Daily Archives: 22 Φεβρουαρίου, 2010

Love story

Τη μισούσα την καργιόλα, τη σιχαινόμουνα. Τις νύχτες με έπιανε η αναπνοή μου από τη μπόχα της, το πρωί αηδίαζα με τα πλαδαρά της μούτρα. Στο συνεργείο βρώμιζα με γράσο και λάδια και στο σπίτι έζεχνα από την παρουσία της. Κόλαγε πάνω μου σα μύξα, λες κι είχε ψυχή η μυρωδιά της και με το που με έβλεπε ερχόταν και κατακάθιζε πάνω μου αμέσως. Κάλλιο να μη γύριζα πίσω το απόγευμα, να χασομερούσα εδώ κι εκεί ως τη μαύρη νύχτα. Το έκανα για έναν καιρό, το προτιμούσα. Γύρναγα σαν την άδικη κατάρα μέχρι που σβερκωνότανε και να δεν ανταμώναμε καθόλου.

«Τα λεφτά μου!», μού φώναζε με το που με έβλεπε στο κατώφλι και μου άπλωνε τη χερούκλα της να αρπάξει το μεροκάματο.

Κάθε μέρα της τα έσκαγα όπως τα έπαιρνα, ακόμα και τα τσιγάρα μου μέτραγε η κάργια. Είχε κι αυτή τη σκατόψυχη τη μάνα της από δίπλα, που έτσι κι έλειπε καμιά δραχμή άρχιζε την ανάκριση.

«Λείπει ένα πενηντάρικο. Πάλι τσίπουρα με τους λεχρίτες; Και πώς θα τα φέρουμε βόλτα εδώ μέσα, μου λες; Με τα φραγκοδίφραγκα που αφήνεις, όσα δε σου τρώει το πιοτί;», τσίριζε η μαγκούφα και ξίνιζε τα μούτρα χειρότερα κι από λεμόνι.

Ήθελε και τα ρέστα δηλαδή. Δεν έφτανε που μου ρουφάγανε το αίμα μάνα κόρη, έπρεπε να τους ακουμπήσω και την τελευταία ανάσα μου, ο μαλάκας. Καλά έλεγε ο Φάνης πως μόνο άμα τις έβγαζα απ’ τη μέση θα απαλλασσόμουν. Όμως εγώ ο ηλίθιος καθόμουν και υπέμενα. Το ήξερα πως είχε δίκιο, αλλά και πώς να έβαφα τα χέρια μου με το κρίμα τους; Πώς να γινόμουν φονιάς στα ξεβλάσταρα; Έπρεπε να τις είχα φάει λάχανο όσο ήταν καιρός, μετά μεγάλωσα, τα κότσια δεν ήταν ίδια.

Ένα βράδυ μ’ έστειλε η καργιόλα με τα σώβρακα να της πάρω ψαροτροφή για τα χρυσόψαρα. Όλα τα’ χαμε, τα χρυσόψαρα μας έλειπαν εδώ μέσα! Καμωνόταν πως ήταν εξελιγμένη, η βλαχάρα, κι είχε και κατοικίδια. Κι εγώ ο μαλάκας τι να έκανα, βγήκα κι έψαχνα σ’ ολόκληρη την Κυψέλη με τις παντόφλες. Αν ήθελα ας έκανα κι αλλιώς.

Της είχα πει: «Θες ζωντανό; Να πάρουμε ένα σκύλο». Σκέφτηκα τουλάχιστον να μαζεύαμε κάνα κόπρο από το δρόμο, να τον στρώναμε σιγά σιγά και να μας φύλαγε κι από τους λωποδύτες. Ούτε να το ακούσει, η ξινή. Σα να της έλεγα να φάει σκατά, μούτρωσε αμέσως.

«Σιγά μην ξετσιμπουριάζω τους κοπρίτες και τα αδέσποτα», μου πέταξε και φούσκωσε σα γαλοπούλα. Τελικώς πήγε μόνη της και ψώνισε κάτι χλεμπονόψαρα και μου καμωνότανε πως είχε κι ενυδρείο. Τόσα λεφτά που σκάγαμε κάθε τόσο για συντήρηση και φαγητό δεν τα σκεφτόταν. Τα τσίπουρα και τα τσιμπούρια την πειράζανε, την άθλια καρακάξα.

Σάλεψα με τα πολλά πολλά. Δεν ήξερα τι να κάνω. Να γίνω φονιάς η ψυχή δε μου πήγαινε. Δεν το άντεχα, ούτε να το σκεφτώ δε μπορούσα. Τα χέρια μου είναι βρώμικα απ’ το γράσο, με αίμα όμως δεν τα λέρωσα ποτέ. Είχα και το Φάνη από δίπλα που έβλεπε τι σκυλίσια ζωή ζούσα και με βίδωνε κι αυτός. Κάθε που του έκανα ένα παράπονο, δώστου να με ανάβει. Τελικώς το αποφάσισα. Αφού δε γινότανε να φάω λάχανο αυτές, θα έτρωγα τηγανητά τα ψάρια.

Γύρισε ένα Σάββατο και με βρήκε στο τραπέζι. Στρωμένο με τραπεζομάντιλο και σερβίτσια. Η μάνα της σερνότανε ξωπίσω της αγκομαχώντας. Εκατό κιλά μοσχάρι πού να κουνηθεί; Περίμενα να μπούνε μέσα και τις καλωσόρισα με γέλια και χαρές. Γέμισα τα ποτήρια με κρασί και τους έδειξα τα πιάτα. Με το που καθίσανε και τσουγκρίσαμε άσπρο πάτο, άρπαξα την πιατέλα κι άρχισα. Ξεροτηγανισμένα και λαχταριστά.  Ένα στη μία, ένα στην άλλη. Το πράσινο η μάνα, το κίτρινο η κόρη. Το αγκαθωτό η μάνα, το καλοθρεμμένο η κόρη. Αράδιασα το ενυδρείο στα πιάτα τους και άραξα να τις κοιτάζω. Μετά τις πρώτες μπουκιές, είδανε και πάθανε να συνέλθουνε από την ταραχή. Με το που καταλάβανε τι είχανε βάλει στο στόμα τους μπήξανε τις φωνές και τραβούσαν τα μαλλιά τους. Εγώ βάσταγα το στομάχι από τα γέλια. Το πώς το φχαριστήθηκα, ούτε στον εχθρό μου! Ή, για να είμαι ακριβέστερος, μόνο στον καλύτερό μου φίλο.

Αρέσει σε %d bloggers: