στο ντουλάπι και τα χαρτικά στο μπάνιο. Έλεος, δεν ξέρεις πού βάζουμε τις οδοντόπαστες; Νόμιζα ότι ζούσαμε στο ίδιο σπίτι! Μην τσακώνεστε λέμε! Ένας εδώ άλλος εκεί!

Να πλάσω τα μπιφτέκια και να τα κάνω με πατάτες ή προτιμάτε μακαρόνια με κιμά; Οκ, κάτσε να ανάψω το φούρνο να ζεσταίνεται. Λοιπόν, κιμάς, ψωμί, γάλα, μπαχάρια, λάδι. Πατάτες έχουμε; Ωραία, καθαρίζω. Φέρε το σκουπιδοτενεκέ πιο δω, να μη στάζουν νερά κάτω. Θενξ. Και λίγο σκόρδο, λεμόνι και ρίγανη. Οκ, το βάζω στους 180 και φύγαμε.

Να γδυθώ, πέθανα με αυτά τα τακούνια όλη μέρα. Άστρωτο το κρεβάτι. Πάλι. Μα ένα γαμοπάπλωμα πρέπει να ρίξεις πάνω, αφού σηκώνεσαι δεύτερος, πολύ είναι; Τι σου ζητάω; Χαλιέμαι να βλέπω το κρεβάτι σαν κουβάρι, αρρωσταίνω! Και τα ρούχα στο πάτωμα ρε παιδάκι μου; Ντουλάπες δεν έχουμε; Κι όλα τα χαρτιά στο πάτωμα κι αυτά; Τι μπουρδέλο…

Τι έχεις γι αύριο μικρέ; Θες πληροφορίες για την Αϊτή; Οκ, κάτσε να ψάξουμε μαζί. Γράφε, εγώ θα μεταφράζω κι εσύ θα γράφεις ό, τι σου λέω. Μετά μαθηματικά και γερμανικά με το μπαμπά, με μένα τα ελληνικά θα κάνεις. Ο καθένας στον τομέα του. Τι; Έχεις και έκθεση; Και πότε περίμενες να μου το πεις; Καλά, πάω λίγο στην αδερφή σου κι επανέρχομαι. Ξεκίνα εσύ. Γράφε, νυχτώσαμε. Δε μου λες, φιλί μου έδωσες; Έλα ρίξε ένα και συνέχισε. Μπράβο το καμάρι μου!

Έλα κούκλα. Τι πρέπει να ελέγξω; Τα αγγλικά; Οκ, φέρε. Στυλό θέλω, με τι θα διορθώνω; Μερσί. Λοιπόν, πάρτο, καλό είναι. Έχεις και αρχαία; Φέρε να δω. Γρήγορα, περιμένει ο μικρός, έχουμε κι έκθεση σε λίγο. Ωραία, τελειώσαμε. Έχεις τίποτα για πλύσιμο; Πάω μέσα, φέρτο. Α! Φιλί μου έδωσες; Γρήγορα! Μερσί, ωραίο.

Το φαί να δω, αν πιάσει καήκαμε. Κάτσε να μαζέψω λίγο και το νεροχύτη. Να αδειάσω το πλυντήριο και να βάλω τα άπλυτα μέσα. Μα ποτήρια μαζί με πιάτα βάλανε; Καμία λογική εδώ μέσα θεέ μου, καμία πια; Ωραία, να μαζέψω και τα ψίχουλα, να περάσω λίγο σκουπάκι, να πάω τις πετσέτες στο μπάνιο για πλύσιμο και μετά να τελειώσουμε την έκθεση με το μικρό και να φάμε.

Ρε σεις, δε σας έχω πει πως το τραπέζι δεν είναι γήπεδο; Τι θέλουν όλα αυτά εδώ πάνω; Μαζέψτε τα γρήγορα μη γίνει χαμός εδώ μέσα. Αχούρι το σαλόνι! Εμπρός, όλα στα δωμάτιά σας με τη μία. Και οι δυο! Τι ρούχα είναι αυτά; Κρεμάστρα είναι η καρέκλα νομίζεις; Μέσα γρήγορα. Κι όχι χύμα, διπλωμένο στο συρτάρι τα θέλω, ε; Θα τσεκάρω, πρόσεξε!

Αγάπη μου, έλα μέσα για φαΐ. Θα ξυλιάσεις στο μπαλκόνι. Δεν πεινάς; Εμ, αφού όλη μέρα τρως ψωμί πού να χωρέσουν μετά τα μπιφτέκια; Τεσπά, εμείς τρώμε κι εσύ φάε όποτε θέλεις, τι να σου πω… Πλήρωσες ένα λογαριασμό που είχα εκεί πάνω; Οκ, αύριο έχω άλλους δύο, πάρτους, ναι;

Όχι, δε μπορώ να δω τώρα και τη Φιλοσοφία σου καλή μου. Είμαι κομμάτια. Άντε στο μπαμπά. Να το έλεγες νωρίτερα, σόρι. Τα’ χω παίξει πια, αδυνατώ. Κάντε σα να μην είμαι εδώ, δεν ξέρω, βρείτε τρόπο. Ο μικρός να πάει για μπάνιο. Τώρα είπα! Όχι μετά τους Σίμσον! Τώρα, αλλιώς την κλείνω αμέσως την τηλεόραση. Και που ‘σαι, πάρε καθαρά ρούχα από πριν, μη μου ζητάς μετά εμένα. Άντε. Πρέπει να κοιμηθείς, τελείωνε.

Ουφ, να διαβάσω δυο σελίδες και να την πέσω μετά, γιατί κλάταρα. Τι έχει στην τιβί; Κάνα αστυνομικό, τίποτα; Μαλακίες. Πάω να πέσω. Δεν αντέχω. Φιλιά.

(Υπεύθυνη Δήλωση: Αυτή είναι μια 100% φανταστική ιστορία. Οποιαδήποτε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα ή καταστάσεις είναι απολύτως συμπτωματική)

One night stand ή Άμα πεινάς όλα τα τρως

Τέλειωνε το καλοκαίρι και θα φεύγαμε για την Αθήνα. Δυο μέρες πριν πάρουμε το καράβι το έσκασα από τους άλλους στη χώρα και πήγα στο σπίτι του, στην άλλη άκρη του νησιού. Ήταν μόνος του στον κήπο και τάιζε αποφάγια τα σκυλιά. Μόλις με είδε κούνησε το κεφάλι και μου έδειξε την αυλόπορτα. Ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω. Κάτω φορούσε μια χακί βερμούδα που του έφτανε ως το γόνατο κι ένα ζευγάρι μαύρες πλαστικές σαγιονάρες. Έκανε ζέστη, νταλαμεσήμερο τέλη Αυγούστου. Πλησίασα και στάθηκα λίγο πιο κει. Αυτός συνέχισε να ταΐζει τα σκυλιά σπρώχνοντας πού και πού με το πόδι την εφημερίδα που είχε βάλει το φαΐ.

-Τι τα ταΐζεις, τον ρώτησα ίσα για να πω κάτι.

Γύρισε και με κοίταξε περιπαιχτικά. Τα μάτια του ήταν πιο μαύρα από ποτέ. Τα μαλλιά του έφταναν σχεδόν ως τους ώμους. Μια μπούκλα σκάλωνε στο λαιμό του, αδέσποτη. Ένιωσα κάτι σαν αναγούλα να ανεβαίνει από το στομάχι μου με τη μία.

– Ψαροκόκαλα και μακαρόνια με κιμά από χτες, απάντησε ειρωνικά. Τα σκυλιά εδώ δεν τρέφονται με κροκέτες.

– Και τρέφονται με ψαροκόκαλα;, ρώτησα και η φωνή μου ακούστηκε σαν να έβγαινε από χωνί. Τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε.

– Άμα πεινάς, τα πάντα τρως, απάντησε και μου γύρισε την πλάτη.

Παρατήρησα το πράσινο τατουάζ στο δεξί του ώμο. Ένα ανοιχτό κλουβί ήταν, με ένα πουλί που έφευγε από το ανοιχτό πορτάκι. Ποτέ δεν είχα ξαναδεί αυτό το σχέδιο.

«Όλα μοναδικά πάνω σου», σκέφτηκα χωρίς να μιλήσω.

Από την κωλότσεπή του προεξείχε ένα πακέτο Μάρλμπορο. Είχε ωραίο σώμα, γυμνασμένο και σχετικά αδύνατο. Γύρω από τη μέση του προεξείχε το λάστιχο από το μαύρο εσώρουχο.

-Μου δίνεις ένα τσιγάρο;, ρώτησα και σκέπασα τα μάτια με το χέρι μου.

Ο ήλιος με στράβωνε τόσην ώρα αλλά από τη θέση μου δεν είχα κουνηθεί. Με πλησίασε λίγο και κοντοστάθηκε. Ψαχούλεψε την τσέπη στα τυφλά, έπιασε το πακέτο και τράβηξε ένα τσιγάρο με τα δόντια. Το άναψε με έναν κόκκινο Bic που είχε μέσα και μου το έβαλε στο στόμα. Αναμμένο.

-Θενξ, πέταξα δήθεν άνετη. Τα πόδια μου γέμιζαν μυρμήγκια.

Στάθηκε και με κοίταξε που κάπνιζα. Στην άκρη της γόπας είχε αφήσει λίγο σάλιο. Επίτηδες, είμαι σίγουρη. Το σκούπισα με το στόμα, και καλά χωρίς να δώσω σημασία, και συνέχισα να τραβάω δυνατές τζούρες φυσώντας τον καπνό κατά πάνω του. Με την άκρη της γλώσσας άπλωσα μέσα στο στόμα μου το ανύπαρκτο σάλιο του και προσπάθησα να το γευτώ. Δεν κατάλαβα τίποτα.

– Πότε φεύγεις;, με ρώτησε ξαφνικά και σκέφτηκα πως η φωνή του ήταν ό, τι πιο όμορφο είχα ακούσει ποτέ στη ζωή μου.

– Μεθαύριο το πρωί, αποκρίθηκα με τους παλμούς μου να ανεβαίνουν κατακόρυφα.

– Πάμε μέσα;, με ρώτησε σα να μιλούσαμε για τον καιρό, ή τέλος πάντων για κάτι εντελώς αδιάφορο.

– Ναι, απάντησα με την ψυχή στα δόντια.

Μπήκαμε μέσα στο σπίτι του και πέσαμε κατευθείαν στο κρεβάτι. Το δωμάτιο είχε σκιά γιατί πάντα κρατούσε τις κουρτίνες τραβηγμένες και τα παντζούρια κλειστά. Τα σεντόνια του ήταν δροσερά. Μύριζαν ιδρώτα και μαύρο. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε σα να πεινάγαμε. Η γλώσσα του μπαινόβγαινε στο στόμα μου σα δαιμονισμένη. Με ρούφαγε και με έφτυνε μαζί. Μέσα στο στόμα. Τα χέρια του κόλλαγαν πάνω μου σαν πλοκάμια. Έπεσε πάνω μου μονοκόμματα. Ήταν βαρύς και μου έκοβε λίγο την ανάσα αλλά δεν τον άφηνα να μετακινηθεί. Τύλιξα τα πόδια γύρω από τη μέση και τον κόλλησα περισσότερο πάνω μου.

– Θέλω σαν  τρελός να σου γλύψω το μουνί και να χύσεις στο στόμα μου, ψιθύρισε στο αυτί μου. Άρπαξε το χέρι μου και το έσφιξε δυνατά. Πόνεσα αλλά κρατήθηκα να μη φωνάξω.

– Ρούφα με, πάρτο, του απάντησα και νόμισα πως θα πάθαινα επιτόπου ασφυξία από την υπερένταση.

-Και μετά θα σε πηδήξω από παντού, συνέχισε το παραλήρημά του μιλώντας κατευθείαν μέσα στο στόμα μου. Το σάλιο του είχε γεύση καπνού.

Πηδηχτήκαμε δυνατά, όπως και την πρώτη φορά. Άγρια και τρυφερά μαζί, σκέτη σχιζοφρένεια. Λίγο αργότερα σηκώθηκα, σκουπίστηκα στο σεντόνι του και ξαναντύθηκα. Εκείνος άναψε τσιγάρο και έμεινε ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Γυμνός.

Όταν άνοιξα την πόρτα να βγω έξω μου φώναξε «Γεια».

Το μεθεπόμενο πρωί πήρα το καράβι για Πειραιά. Σε όλη τη διαδρομή δεν κατάφερα να μιλήσω με κανέναν. Οι άλλοι χασκογέλαγαν κι έπιναν μπίρες αλλά εγώ ήμουν κάπως σαν άρρωστη. Το χέρι με πόναγε για καιρό. Η μελανιά πέρασε σε τρεις μέρες.

   

H τριλογία της Τετάρτης

 

Τις νύχτες γίνομαι η Ντόροθι Πάρκερ

Ακόμα κι αν μερικές φορές νομίζω πως τις νύχτες είμαι η Ντόροθι Πάρκερ, ο γνώριμος ήχος του ρολογιού που με ξυπνάει το πρωί με επαναφέρει ανελέητα στην πεζή πραγματικότητα. Εδώ και κάμποσα χρόνια οι νύχτες μου δεν μου ανήκουν ολοκληρωτικά. Τις κυνηγάει πάντα η αγχωμένη έγνοια του πρωινού που κοντοζυγώνει. Κι αν καμιά φορά τους ξεφύγω και κάνω πως αδιαφορώ για τις ανθρώπινες λειτουργίες μου που μετά από μερικές ώρες θα με μαστιγώσουν αλύπητα, εκείνες καταφέρνουν και βρίσκουν τον τρόπο να με εντοπίσουν και να μου τη στήσουν στη γωνία. Όταν πάλι με πιάσει πείσμα και χτυπήσω γροθιά στο μαχαίρι ανοίγοντας ένα καινούριο νυχτερινό μπουκάλι στο μπαλκόνι μου, αδιάφορη για την τύχη του κόσμου έξω από αυτό, ξέρω πως ο ρόλος μου με περιμένει υπέρλαμπρος και αρχίζω να απαγγέλω στίχους αλλάζοντας πρόσωπο και ταυτότητα ως το πρωί. Είναι σπάνιες εκείνες οι φορές της προσωπικής μου αντίστασης, κι όμως παραμένουν εκλεκτές. Παρόλο που ουδέποτε υπήρξα ανοιχτά πνεύμα αντιλογίας ή επαναστατικός νους, οι εσώτερες εξεγέρσεις μου πάντοτε έπιαναν τόπο. Εσχάτως έχουν καιρό να εμφανιστούν κι η διαπίστωση αυτή με αναστατώνει κάπως.

Ανίερες συμμαχίες

 Μερικές φορές μια αλλοπρόσαλλη εξωστρέφεια νικά τη φυσική μου κλίση για μοναχικότητα και απομόνωση. Ενώ ξέρω καλά πως είμαι ο μήνας Νοέμβριος, κάτι με διαολίζει πού και πού και τότε ενδύομαι τη φορεσιά του Αυγούστου χαμογελώντας στο ημερολόγιο με χαιρεκακία. Οι μεταμφιέσεις των διαθέσεών μου συνήθως διαρκούν μερικές ώρες. Νομίζω πως με το φως του ήλιου εξαφανίζονται στον τάφο τους σαν αιώνια βαμπίρ. Η νύχτα είναι ο καλύτερός τους φίλος. Μερικές φορές καταλήγω να πιστεύω πως στην ουσία ζηλεύω αυτή την άρρηκτη σχέση που υπάρχει ανάμεσά τους γιατί με αποκλείει από το αληθινό παιχνίδι, ορίζοντας το πεδίο δράσης μου κατά πώς τις βολεύει εκείνες. Τις μεταμφιέσεις και τη νύχτα εννοώ. Νιώθω δηλαδή πως δυο συμμαχικές δυνάμεις συνωμοτούν εναντίον μου χρησιμοποιώντας το εύπλαστο μυαλό μου για δικό τους όφελος και με το έτσι θέλω. Η μία για να υπάρξει και να γίνει ορατή και η άλλη για να με ενδυθεί και να διασκεδάσει.

Υπεκφυγές σχετικά με την αλλαγή επίπλωσης

 Είναι παράξενο πως κατά κόρον αισθάνομαι ότι η ικανοποίηση που αντλώ από την εναγώνια αναμονή κάποιου συγκλονιστικού γεγονότος είναι σαφώς μεγαλύτερη από το ίδιο το γεγονός ως υπαρκτή κατάσταση. Με γοητεύει με πολύ πιο δεσμευτικό τρόπο η ιδέα μιας εικόνας παρά η εικόνα καθεαυτή. Αυτή η διστακτική τοποθέτησή μου απέναντι στην πραγματική ζωή με βυθίζει σε μια ένδεια δράσης η οποία τροφοδοτείται από την νοερή ανάπλαση της ζωής στην οποία ειδικεύομαι παιδιόθεν. Δεν ξέρω αν προτιμώ να ζω ή να φαντάζομαι ότι ζω. Σε αρκετές περιπτώσεις προσκρούω σε ύφαλο, το ομολογώ. Κάτι μέσα μου επαναστατεί και ζητά πραγματική τροφή και φυσικές βιταμίνες, εκεί που εγώ πάω να το μπουκώσω με υποκατάστατα και ανορεκτικά τρυκ. Το καλύτερο θα ήταν να μπορούσε επιτέλους να βρεθεί μια κάποια ισορροπία. Στον ίδιο καναπέ δηλαδή να καταφέρω να χωρέσω στα δεξιά μου την ιδέα και στα αριστερά μου το σώμα της. Καταλήγω στο συμπέρασμα πως τελικά μάλλον χρειάζομαι έναν τριθέσιο. Και αυτή την εποχή, λόγω ψύχους, νομίζω πως αδυνατώ να βγω για ψώνια. Την επόμενη φορά, λοιπόν, το δίχως άλλο.

Tune Yards in Brussels: Backvocals & Εxperimental easy going attitude

-Πρέπει να ξεκινήσουμε να παίζουμε, νομίζω όμως πως το κεφάλι μου δεν είναι καλά βιδωμένο στη θέση του.

(Πιάνει με τα χέρια το κεφάλι της, το στρίβει και το βάζει στη θέση του)

-Πώς λέγεται το «Αwkward» στη γλώσσα σας?

(Πετάγονται διάφοροι από το κοινό, της αρέσει όμως μόνο μία μετάφραση)

– Οκ, θα κρατήσω το «Mal à l’ aise».

(Χειροκροτήματα)

-Το Λονδίνο είναι όμορφη πόλη. Όχι όμως τόσο γοητευτική όσο οι Βρυξέλλες. Χαίρομαι που είμαστε εδώ απόψε, μαζί σας!

(Κι άλλα χειροκροτήματα, γιατί τα ψέμματα πιάνουν σε δημόσιους χώρους)

Τώρα θα παίξουμε το τελευταίο μας τραγούδι. Ω, Θεέ μου, να το πω καλά…

(Το λέει καλά, υποκλίνεται και κατεβαίνει από τη σκηνή. Η συναυλία τελειώνει και ο κόσμος τρέχει στο βεστιάριο και μετά στο δρόμο. Εμείς πάμε για μπίρες, εκείνη δεν ξέρω πού… Η νύχτα συνεχίζεται στα Τούρκικα και μοιάζει με στημένο παιχνίδι)

(Φωτό Φ. Μ.)

I can see you burning with desire for a kiss

Ένα κορίτσι με κόκκινα μαλλιά βαμμένα στο Λονδίνο, με electropop και synthpop τσουλούφια να πετάνε εδώ κι εκεί κι ένα αγόρι με όμορφα δάχτυλα κάνουν βόλτα στα κανάλια ψάχνοντας ανδρόγυνα ονόματα που να γράφονται λάθος///Και ως γνωστόν, όποιος ψάχνει βρίσκει///Η Elly Jackson και ο Ben Langmaid ένωσαν δύο σωστές λέξεις και βαφτίστηκαν με ένα λάθος όνομα επειδή «ηχούσε καλύτερο στα αγγλικά, κι ας προερχόταν από δύο αταίριαστες μεταξύ τους γαλλικές λέξεις»///Στο ομώνυμο άλμπουμ τους σκαρώνουν γελαστά παιχνίδια και ρυθμικά χορευτικά τραγουδώντας έρωτες, απάτες, ευχές και απορίες///«Είμαι καλή ψεύτρα αλλά δεν ξέρω να επινοώ πράγματα», λέει η Elly και με κάνει να κολλάω αθεράπευτα μαζί της///Όσα τραγουδάει με τα ροζ γυαλιστερά χειλάκια της μπροστά στο μικρόφωνο είναι κομματάκια από το πολύχρωμο παζλ της ζωής τους εκεί έξω, πέρα για πέρα αληθινό///Κι αυτό είναι αποκάλυψη///Ανελέητο μπητ που σε καλεί επιτακτικά να κλωτσήσεις το σκαμπό και να συρθείς σαν αφηνιασμένο φιδάκι στην πίστα όσες Don Julio κι αν κυλάνε στο νοθευμένο αίμα σου, σκανταλιάρικα ρεφρέν που σου γαργαλάνε τη μασχάλη και τον ουρανίσκο σαν γλωσσίτσες, στιχάκια που ξεσκονίζουν πειραχτικά τη στάχτη από το πέτο σου, ανυπέρβλητα στροβιλίσματα γύρω από τον all of a sudden υπέροχο εαυτό σου///Αυτοί είναι οι στόχοι και τα όνειρα της φωνακλούς αγγλίδας και του νευριασμένου φίλου της που θέλουν να μας σηκώσουν όλους από το πάτωμα και να μας εκτοξεύσουν σαν τρελλές πυγολαμπίδες δίπλα στη ντισκομπάλα της νύχτας χωρίς αντιρρήσεις///Αστείες φιγούρες, παιδικές γκριμάτσες και ενήλικα υπονοούμενα παρελαύνουν περήφανα εντός κι εκτός διάβασης καθώς ανάβει κόκκινο και το φρένο γλιστράει σαν κλεφτό φιλί πάνω στα tracks/// Μια τρελλή περιπέτεια για να έχουμε κάτι να διηγηθούμε στους φίλους μας, ένας γαλάζιος ουρανός πάνω από ένα καταπράσινο λιβάδι, μια έρημος φτιαγμένη από κινούμενη άμμο, ένα άδειο δωμάτιο που μέσα χωράει μόνο δύο γυμνούς ανθρώπους -ας υπογράψουμε επιτέλους μια μυστική συμφωνία με το διάβολο κι ας τα δούμε όλα κόκκινα μαζί τους///Έστω για λίγο, αν δεν γίνεται για πολύ///Χωράμε κι εμείς στο ηλεκτρικό τρενάκι τους, όπως κι η άνοιξη που πλησιάζει. Όσο πιο στριμωχτά τόσο καλύτερα///Με απίστευτα φωνητικά κεντίδια και μελωδικές φούρλες εντός κι εκτός ορίων, οι La Roux μας προτείνουν ένα 80λεπτο οργασμικής παρεκτροπής και ευτυχισμένης απογείωσης. Τα αφήνεις κάτι τέτοια;///Ηλεκτρικά σολαρίσματα πάνω σε τηλεπαθητικά κουμπάκια και λαρυγγικές ταπετσαρίες μιας ιδανικής μουσικής επένδυσης της μέρας και της νύχτας ξεπηδάνε σαν μαγικά τζίνια μέσα από το κόκκινο λυχνάρι της Polydor Records που επιτέλους αποφάσισε να μας κάνει λίγο καλό///Σπεύσατε, ωφελεί σοβαρά την υγεία///Τα σέβη μου.

(Louder, John, louder!!!)

Homework for dreamers

 

Μου είπε μια μέρα: «Θέλω να σου βάλω μια άσκηση για το σπίτι».

Αναρωτήθηκα τι να εννοούσε.

Είπε λοιπόν: «Θέλω όταν είσαι μόνη σου να σκέφτεσαι ό, τι πιο απίθανο μπορείς να βάλεις με το νου σου. Απίστευτα πράγματα, υπερβολικά, που να μη μπορούν να συμβούν ποτέ. Εσύ όμως να τα σκέφτεσαι σα να συμβαίνουν πραγματικά εκείνη τη στιγμή και να νιώθεις καλά. Δεν έχει σημασία πόσο παράλογα είναι. Την ώρα που θα τα σκέφτεσαι, εσένα θα σου συμβαίνουν».

Ήταν το πιο χρήσιμο homework που μου βάλανε ποτέ. Χάρη στην επιμέλειά μου κάθε τόσο ζω εξωφρενικές περιπέτειες. Πραγματικά. Κι ας ήρθε μετά να με μαλώσει εκείνη τη φορά που χρησιμοποίησα σκηνές από το παρελθόν σα να τις ζούσα άξαφνα επιτόπου…

Αρέσει σε %d bloggers: