Daily Archives: 18 Φεβρουαρίου, 2010

One night stand ή Άμα πεινάς όλα τα τρως

Τέλειωνε το καλοκαίρι και θα φεύγαμε για την Αθήνα. Δυο μέρες πριν πάρουμε το καράβι το έσκασα από τους άλλους στη χώρα και πήγα στο σπίτι του, στην άλλη άκρη του νησιού. Ήταν μόνος του στον κήπο και τάιζε αποφάγια τα σκυλιά. Μόλις με είδε κούνησε το κεφάλι και μου έδειξε την αυλόπορτα. Ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω. Κάτω φορούσε μια χακί βερμούδα που του έφτανε ως το γόνατο κι ένα ζευγάρι μαύρες πλαστικές σαγιονάρες. Έκανε ζέστη, νταλαμεσήμερο τέλη Αυγούστου. Πλησίασα και στάθηκα λίγο πιο κει. Αυτός συνέχισε να ταΐζει τα σκυλιά σπρώχνοντας πού και πού με το πόδι την εφημερίδα που είχε βάλει το φαΐ.

-Τι τα ταΐζεις, τον ρώτησα ίσα για να πω κάτι.

Γύρισε και με κοίταξε περιπαιχτικά. Τα μάτια του ήταν πιο μαύρα από ποτέ. Τα μαλλιά του έφταναν σχεδόν ως τους ώμους. Μια μπούκλα σκάλωνε στο λαιμό του, αδέσποτη. Ένιωσα κάτι σαν αναγούλα να ανεβαίνει από το στομάχι μου με τη μία.

– Ψαροκόκαλα και μακαρόνια με κιμά από χτες, απάντησε ειρωνικά. Τα σκυλιά εδώ δεν τρέφονται με κροκέτες.

– Και τρέφονται με ψαροκόκαλα;, ρώτησα και η φωνή μου ακούστηκε σαν να έβγαινε από χωνί. Τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε.

– Άμα πεινάς, τα πάντα τρως, απάντησε και μου γύρισε την πλάτη.

Παρατήρησα το πράσινο τατουάζ στο δεξί του ώμο. Ένα ανοιχτό κλουβί ήταν, με ένα πουλί που έφευγε από το ανοιχτό πορτάκι. Ποτέ δεν είχα ξαναδεί αυτό το σχέδιο.

«Όλα μοναδικά πάνω σου», σκέφτηκα χωρίς να μιλήσω.

Από την κωλότσεπή του προεξείχε ένα πακέτο Μάρλμπορο. Είχε ωραίο σώμα, γυμνασμένο και σχετικά αδύνατο. Γύρω από τη μέση του προεξείχε το λάστιχο από το μαύρο εσώρουχο.

-Μου δίνεις ένα τσιγάρο;, ρώτησα και σκέπασα τα μάτια με το χέρι μου.

Ο ήλιος με στράβωνε τόσην ώρα αλλά από τη θέση μου δεν είχα κουνηθεί. Με πλησίασε λίγο και κοντοστάθηκε. Ψαχούλεψε την τσέπη στα τυφλά, έπιασε το πακέτο και τράβηξε ένα τσιγάρο με τα δόντια. Το άναψε με έναν κόκκινο Bic που είχε μέσα και μου το έβαλε στο στόμα. Αναμμένο.

-Θενξ, πέταξα δήθεν άνετη. Τα πόδια μου γέμιζαν μυρμήγκια.

Στάθηκε και με κοίταξε που κάπνιζα. Στην άκρη της γόπας είχε αφήσει λίγο σάλιο. Επίτηδες, είμαι σίγουρη. Το σκούπισα με το στόμα, και καλά χωρίς να δώσω σημασία, και συνέχισα να τραβάω δυνατές τζούρες φυσώντας τον καπνό κατά πάνω του. Με την άκρη της γλώσσας άπλωσα μέσα στο στόμα μου το ανύπαρκτο σάλιο του και προσπάθησα να το γευτώ. Δεν κατάλαβα τίποτα.

– Πότε φεύγεις;, με ρώτησε ξαφνικά και σκέφτηκα πως η φωνή του ήταν ό, τι πιο όμορφο είχα ακούσει ποτέ στη ζωή μου.

– Μεθαύριο το πρωί, αποκρίθηκα με τους παλμούς μου να ανεβαίνουν κατακόρυφα.

– Πάμε μέσα;, με ρώτησε σα να μιλούσαμε για τον καιρό, ή τέλος πάντων για κάτι εντελώς αδιάφορο.

– Ναι, απάντησα με την ψυχή στα δόντια.

Μπήκαμε μέσα στο σπίτι του και πέσαμε κατευθείαν στο κρεβάτι. Το δωμάτιο είχε σκιά γιατί πάντα κρατούσε τις κουρτίνες τραβηγμένες και τα παντζούρια κλειστά. Τα σεντόνια του ήταν δροσερά. Μύριζαν ιδρώτα και μαύρο. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε σα να πεινάγαμε. Η γλώσσα του μπαινόβγαινε στο στόμα μου σα δαιμονισμένη. Με ρούφαγε και με έφτυνε μαζί. Μέσα στο στόμα. Τα χέρια του κόλλαγαν πάνω μου σαν πλοκάμια. Έπεσε πάνω μου μονοκόμματα. Ήταν βαρύς και μου έκοβε λίγο την ανάσα αλλά δεν τον άφηνα να μετακινηθεί. Τύλιξα τα πόδια γύρω από τη μέση και τον κόλλησα περισσότερο πάνω μου.

– Θέλω σαν  τρελός να σου γλύψω το μουνί και να χύσεις στο στόμα μου, ψιθύρισε στο αυτί μου. Άρπαξε το χέρι μου και το έσφιξε δυνατά. Πόνεσα αλλά κρατήθηκα να μη φωνάξω.

– Ρούφα με, πάρτο, του απάντησα και νόμισα πως θα πάθαινα επιτόπου ασφυξία από την υπερένταση.

-Και μετά θα σε πηδήξω από παντού, συνέχισε το παραλήρημά του μιλώντας κατευθείαν μέσα στο στόμα μου. Το σάλιο του είχε γεύση καπνού.

Πηδηχτήκαμε δυνατά, όπως και την πρώτη φορά. Άγρια και τρυφερά μαζί, σκέτη σχιζοφρένεια. Λίγο αργότερα σηκώθηκα, σκουπίστηκα στο σεντόνι του και ξαναντύθηκα. Εκείνος άναψε τσιγάρο και έμεινε ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Γυμνός.

Όταν άνοιξα την πόρτα να βγω έξω μου φώναξε «Γεια».

Το μεθεπόμενο πρωί πήρα το καράβι για Πειραιά. Σε όλη τη διαδρομή δεν κατάφερα να μιλήσω με κανέναν. Οι άλλοι χασκογέλαγαν κι έπιναν μπίρες αλλά εγώ ήμουν κάπως σαν άρρωστη. Το χέρι με πόναγε για καιρό. Η μελανιά πέρασε σε τρεις μέρες.

   

Αρέσει σε %d bloggers: