Daily Archives: 8 Μαρτίου, 2010

Hellas for ever

Εγώ ποτέ δεν θέλησα να ξεσπιτωθώ. Σηκωτή με πήραν, δεκαεννιά χρονώ κοπέλα. Ούτε μία μέρα δε στέγνωσε το μάτι μου. Σαράντα τόσα χρόνια πλάνταζα να γυρίσουμε στην πατρίδα. Μαράζωνα στα ξένα, μέρα με τη μέρα σούρωνε το μέσα μου από τον πόνο της ξενιτιάς. Το κορμί μου κράταγε μέσα την ψυχή μου να μη χυθεί στο δρόμο σαν το αίμα απ’ το σφαχτάρι. Τέτοια πληγή. Ξεράθηκα στο ξένο μέρος. Τα μαλλιά μου ασπρίσανε, το κορμί μου κύρτωσε μέρα νύχτα πάνω από τους μουλινέδες. Μια τραπεζομάντιλα, μια κουρτίνες, μια σεμέδες, όλα στο χέρι τα κένταγα για τις αφέντρες.

Είχανε λεφτά, καλοπληρώνανε, δε λέω. Δεν έχασα ούτε πεντάρα. Αλλά κι εμένανε τα έργα μου άλφα άλφα εξαρχής. Λουλούδια κένταγα, και σύννεφα και ήλιους. Κομψοτεχνήματα. Μόνο κεντητές τις βλέπανε τότε τις λιακάδες αυτές, άντε και καμιά ζωγραφιστή πάνω στα στρατσόχαρτα που μουτζουρώνανε τα πιτσιρίκια στην ταβέρνα. Γιατί κανονικό ήλιο εκείθε δεν έβγανε ποτέ. Όλο μαυρίλα, συννεφιά και ψύχος. Σαπίσανε τα κόκαλά μας από την υγρασία, μέχρι και τα τέκνα μας τους χειμώνες πονάγανε παντού. Του βενιαμίν το χτένι, εκεί κάτου στο πόδι κοντά στα δάχτυλα πριν την πατημασιά, έχει αποκτήσει κουσούρι μόνιμο. Κάθε που αλλάζει ο καιρός τον πιάνει σφάχτης και γκρινιάζει.

Τώρα που πήραμε τη σύνταξη -ξένο ταμείο, με μπαγαμποντιά από τον άντρα της ανιψιάς μου που είναι Γερμανός μα έντιμος, καλή του ώρα- λέμε να κατέβουμε στα πάτρια. Έστω κι αργά, κάτι είναι και τούτο. Να πατήσουμε το ποδάρι στο σπίτι μας, να βάλουμε κεφάλι σε άσπρο μαξιλάρι, που όλα εδώθε γκρίζα κι άραχνα τα έτρωγε η μούχλα από τη συννεφιά.

Βέβαια, για πολλά πολλά περιθώρια δεν υπάρχουν, στο χωριό μαθαίνουμε όμως πως τα πράματα πάνε καλά. Υπάρχει ησυχία. Το σπίτι το αέριζε πού και πού μια δευτερανιψιά μου, το φρόντιζε να μην ερημώσει. Και τις γλάστρες λέει μου τις πότιζε, και καμιά καθαριότητα όποτε πρόκαμε την έριχνε εκεί μέσα. Με ενημέρωνε τακτικά επ’ αυτού μέσω Ταχυδρομείου. Θα κουτσοζήσουμε. Με τη σύνταξη από τη Γερμανία για τα τρέχοντα, με ό, τι ευδοκιμήσει στο μποστάνι, με τις πέντ’ έξι ρίζες για το λάδι μας, όλα καλά θα πάνε. Τα προς το ζην να υπάρχουνε, εμείς μάθαμε να ζούμε με τα λιγοστά και πολυτέλειες δε θέμε.

Μόνο να, τώρα που ήγγικεν ο καιρός, με πιάνει κάποιος φόβος. Σα να μην ξέρω πού πατώ, κάτι σαν αγωνία. Φταίει η τηλεόραση, που δείχνει όλο ταραχές και μάχες. Δεν ξέρω τι να πω.

Βέβαια εμείς ηλικιωμένοι άνθρωποι είμαστε, τι κακό να φοβηθούμε; Εμάς θα χτυπήσουνε οι αστυνομικοί; Και για ποιο λόγο; Εδώ μια ζωή λέγανε πως στην πατρίδα τα πράματα είναι καλά. Τώρα έχουν υπουργεία για την προστασία του πολίτη, όργανα της τάξης να μας φυλάνε από τους παράνομους, ένστολους λεβέντες να μας γλιτώνουνε από τους λωποδύτες. Παλικάρια ορκισμένα, στην υπηρεσία της πατρίδος και των συνανθρώπων τους, δυο μέτρα μπόι, και ψυχούλα ελληνική.

Και περίθαλψη, γιατρούς και φάρμακα για τους ηλικιωμένους. Τα ταμεία, λένε, καθυστερούν λιγάκι στις ουρές μα κατά τα’ άλλα όλα τα παρέχουν. Και οι συντάξεις στην ώρα τους έρχονται μέσω τραπέζης, και μέριμνα κοινωνική υπάρχει, κι απ’ όλα τα καλά. Όλα κανονισμένα!

Τι έχω τότε κι αρρωσταίνω, η παλαβή; Γεροντοάνοια μ’ έχει πιάσει; Αφού όλα καλά λένε πως είναι. Μια ζωή έλιωνα σαν το κεράκι να επιστρέψω στα πατρογονικά. Παρακάλαγα το Θεό να μ’ αξιώσει. Τώρα που γέρασα -και τι έχω να χάσω στην τελική;- τώρα με πιάσανε ανασφάλειες και φοβάμαι μήπως η Ελλάδα με λυπήσει; Όχι πείτε μου, είναι αυτές σκέψεις λογικού ανθρώπου; Είναι πρέπον να δειλιάζω για το τίποτα; Να μου χαρίζουν τέτοιο δώρο πολύτιμο κι εγώ να μην απλώνω μονομιάς τα χέρια να το αρπάξω, η τρελή;…

(H φωτογραφία είναι από την Ελευθεροτυπία)

Αρέσει σε %d bloggers: