Monthly Archives: Μαρτίου 2010

Η Μεγάλη Τετάρτη της όσφρησης

Χτες αργά η νύχτα μύριζε σαν φρεσκοανοιγμένο πακέτο χαρτομάντηλα manex. Δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμα, ήταν κάτι παλιά πακετάκια με πράσινη λεζάντα που μόλις τα άνοιγες η πλάση ευωδίαζε πεισμωμένη πασχαλιά ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο///Η νύχτα μύριζε επίσης μια γυναικεία ραγισμένη φωνή που διαμαρτυρόταν για κάποιο μεταμεσονύχτιο δίκιο της στο δρόμο///Ακόμα κι αν δεν κατάλαβα το περιεχόμενο, συμφώνησα ασυζητητί μαζί της///Ποιος είπε πως οι φωνές δεν έχουν άρωμα;///Κάπου διάβασα τις προάλλες πως η επιτυχία ανήκει στους ηττημένους///Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έλεγε το άρθρο, αλλά κατά την προσφιλή μου συνήθεια η φράση καρφώθηκε σαν σκουριασμένη πρόκα στο κεφάλι μου και έκτοτε με τριβελίζει ασταμάτητα και επιμόνως///Η επιστροφή στα πάτρια έχει πάντα κάτι πολύ γλυκό///Ευωδιάζει κανέλλα και βιολέττα, ανθισμένη νεραντζιά και οικειότητα αιώνων///Ανυπέρβλητη αίσθηση, παράξενη και καθηλωτική///Μοναδικά τρυφερή και ωραία///Χτες το βράδυ στο Lemon έλαβα μια σοβαρή απόφαση για τη ζωή μου///Ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται να ξαναζητήσω κομμάτι από dj την ώρα που κάνει τη δουλειά του///Όπως είπε και ο θείος (με την μεταφυσική έννοια) Marc Almond «A dj is not a jukebox, baby»///Αν θελήσω να ακούσω κάποια συγκεκριμένη μουσική θα αρκεστώ σε μια βόλτα στον λεμονόκηπο και, εισπνέοντας τις απλόχερες μυρωδιές του, θα καμωθώ πως ακούω τους ήχους των μπουμπουκιών που σκάνε και των λεμονανθών που χαμογελάνε περήφανα///Τι καλύτερη μουσική από αυτήν, ειδικά μια νύχτα με ειδικές ανάγκες;///Στα πάτρια ανέκαθεν έβγαιναν στην επιφάνεια όλες οι ειδικές ανάγκες μου που τον υπόλοιπο καιρό τελούσαν υπό νάρκη///Ξυπνάει η άνοιξη τις αλλεργίες, τις έμμονες ιδέες, την όρεξη, κάνει τα πάντα να φαίνονται πως είναι υπ’ ατμόν///Σαν σήμερα κάποιος πήγε στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί///Προς τιμήν του απόψε θα ανακαλέσω από μέσα μου όση σεμνότητα διαθέτω για να συμπορευτώ συμβολικά με όλους εκείνους που ανά τους αιώνες έχουν ανάγκη να κρύβονται για να ανταμώσουν το βαθύτερο εαυτό τους και να ζητήσουν εξιλέωση///Καλή Ανάσταση σε όλους///Τα σέβη μου.

Ανοιξιάτικη μουρμούρα

Αυτές τις μέρες η άνοιξη παίζει κρυφτούλι πίσω από τους θάμνους και τα σύννεφα///Όταν την ξετρυπώνει, ο πράσινος παπαγάλος της γειτονιάς ξεσηκώνει τον τόπο με τις άναρθρες κραυγές του///Τότε καταλαβαίνω πως πρέπει να βγω στο μπαλκόνι για τσιγάρο, γρήγορα, πριν σταματήσει να φωνάζει «ζήτω!» και ξανακρυφτεί στην αιωρούμενη ξύλινη φωλιά του///Τα πρωινά η άνοιξη γκρινιάζει πάνω στους ύπερους των λουλουδιών που εκλιπαρούν για ένα χάδι///Αυτό το μουρμουρητό αναμονής με εξουθενώνει///Κι οι κλέφτες που πετάνε σαν ολόλευκα κουνούπια εδώ κι εκεί και γραπώνονται στη μπλούζα μου πολύ με εξοργίζουν///Τα ανοιξιάτικα μηνύματα στους τοίχους και στα μάτια των ανθρώπων άλλοτε μού έκαναν καλό///Τώρα χρειάζομαι καθαρές εποχές, δίχως πάγο ή νερό στο ποτήρι μου///Ανέκαθεν μου άρεσαν τα παλτά και τα αέρινα παντελόνια///Τα ζακετάκια, τα ζιπουνάκια, τα μπουφανάκια της εσπερινής βόλτας του Απρίλη με κάνουν και βαριέμαι αφόρητα///Κι όλη αυτή η νευρωτική άνθιση της πλάσης μου κάνει κάτι υπερβολικά Μπολλυγουντιανό, σχεδόν με κάνει και γελάω///Τα βαριέμαι γρήγορα όλα αυτά, μόνο το σκέτο πράγμα με καθηλώνει///Όχι το μεσοβέζικο, ούτε το χαριτωμένο ή το γλυκό///Όλες οι εποχές έχουν την ομορφιά τους, δεν διαφωνώ///Απλώς μερικές εποχές είναι λιγότερο έξυπνες, ενδιαφέρουσες και ωραίες από κάποιες άλλες///Οι συνειρμοί δικοί σας///Καλά που έρχονται οι Residents σε λίγο, κι έτσι μπορώ να ελπίζω πως κάτι καλό θα βγει από αυτή τη μουργέλα εποχή///Τα σέβη μου.

Ο ήχος των ονείρων

 

Τρεις το πρωί είναι μια δύσκολη ώρα. Ξυπνάνε οι ζωγραφιστές φιγούρες μέσα στα κάδρα και στήνουνε χορό πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων///Χτες άκουσα το ζευγάρι του πράσινου πίνακα να λοξοπερπατά στο γαλάζιο μωσαϊκό ψιθυρίζοντας ένα παλιό παιδικό τραγούδι///Από την κουζίνα το φλεγόμενο δέντρο έτριζε νευρικά. Κάτι ενοχλούσε την ηρεμία της φωτιάς που σιγόκαιγε ανάμεσα στα χρωματιστά του φυλλώματα/// Ο Σάμιουελ Μπέκετ άφησε τη θάλασσα των ματιών του να ξεχυθεί μέσα από το τζάμι, πλημμυρίζοντας το διάδρομο με τα αφρισμένα κύματα της νερομπογιάς του βραδινού του βλέμματος///Στο λιμάνι της Ύδρας τα ακρυλικά φωτάκια της παραλίας έλαμπαν ζωηρά κάτω από τα ελαφρά πειράγματα μιας ξενόφερτης πυγολαμπίδας///Στο σπίτι αντηχούσαν τα τριξίματα και το σύρσιμο της λαδομπογιάς και της τέμπερας σαν φιδάκια που προσπαθούσαν να εντοπίσουν τη φωλιά τους///Τα αραγμένα καράβια στο λιμάνι του Πειραιά κούναγαν περήφανα τις άγκυρές τους σαν να προσπαθούσαν να σκίσουν τον καμβά και να αρχίσουν να πλέουν μέσα στο δωμάτιο///Είναι παράξενη και συνάμα ωραία η μελωδία που αναδύεται από τις ζωγραφιές///Ήχοι και θόρυβοι ανακατεύονται άναρχα μεταξύ τους μέσα στη νυχτερινή παλέτα σχηματίζοντας τη μουσική υπόκρουση των χαραμάτων/// Η νύχτα ήταν γεμάτη ήχους από το πουθενά///Πιο πολύ από άλλες φορές///Αναπνοές, κελαϊδίσματα πουλιών, θροΐσματα και αεροπορικές πτήσεις///Αντίλαλοι ζωής και ήχοι σκέψεων αντηχούσαν πριν το λυκόφως στα κλεφτά///Το πρωί σηκώθηκα λιγάκι κουρασμένη///Όλη αυτή η νυχτερινή παράσταση της αόρατης χορωδίας του ερέβους με είχε εξαντλήσει πραγματικά///Παλιότερα θυμόμουν τα όνειρά μου και κάποιες φορές τα έκανα μικρές ιστορίες///Τον τελευταίο καιρό η ακοή μου έχει σηκώσει παντιέρα και κάνει κουμάντο στις εικόνες μου/// Στο απώτερο μέλλον ο άνθρωπος θα βρει σίγουρα έναν τρόπο να καθοδηγεί τα νυχτοπερπατήματα των ενυπνίων του///Μέχρι τότε μακάριοι οι καθεύδοντες ειρηνικά///Τα σέβη μου.

(Η φωτογραφία είναι του Μιχάλη Μοσχολιού)

Don’t shoot the Eater

 

 

Έβλεπα όλα εκείνα τα γλυκά και με έπιανε ζαλάδα. Σιροπιαστά, τυλιχτά, γεμιστά, καραμελωμένα. Οι μυρωδιές του ζαχαροπλαστείου έκαναν τη γειτονιά να μυρίζει Παράδεισο. Οι πελάτες που έβγαιναν με το κουτί στο χέρι είχαν στο πρόσωπο ένα χαμόγελο ευδαιμονίας. Σαν να μην τους ένοιαζε τίποτα πια. Από τον ορίζοντα ακουγόταν μια θεσπέσια μουσική, φτιαγμένη θαρρείς για κείνη τη μελωμένη βιτρίνα.

Εκείνο το βράδυ ήμουν μόνος στο διαμέρισμά μου, νηστικός και κουρασμένος. Άνοιξα το ψυγείο και παρατήρησα με πίκρα το απόλυτο κενό. Το φωτάκι της πόρτας αναβόσβηνε σαν ελαττωματικό σήμα κινδύνου. Στο πάνω ράφι είχε μια Χάινεκεν και στην παγολεκάνη κάτι μουχλιασμένα καρότα. Το στομάχι μου γουργούριζε και οι σιελογόνοι μου έκαναν επανάσταση. Αν δεν έτρωγα κάτι ήταν σίγουρο πως θα πέθαινα.

Επέστρεψα στο σαλόνι και κοίταξα το ηλιοβασίλεμα. Στο μπαλκόνι μου κάθονταν δυο βρώμικα περιστέρια που χαριεντίζονταν νευρωτικά. Ο ουρανός είχε σύννεφα, ένιωθα ήδη τη μυρωδιά της βροχής να πλησιάζει. Πάνω στο τραπεζάκι το αντικείμενο του πόθου μου με κοιτούσε σιωπηλό. Άρπαξα τη βιντεοκασσέτα, τράβηξα τη μαύρη ταινία κι άρχισα να την μασάω ηδονικά. Την έχωσα στο στόμα μου και ως δια μαγείας η γεύση μου επανήλθε θριαμβευτικά. Η σκηνή με όλα εκείνα τα εξαίσια γλυκά από το τούρκικο ζαχαροπλαστείο ήταν η πιο ηδονική στιγμή της ημέρας. Το υπόλοιπο έργο το έφτυσα χωρίς καμία τύψη στο πάτωμα.

Το απόσπασμα της Τζίνας

……………………………………………………………………………………………………………………………

Μια φορά πήραμε το αστικό και κατεβήκαμε κάπου στο Λέχαιο, το πρώτο χωριό μετά την Κόρινθο. Κάνανε τη βόλτα μας στην παραλία, φάγαμε σουβλάκια κι έπειτα περάσαμε κι από ένα κωλόμπαρο με γυναίκες. Απέξω είχε μια φωτεινή επιγραφή που έλεγε «Νάιτ κλαμπ Φοντάνα». Ακριβώς από πάνω, μέσα σε ένα τεράστιο φωσφοριζέ ποτήρι καθόταν μια μπλε γκόμενα με τεντωμένο πόδι. Το μαγαζί ήταν της τρομάρας βέβαια, αλλά δεν είχαμε και πολλά περιθώρια επιλογής κι έτσι μπήκαμε.

Εκεί γνωρίσαμε τη Τζίνα. Αν είναι αυτό το πραγματικό της όνομα, βέβαια, που δεν έχει και πολλή σημασία. Με το που μας έκοψε για νεοσύλλεκτους μας πλεύρισε στο μπαρ και άρχισε τα τσαλίμια. Κουβέντα στην κουβέντα έκατσε τελικά στην παρέα μας κι έμεινε μαζί μας ως το πρωί. Εκείνη τη νύχτα γίναμε λιάρδα από τις μπόμπες, αυτό όμως είναι λεπτομέρεια.

Η Τζίνα ήταν παράξενη. Γεωργιανή και ελαφρώς στραπατσαρισμένη. Σίγουρα είχε καβατζάρει τα σαράντα, παρόλο που αργότερα μας είπε πως είχε γεννηθεί το ‘78. Ήταν υπερβολικά ξανθιά, ντυμένη σαν λαϊκή τραγουδίστρια με ένα πράσινο γυαλιστερό φουστάνι, διχτυωτό καλσόν και τακούνια. Τα νύχια της έμοιαζαν με νύχια αετού. Ήταν γαμψά και κατακόκκινα. Στις άκρες το βερνίκι είχε αρχίσει να ξεφτίζει κι έμοιαζε με σοβά σε ετοιμόρροπο τοίχο. Θυμάμαι κάπνιζε κάτι Ντάβιντοφ, το ένα μετά το άλλο.

Το πρόσωπό της ήταν τόσο βαμμένο που συνεχώς νόμιζα πως κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Τα βλέφαρά της ήταν βαριά και την έκαναν να μοιάζει με πλαστική κούκλα. Σχεδόν την άκουγα κάθε φορά που ανοιγόκλεινε τα μάτια της. Στα μάγουλα είχε απλώσει άτσαλα κάτι σαν κοκκινάδι και το κραγιόν στα χείλια της πρέπει να ήταν αγορασμένο από λαϊκή αγορά.

Είχε όμως απαλή φωνή, σχεδόν γλυκιά. Μιλούσε αργά και χαμηλόφωνα, παρόλο το νταβαντούρι. Με το Σταμάτη δεν είπανε πολλά γιατί ήταν αφηρημένος. Εμένα όμως, όταν με κοίταζε έμοιαζε να με βλέπει πραγματικά. Το βλέμμα της με έψαχνε, ένιωθα πως προσπαθούσε να μπει μέσα μου και να με αγγίξει στ’ αλήθεια. Ο τρόπος που μιλούσε, έτσι όπως τόνιζε τις λέξεις με τη βαριά προφορά της, είχε κάτι εξαιρετικά τρυφερό. Παρόλο που και εγώ και ο Σταμάτης ξέραμε τι ήθελε από μας και της το δώσαμε, η αίσθηση που είχαμε φεύγοντας ήταν λιγότερο πρόχειρη και αστεία απ’ ό, τι φαινόταν αρχικά.

«Με το που τελείωσα τις σπουδές μου στιν Τιφλίδα έφυγα για την Ελλάδα. Έχω σπουδάσει φιλόλογος, τι νόμιζες; Αυτό το μέρος το βρίζω αλλά κατά βάθος το αγαπώ πραγματικά», είπε με το που της παραγγείλαμε το δεύτερο ουίσκι. «Τα αρμυρίκια, τα μισοερειπωμένα σπίτια, οι αυλές, ο Αύγουστος στα βότσαλα, ανέκαθεν μου άρεσαν πολύ. Ήρθα εδώ πριν έξι χρόνια μαζί με τον άντρα μου, που θα δούλευε συνεργείο. Καλή δουλειά. Στη διαδρομή τα χαλάσαμε κι έτσι ξέμεινα εδώ να τα βγάζω πέρα ολομόναχη. Δεν παραπονιέμαι όμως, καλούτσικα είναι. Περνάνε πού και πού τίποτα ξένοι σαν εσάς και λέω και καμιά κουβέντα».

Το λάμδα το πρόφερε βαριά, μερακλίδικα. Σα να ήθελε να το αφήνει να πλημμυρίζει το στόμα της κάθε φορά που το έλεγε.

«Ωραία το λες το λάμδα. Το κάνεις κι ακούγεται σαν καινούριο γράμμα», της είπα και της πρόσφερα φωτιά. Τα μάτια της έλαμψαν καθώς έσκυψε να ανάψει το τσιγάρο. Λίγο σάλιο στην άκρη των χειλιών της λαμπύρισε στιγμιαία προκαλώντας μου μια απρόσμενη αναστάτωση. Έκανα πίσω χωρίς να πω τίποτα.

Γέλασε και συνέχισε να μιλάει περί ανέμων και υδάτων, καρφώνοντάς με στα ίσα με εκείνο το βελούδινο βλέμμα της. Ένιωθα κάπως παράξενα κοντά της, μα προσπάθησα να μην το αφήσω να φανεί. Θα ήταν τόσο εξόφθαλμο και συνηθισμένο που σίγουρα αν έκανα την παραμικρή κίνηση θα έχανε την όποια ιδέα είχα καταφέρει να της δημιουργήσω για μένα με την μέχρι τότε αποστασιοποιημένη στάση μου. Για έναν περίεργο λόγο δεν ήθελα να αντιδράσω όπως όλοι οι πελάτες της. Ήθελα η Τζίνα να με θυμάται διαφορετικά.

Την κεράσαμε δυο ποτά ακόμα και καπνίσαμε από τα τσιγάρα της. Το ουίσκι εκεί μέσα δεν πινόταν, αλλά κάναμε πως το πίναμε για λόγους αρχής. Κάθε τόσο ανταλλάσσαμε συνωμοτικά σπρωξίματα και σκουντιές με το Σταμάτη, που κόζαρε διαρκώς την πίστα με τα κορίτσια που έκαναν στριπτίζ. Με τη Τζίνα πρέπει να ασχολήθηκε ελάχιστα.

Σε κάποια φάση παρατήρησα πως η ώρα κόντευε τρεις. Κοίταξα γύρω μου και επεξεργάστηκα το χώρο. Οι θαμώνες τρέκλιζαν εδώ κι εκεί μισομεθυσμένοι και το αφεντικό, ένας εξηντάρης μάγκας με μουστάκι και χοντροκοιλιά έκοβε βόλτες στο σκοτάδι τσεκάροντας την κατανάλωση και τις υπαλλήλους. Στην πίστα ένας τύπος με καβουράκι στο κεφάλι τα έκανε λαμπόγυαλο αγκαλιά με μια τροφαντή κοκκινομάλλα. Πρέπει να ήμασταν οι μόνοι φαντάροι εκεί μέσα, γιατί όλοι οι υπόλοιποι πελάτες ήταν μεγαλύτεροι, φοράγανε κοστούμια και χρυσές αλυσίδες στο χέρι.

Λίγο πριν κλείσει το μαγαζί χαιρετίσαμε τη Τζίνα, ανανεώσαμε το ραντεβού για μια επόμενη φορά και φωνάξαμε ταξί. Εκείνο το βράδυ δεν πηδήξαμε, παρόλα αυτά γυρνώντας στο θάλαμο είχα την αίσθηση πως η νύχτα δεν είχε πάει χαμένη.

……………………………………………………………………………………………………………………………

Η σφήκα

Το πρωί ήμουν παράξενα. Με το που βγήκα έξω ο ήλιος μου άστραψε ένα ξαφνικό χαστούκι και μετά κρύφτηκε για να μην αρχίσω τα αντίποινα. Η ώρα κόντευε εννιά όταν άρχισα να περπατάω στους χωματόδρομους σέρνοντας μαζί το σακίδιο και τα πόδια μου. Κοίταζα τα σύννεφα και προσπαθούσα να μαντέψω σχηματισμούς. Το πιο εντυπωσιακό ήταν ένα παχουλό ελεφαντάκι με ορθωμένη προβοσκίδα που πέταγε δυτικά.

Η άνοιξη είναι η χειρότερη εποχή για μένα. Γεμίζω αλλεργίες. Το δέρμα μου ανάβει από τον πρώιμο ήλιο και η φαγούρα δεν περνάει με τίποτα. Κι έπειτα, όλη αυτή την άνθιση, αυτόν τον οργασμό της φύσης τον σιχαίνομαι λιγάκι. Προτιμώ τις πιο ήσυχες εποχές. Χωρίς νταούλια και φιοριτούρες. Τις πιο σεμνές. Μου ταιριάζουν καλύτερα.

Λίγο πριν φτάσω στον προορισμό μου κοντοστάθηκα μπροστά από ένα φράχτη. Παρατήρησα το γιασεμί και τις βιολέτες  του σπιτιού και εισέπνευσα βαθιά τις μυρωδιές τους. Μια σφήκα που πηγαινοερχόταν στο παραδιπλανό αγιόκλημα κάθισε πάνω στο χέρι μου και μου έχωσε το κεντρί της στην παλάμη. Πριν προλάβω να αντιδράσω την είδα να πέφτει κάτω νεκρή. Ρούφηξα το πονεμένο χέρι και έφτυσα στην άσφαλτο. Λίγο πριν πατήσω το ήδη πεθαμένο έντομο με την αρβύλα μου του είπα:

«Όλους μας μίσησες κι όλοι σε μισήσαμε. Πάνω απ’ όλα όμως μίσησες τον εαυτό σου».

Νομίζω πως ήταν ένας καλός επικήδειος.

Ύστερα έφυγα βιαστικός και μπήκα στο πρώτο Φαρμακείο που είδα μπροστά μου για τις πρώτες βοήθειες. Το βράδυ επέστρεψα μπροστά στο φράχτη κι αναζήτησα το κουφάρι της σφήκας. Όσο κι αν έψαξα δεν κατάφερα να το εντοπίσω. Μπορεί να το είχαν ήδη μαζέψει τα μυρμήγκια ή κάνας οδοκαθαριστής. Μπορεί και να είχε διαλυθεί κάτω από τα βήματα των διερχομένων. Πάντως η σφήκα μου έλειπε.

Κοινωνική συνείδηση

Φρέναρε μαλακά στο πορτοκαλί. Στο κόκκινο ήταν κάτω από το φανάρι. Έβγαλε το χέρι έξω από το παράθυρο και συνέχισε να καπνίζει το Μάρλμπορο χαζεύοντας στα πέριξ. Το γνωστό πακιστανάκι πλησίασε κι άρχισε να του σαπουνίζει το παρμπρίζ. Χωρίς να ρωτήσει. Ξιπόλητο. Ως συνήθως. Για λίγο η σκούπα πηγαινοερχόταν σαν παιχνίδι πάνω στο τζάμι. Άσπρος, διάφανος, άσπρος, διάφανος ο κόσμος μπροστά του. Το κορίτσι στράγγιξε τα νερά και του χαμογέλασε με κάτι δόντια σαν φεγγάρια. Εκείνος ψάχτηκε για κάνα ψιλό, πέτυχε ένα πενηντάλεπτο στο βάθος της τσέπης. Το παρέδωσε στην ανήλικη εργάτρια και έβαλε πρώτη ξεκινώντας με το πρώτο πράσινο.

Λίγο πιο κάτω, το ίδιο σκηνικό. Φρένο στο πορτοκαλί, νεκρό στο κόκκινο. Το πάρκο πιο κει βούιζε από παιδιά που έτρεχαν κι έπαιζαν αμέριμνα. Η παιδική χαρά έμοιαζε με νηπιαγωγείο. Μια μαμά κρατούσε ένα πράσινο τάπερ και τάιζε σταφύλι ένα μελαχρινό αγόρι. Μια άλλη έτρεχε πίσω από ένα ξανθό κοριτσάκι κουβαλώντας στο χέρι ένα ροζ μπουφάν. Από το ανοιχτό παράθυρο άκουσε τη φωνή του πωλητή που του πρότεινε χαρτομάντιλα.

 «Ένα ευρώ το πακέτο, τζάμπα πράμα, πάρε ένα».

Ψάχτηκε στα γρήγορα, στην ίδια τσέπη ψάρεψε ένα δίευρο. Το παρέδωσε στον έμπορο και παρέλαβε τα χαρτομάντιλα μουρμουρίζοντας «ευχαριστώ». Το φανάρι άναψε.

«Κράτα τα ρέστα, άναψε πράσινο», φώναξε βάζοντας πρώτη.

Στο σπίτι πια, έβγαλε τα παπούτσια και πέταξε τη γραβάτα στον καναπέ. Στην καφετιέρα είχε μείνει καφές από το πρωί. Τον έβαλε κρύο σε μια κούπα και κάθισε κοντά στο παράθυρο. Άρχισε να ανοίγει τους φακέλους που είχε αφήσει στο κατώφλι ο ταχυδρόμος το πρωί. Λογαριασμός κινητού είκοσι ευρώ. Σταθερό ογδόντα πέντε. ΔΕΗ εκατόν τριάντα.

«Πόσα; Το ρημάδι το θερμοσίφωνο πάλι το ξεχάσαμε ανοιχτό;», φώναξε και της έγνεψε να έρθει κοντά του.

Απόδειξη από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα για τη μηνιαία συνεισφορά του. Εθνοκάρτα Φεβρουαρίου. Διαφημιστικό φυλλάδιο για σούπερ προσφορές του γειτονικού Βασιλόπουλου. Φάκελος από την Ένωση Τυφλών Καλλιτεχνών που αγοράζει τις ευχετήριες κάρτες του κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα.

«Έχεις κι ένα γράμμα από το Ινδάκι της Action Aid που υιοθέτησες εκεί στα σύνορα με το Πακιστάν, πώς το λένε το χωριό, είπαμε;», τον ρώτησε πλησιάζοντας κοντά του.

Πήρε το φάκελο από τα χέρια της και έσκισε προσεκτικά την άκρη. Τράβηξε τη ροζ σελίδα. Πάνω πάνω, το Ινδάκι είχε ζωγραφίσει τέσσερις κόκκινες πιπεριές. Στο κάτω μέρος υπέγραφε με το όνομά του. Ταριτγιότι. Τα τελευταία νέα του ήταν ότι πήγαινε σχολείο και είχε αρχίσει να μαθαίνει αγγλικά. Φωτογραφία δεν είχε, με την επόμενη αποστολή θα του έστελναν μία έγχρωμη. Δίπλωσε τη σελίδα και την ξανάβαλε στο φάκελο.

«Θέλεις να πάμε για κάνα ποτό ή προτιμάς να μείνουμε μέσα;», τον ρώτησε μόλις τον είδε πως τελείωσε να κοιτάζει την αλληλογραφία.

«Είμαι κουρασμένος. Ας μείνουμε μέσα. Να ανοίξω κρασί; Έφερα ένα ωραίο», πρότεινε πλησιάζοντας ήδη το ψυγείο.

Σε λίγο έφερε ένα δίσκο με αυτοσχέδια μεζεδάκια που ετοίμασε για συνοδευτικά. Τον ακούμπησε στο τραπέζι κι έβαλε κρασί σε δυο ποτήρια.

«Το βιβλίο μου κυκλοφορεί στα τέλη του μηνός. Σκέψου! Έχω γράψει ένα βιβλίο όπου κράζω τους μπάτσους! Ποιος, εγώ! Τη σήμερον ημέρα! Κι όμως το δέχτηκαν. Καλό;», τη ρώτησε χαμογελώντας.

«Βαριέμαι να συζητάω μαζί σου», του απάντησε δυσαρεστημένη. «Όλο τα ίδια και τα ίδια λες. Όλο για σένα μιλάς! Δεν έχεις κοινωνική συνείδηση. Δεν σε ενδιαφέρουν τα κοινά!  Αναρωτιέμαι αν έχεις και οικογενειακή».

Τσίμπησε ένα από τα χειροποίητα μεζεδάκια του και ρούφηξε μια γουλιά από το κρασί που της είχε προσφέρει. Κοίταξε το σωρό με τα γράμματά του στη διπλανή καρέκλα και απέστρεψε το βλέμμα της. Κάτω από τo μπαλκόνι τους η Αθήνα έσφυζε από ζωή. Είχε σουρουπώσει για τα καλά και στον ουρανό ένα σμήνος πουλιά πέταγε βορείως.

Συγκλονιστικά ευρήματα

  Διάβασα ένα ποίημα και ένιωσα τρομερή συγκίνηση. Έμοιαζε με τη συγκίνηση που αισθάνεται κανείς μπροστά σε έναν πίνακα του Ντελβώ.

Lovers

 

Χτύπησα το κουδούνι και περίμενα. Μετά από λίγο ένα μακρόσυρτο βουητό ακούστηκε από την πόρτα. Έσπρωξα το τζάμι και προχώρησα στην είσοδο. Η παγωμένη θερμοκρασία της μπετούγιας παρέμεινε στο χέρι μου σαν παλαμικό αποτύπωμα. Κοιτάχτηκα στον παραμορφωτικό καθρέφτη. Έστρωσα λίγο τα μαλλιά και προχώρησα στο ασανσέρ. Ήμουν ολομόναχη. Πάτησα το τρία και περίμενα. Καθώς ανέβαινε το μεταλλικό κουβούκλιο έγδερνα με το νύχι μου τους ορόφους που κατέβαιναν. Αυτός ο ήχος με ηρεμεί. Έφτασα στον όροφό του και βγήκα από το ασανσέρ. Στο διάδρομο διέκρινα φως. Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν ανοιχτή. Μπήκα χωρίς να χτυπήσω και την έκλεισα σιγανά πίσω μου. Εμφανίστηκε από την κουζίνα κρατώντας δυο ποτήρια κόκκινο κρασί. Τσουγκρίσαμε αμίλητοι και δοκιμάσαμε. Από μέσα ακουγόταν ένα τραγούδι των Burial που με αναστατώνει κάθε φορά. Μου ζήτησε να βγάλω το παλτό μου και να καθίσω κάπου. Μπήκα στο σαλόνι και άρχισα να περιεργάζομαι τη βιβλιοθήκη του. Ακόμα κι όταν έψαχνα να αγοράσω διαμέρισμα το πρώτο πράγμα που κοίταγα, πριν καν ελέγξω τα υδραυλικά, ήταν η βιβλιοθήκη του εκάστοτε ιδιοκτήτη. Παρόλο που δεν θα το αγόραζα επιπλωμένο, με ενδιέφερε να ξέρω τι βιβλία διάβαζε ο προηγούμενος. Μετά από λίγο κάθισα στον καναπέ και άναψα ένα τσιγάρο. Με πλησίασε και χωρίς να μου μιλήσει άρχισε να με φιλάει. Δεν αντέδρασα. Το κρασί με είχε ζαλίσει κάπως. Καθώς με χάιδευε και με φιλούσε δυνατά σκεφτόμουν πως το καλοκαίρι τα νησιά είναι η καλύτερη διέξοδος για Σαββατοκύριακα ή αργίες. Προσπάθησα να θυμηθώ πού ήταν εκείνο το ξενοδοχείο με τα πολύχρωμα δωμάτια που μου περιέγραφε κάποτε μια φίλη αλλά δεν τα κατάφερα. Όταν άρχισε να ανασηκώνει τα ρούχα μου και να μου χαϊδεύει το κορμί ένιωσα μια έντονη επιθυμία να δραπετεύσω. Σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω σαν παλαβή στο διάδρομο. Έτρεξε πίσω μου και με ρώτησε τι συνέβαινε. Χώθηκα στο ασανσέρ και πάτησα το μηδέν. Χωρίς να του απαντήσω. Όταν βγήκα στο δρόμο κοίταξα ψηλά. Τον είδα που με παρακολουθούσε από το μπαλκόνι. Γύρισα το κεφάλι κι άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έβρεχε και ήταν ωραία. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πότε θα τον ξανάβλεπα.

(Νίκο, ευχαριστώ για το τραγούδι)

Signal Failure

Ένα βράδυ είδα από μακριά τον Αλμπέρ Καμύ να περπατά στην έρημο με ένα νεροπίστολο στο χέρι. Νομίζω πως δεν έψαχνε έναν Άραβα, απλώς διψούσε. Κάθε λίγο και λιγάκι σταματούσε κάθιδρος, άνοιγε το στόμα και πυροβολούσε τη γλώσσα του με χλιαρό νερό///Μετά άκουσα δυο νομάδες που συζητούσαν μεταξύ τους. Ο ένας έλεγε πως οι σκέψεις γάζωναν το νου του σαν μικρές ραπτομηχανές. Ο άλλος του απάντησε πως ναι, πράγματι, κι εκείνος έβλεπε τα ίχνη από τις κλωστές αποτυπωμένα στο αριστερό του μάγουλο///Πάνω από τις αθηναϊκές πολυκατοικίες, τον τελευταίο καιρό, πετάνε κορίτσια με αέρινα φουστάνια και όμορφα χαμόγελα. Κρατούν στο χέρι τους ροζ ομπρελίνα, και μοιάζουν με ψεύτικα καθώς τα παρασύρει ο αέρας προς το Γκάζι, βιαστικά///Σε κάτι σκαλιά μιας πολυκατοικίας στην οδό Στουρνάρη, που θυμάμαι πως μύριζε χαρακτηριστικά όπως όλες οι αθηναϊκές πολυκατοικίες του κέντρου, μια νύχτα παρελθοντική βρήκε τον τρόπο να με πείσει πως τα σταυροδρόμια δεν διασταυρώνονται τυχαία. Έκτοτε πολλοί άνθρωποι μου ανέφεραν πως τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή. Σήμερα νομίζω πως τείνω να το πιστέψω, αλλά όχι εντελώς///Εκείνη τη νύχτα φορούσα ένα οινοπνευματί δανεικό πουκάμισο. Ο Γ. είχε επιμείνει πως μου πήγαινε πολύ. Θυμάμαι πως το πουκάμισο εκείνο μύριζε Γ. πολύ έντονα, ειδικά στο σκοτάδι εκείνης της Αθήνας///Όταν οι άγγελοι φτάνουν στο αμήν εξαπολύουν μυρωδιές στον κόσμο και τον ζαλίζουν προσωρινά///Για το καλό του///Χτες τη νύχτα ονειρεύτηκα κάτι μεγάλα χάρτινα καράβια με αληθινούς επιβάτες που πάλευαν με τα κύματα γύρω από ένα ετοιμόρροπο νησί. Μου άρεσε που είχα αποκλειστεί στο νησί εκείνο γιατί, αν και ετοιμόρροπο, ήταν πολύ μικρό και όμορφο, και μέχρι να κοπάσει η τρικυμία δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής///Πάντα μου άρεσε να ζω σε νησιά. Η θάλασσα που μας χώριζε από τον υπόλοιπο κόσμο ήταν για μένα το αμνιακό υγρό μου///Επίσης ανέκαθεν μου άρεσε να μετράω το χρόνο με χειμώνες. Όταν περίμενα κάτι καλό, ή όταν ήθελα απλώς να καθησυχάσω τον εαυτό μου, πάντα έλεγα πως αφού υπάρχει μπροστά μας ένας χειμώνας η ζωή θα συνεχιζόταν για λίγο ακόμα όπως ήθελα///Έκτοτε μετράω τους καταναγκασμούς μου στα πλακόστρωτα των δρόμων, σε διάκενα κειμένων, σε φανταστικές μετρήσεις αποστάσεων μεταξύ δύο λωρίδων της ασφάλτου. Ο κόσμος γύρω μου ευνοεί τα παραληρήματα όσων έχουν ανάγκη να πατάνε μόνο στα λευκά για να ξορκίσουν τη γρουσουζιά των ενδεχομένων///Εντωμεταξύ, η σχετικότητα των πραγμάτων με χαστουκίζει κάθε πρωί υπενθυμητικά. Κάποτε όμως θα αποκτήσω μια εντελώς δική μου μνήμη και δεν θα χρειάζομαι εικονικά βοηθήματα///Μέχρι τότε θα συνεχίσω να αναζητώ νοήματα και μυστικά μηνύματα στις αδιόρατες κινήσεις των περαστικών ή στις συμπτώσεις της ημέρας///Αυτό το κείμενο δεν έχει καμία συνάφεια και απορώ ποια αδιευκρίνιστη ανάγκη με έκανε να κάτσω και να το γράψω λίγο πριν///Πρέπει άραγε να υπάρχει πάντα κάποιος λόγος για τις πράξεις των ανθρώπων;///Κι αν ο κανόνας είναι αυτός, μήπως ξεφεύγουν τουλάχιστον οι σκέψεις πού και πού;///Αυτά λοιπόν, και τώρα βγαίνω στο κρύο, να ανάψω ένα τσιγάρο και να ξύσω το δάχτυλό μου που μούδιασε///Τα σέβη μου.

Αρέσει σε %d bloggers: