Το απόσπασμα της Τζίνας

……………………………………………………………………………………………………………………………

Μια φορά πήραμε το αστικό και κατεβήκαμε κάπου στο Λέχαιο, το πρώτο χωριό μετά την Κόρινθο. Κάνανε τη βόλτα μας στην παραλία, φάγαμε σουβλάκια κι έπειτα περάσαμε κι από ένα κωλόμπαρο με γυναίκες. Απέξω είχε μια φωτεινή επιγραφή που έλεγε «Νάιτ κλαμπ Φοντάνα». Ακριβώς από πάνω, μέσα σε ένα τεράστιο φωσφοριζέ ποτήρι καθόταν μια μπλε γκόμενα με τεντωμένο πόδι. Το μαγαζί ήταν της τρομάρας βέβαια, αλλά δεν είχαμε και πολλά περιθώρια επιλογής κι έτσι μπήκαμε.

Εκεί γνωρίσαμε τη Τζίνα. Αν είναι αυτό το πραγματικό της όνομα, βέβαια, που δεν έχει και πολλή σημασία. Με το που μας έκοψε για νεοσύλλεκτους μας πλεύρισε στο μπαρ και άρχισε τα τσαλίμια. Κουβέντα στην κουβέντα έκατσε τελικά στην παρέα μας κι έμεινε μαζί μας ως το πρωί. Εκείνη τη νύχτα γίναμε λιάρδα από τις μπόμπες, αυτό όμως είναι λεπτομέρεια.

Η Τζίνα ήταν παράξενη. Γεωργιανή και ελαφρώς στραπατσαρισμένη. Σίγουρα είχε καβατζάρει τα σαράντα, παρόλο που αργότερα μας είπε πως είχε γεννηθεί το ‘78. Ήταν υπερβολικά ξανθιά, ντυμένη σαν λαϊκή τραγουδίστρια με ένα πράσινο γυαλιστερό φουστάνι, διχτυωτό καλσόν και τακούνια. Τα νύχια της έμοιαζαν με νύχια αετού. Ήταν γαμψά και κατακόκκινα. Στις άκρες το βερνίκι είχε αρχίσει να ξεφτίζει κι έμοιαζε με σοβά σε ετοιμόρροπο τοίχο. Θυμάμαι κάπνιζε κάτι Ντάβιντοφ, το ένα μετά το άλλο.

Το πρόσωπό της ήταν τόσο βαμμένο που συνεχώς νόμιζα πως κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Τα βλέφαρά της ήταν βαριά και την έκαναν να μοιάζει με πλαστική κούκλα. Σχεδόν την άκουγα κάθε φορά που ανοιγόκλεινε τα μάτια της. Στα μάγουλα είχε απλώσει άτσαλα κάτι σαν κοκκινάδι και το κραγιόν στα χείλια της πρέπει να ήταν αγορασμένο από λαϊκή αγορά.

Είχε όμως απαλή φωνή, σχεδόν γλυκιά. Μιλούσε αργά και χαμηλόφωνα, παρόλο το νταβαντούρι. Με το Σταμάτη δεν είπανε πολλά γιατί ήταν αφηρημένος. Εμένα όμως, όταν με κοίταζε έμοιαζε να με βλέπει πραγματικά. Το βλέμμα της με έψαχνε, ένιωθα πως προσπαθούσε να μπει μέσα μου και να με αγγίξει στ’ αλήθεια. Ο τρόπος που μιλούσε, έτσι όπως τόνιζε τις λέξεις με τη βαριά προφορά της, είχε κάτι εξαιρετικά τρυφερό. Παρόλο που και εγώ και ο Σταμάτης ξέραμε τι ήθελε από μας και της το δώσαμε, η αίσθηση που είχαμε φεύγοντας ήταν λιγότερο πρόχειρη και αστεία απ’ ό, τι φαινόταν αρχικά.

«Με το που τελείωσα τις σπουδές μου στιν Τιφλίδα έφυγα για την Ελλάδα. Έχω σπουδάσει φιλόλογος, τι νόμιζες; Αυτό το μέρος το βρίζω αλλά κατά βάθος το αγαπώ πραγματικά», είπε με το που της παραγγείλαμε το δεύτερο ουίσκι. «Τα αρμυρίκια, τα μισοερειπωμένα σπίτια, οι αυλές, ο Αύγουστος στα βότσαλα, ανέκαθεν μου άρεσαν πολύ. Ήρθα εδώ πριν έξι χρόνια μαζί με τον άντρα μου, που θα δούλευε συνεργείο. Καλή δουλειά. Στη διαδρομή τα χαλάσαμε κι έτσι ξέμεινα εδώ να τα βγάζω πέρα ολομόναχη. Δεν παραπονιέμαι όμως, καλούτσικα είναι. Περνάνε πού και πού τίποτα ξένοι σαν εσάς και λέω και καμιά κουβέντα».

Το λάμδα το πρόφερε βαριά, μερακλίδικα. Σα να ήθελε να το αφήνει να πλημμυρίζει το στόμα της κάθε φορά που το έλεγε.

«Ωραία το λες το λάμδα. Το κάνεις κι ακούγεται σαν καινούριο γράμμα», της είπα και της πρόσφερα φωτιά. Τα μάτια της έλαμψαν καθώς έσκυψε να ανάψει το τσιγάρο. Λίγο σάλιο στην άκρη των χειλιών της λαμπύρισε στιγμιαία προκαλώντας μου μια απρόσμενη αναστάτωση. Έκανα πίσω χωρίς να πω τίποτα.

Γέλασε και συνέχισε να μιλάει περί ανέμων και υδάτων, καρφώνοντάς με στα ίσα με εκείνο το βελούδινο βλέμμα της. Ένιωθα κάπως παράξενα κοντά της, μα προσπάθησα να μην το αφήσω να φανεί. Θα ήταν τόσο εξόφθαλμο και συνηθισμένο που σίγουρα αν έκανα την παραμικρή κίνηση θα έχανε την όποια ιδέα είχα καταφέρει να της δημιουργήσω για μένα με την μέχρι τότε αποστασιοποιημένη στάση μου. Για έναν περίεργο λόγο δεν ήθελα να αντιδράσω όπως όλοι οι πελάτες της. Ήθελα η Τζίνα να με θυμάται διαφορετικά.

Την κεράσαμε δυο ποτά ακόμα και καπνίσαμε από τα τσιγάρα της. Το ουίσκι εκεί μέσα δεν πινόταν, αλλά κάναμε πως το πίναμε για λόγους αρχής. Κάθε τόσο ανταλλάσσαμε συνωμοτικά σπρωξίματα και σκουντιές με το Σταμάτη, που κόζαρε διαρκώς την πίστα με τα κορίτσια που έκαναν στριπτίζ. Με τη Τζίνα πρέπει να ασχολήθηκε ελάχιστα.

Σε κάποια φάση παρατήρησα πως η ώρα κόντευε τρεις. Κοίταξα γύρω μου και επεξεργάστηκα το χώρο. Οι θαμώνες τρέκλιζαν εδώ κι εκεί μισομεθυσμένοι και το αφεντικό, ένας εξηντάρης μάγκας με μουστάκι και χοντροκοιλιά έκοβε βόλτες στο σκοτάδι τσεκάροντας την κατανάλωση και τις υπαλλήλους. Στην πίστα ένας τύπος με καβουράκι στο κεφάλι τα έκανε λαμπόγυαλο αγκαλιά με μια τροφαντή κοκκινομάλλα. Πρέπει να ήμασταν οι μόνοι φαντάροι εκεί μέσα, γιατί όλοι οι υπόλοιποι πελάτες ήταν μεγαλύτεροι, φοράγανε κοστούμια και χρυσές αλυσίδες στο χέρι.

Λίγο πριν κλείσει το μαγαζί χαιρετίσαμε τη Τζίνα, ανανεώσαμε το ραντεβού για μια επόμενη φορά και φωνάξαμε ταξί. Εκείνο το βράδυ δεν πηδήξαμε, παρόλα αυτά γυρνώντας στο θάλαμο είχα την αίσθηση πως η νύχτα δεν είχε πάει χαμένη.

……………………………………………………………………………………………………………………………

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on 19 Μαρτίου, 2010, in 1 and tagged . Bookmark the permalink. 18 Σχόλια.

  1. Με ρούφηξε το κείμενό σου, οι περιγραφές και το συναίσθημα. Τα σέβη μου και πάλι…

  2. Και μόνη η φράση » ο Αύγουστος στα βότσαλα»
    μπορεί να ανυψώσει τη Τζίνα στο πάνθεον των ηρώων!

  3. πρέπει να ήταν φιλόλογος πριν καταλήξει στο κωλόμπαρο πάντως, αλλιώς τέτοια ευφράδεια ακούγεται παράλογα παράξενη!

  4. Φοβερή persona η τζίνα!
    Φοβερό και το κείμενο σου!
    Ήταν σαν να το έζησα!

    Καλό σου βράδυ : )

  5. «Δεν παραπονιέμαι όμως, καλούτσικα είναι»
    Κάτι ξέρει που δε ζητάει περισσότερα απ’ τη ζωή…
    Και κάτι ξέρει περισσότερο από ζωή…
    Γράφεις όμορφα με καθαρές και άμεσες περιγραφές γεγονότων και συναισθημάτων.
    Προς το παρόν, διάβασα μέχρι και το «Κοινωνική Συνείδηση».
    Θα επανέλθω για περαιτέρω… μελέτη. 🙂

    Καλό σ/κ και χάρηκα πολύ για τη γνωριμία!

  6. Μετατρέπεις μια κλισέ σεναριακή ιδέα, το φαντάρο που συναντά την περπατημένη γκόμενα μες στο φθηνιάρικο μαγαζί, σε κάτι πρωτότυπο. Να ‘ναι το παχύ λάμδα που κολυμπάει μες στο στόμα, να ‘ναι τα ματόκλαδα που ακούγονται όταν ανοιγοκλείνουν (!), σίγουρα η ανωτερότητα αυτού του κειμένου κρύβεται στις λεπτομέρειες, Θεώρημα. Και στο χω ξαναπεί: εσύ έχεις μάτια και τις πιάνεις.

  7. «… Στα υπόγεια , είναι η θέα …» , που λέει και ο λαϊκός βάρδος .
    Όμορφο κείμενο .
    Κόλλησα στο «Ήθελα η Τζίνα να με θυμάται διαφορετικά.» Σπάνιο συναίσθημα , αλλά υπέροχο .
    Μου άρεσες ιδιαίτερα .

  8. Ένιωσα σα να είμαι κι εγώ στην παρέα 🙂
    Καλό βράδυ

  9. @travellirious

    Μπονζούρ μα σερί! Χαίρομαι που ταξίδεψες στα σκοτεινά υπόγεια του υπόκοσμου και των ευγενών συναισθημάτων!

    @Τσαλαπετεινός

    Ναι, κάτι τέτοια κορίτσια νομίζω πως είναι τόσο σπάνια όσο μια καρφίτσα σε αχυρώνα. Γι’ αυτό και ο ήρωας ένιωσε κάτι γι’ αυτήν. Η αλήθεια είναι πως το είχε και λιγάκι μέσα του όμως, κι αυτός, όχι?…

    @Krot

    Πάρα πολύ σωστή παρατήρηση. Στο σημείο που μιλάει η Τζίνα διαπράχθηκε υφολογικό ατόπημα! Κροτ, σε ευχαριστώ που με βοήθησες να καταλάβω πού έπασχε το κείμενο (τουλάχιστον σε ένα σημείο, μπορεί και σε άλλα…). Θα το διορθώσω αναλόγως.
    Μερσί καλή μου επιμελήτρια! Καινούρια καριέρα (ξανά!) ανοίγεται μπροστά σου. Πολύ διεισδυτικό μάτι. Μερσί πετίτε.

    @roundel

    Καλημέρα και ευχαριστώ που μοιράστηκες μαζί μας ένα νυχτερινό ταξιδάκι στα υπόγεια (ή μήπως καταγώγια?).

    @Lilith

    Κι εγώ χαίρομαι, και σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά λόγια. Εύχομαι να βρεις κι άλλα κείμενα που να σου αρέσουν!

    @Penelope Cruz

    Baby nelly, πάντα αυτό που αναζητώ είναι οι πιο μικρές ανθρώπινες στιγμές των διαφόρων σκηνικών που επιχειρώ να περιγράψω. Κατά κάποιο τρόπο πιστέυω κι εγώ πως οι λεπτομέρειες είναι αυτό που δίνει ζωή σε μια περιγραφή και την κάνει κομμάτι πραγματικότητας και όχι ακαδημαϊκή περιγραφή.
    Με ενδιέφερε να δω πώς ένιωθε ο ήρωας, ήθελα να κοιτάξω πραγματικά τη Τζίνα. Νομίζω πως, κατά κάποιο τρόπο, για λίγο ήταν ΖΩΝΤΑΝΟΙ και οι δυο μέσα στο νου μου.
    Σε ευχαριστώ για όσα μου είπες. Ξέρεις πως τα λαμβάνω σοβαρά υπόψιν και χαίρομαι που δεν σε απογοήτευσα.

    @silia

    Σε ευχαριστώ Σήλια, κι ελπίζω να καταφέρω κι άλλα κείμενα που να σου αρέσουν.
    Σπάνιο συναίσθημα, ναι. Και γι’ αυτό αξιοσημείωτο και μεγαλειώδες!

    @Eraserhead

    Ποιος ξέρει? Μπορεί και να ήσουν!!! Χα! Φαντάζεσαι?

    —–

    Καλημέρες θηριάκια 🙂

  10. Πολύ όμορφη ιστορία, καλή μου!
    Φιλιά… :-))

  11. @Alouv

    Smack, little one! Πολύ χαίρομαι που σε ξαναβλέπω 😉

  12. (Κροτ, το κείμενο διορθώθηκε μετά την καίρια παρέμβασή σου. Ευχαριστώ και πάλι)

  13. 🙂

    Εγώ ένα πειραχτικό σχολιάκι έκανα! Τα άλλα όλα, τα έκανες μόνη σου, χι χι χι!

    [έτσι κι αλλιώς η ουσία δεν άλλαξε! άσε που είναι πολύ αληθοφανές να έχει σπουδάσει φιλολογία!]

  14. Μα είχες απόλυτο δίκιο. Το σημείο εκείνο ήταν υφολογικά λάθος. Ξεχειλωμένο και άκυρο. Σα να μίλαγε Αγγλικά μια γρια από τον Όλυμπο, ένα πράμα…
    Κόβει το μάτι σου, Κροτ, να με διαβάζεις συχνότερα, οι παρατηρήσεις σου με σώζουν 🙂

  15. Εγώ την ήθελα φιλόλογο και μου το χαλάσατε γιατί δεν πρόλαβα να διαβάσω την αρχική εκδοχή. 🙂

  16. Πολλές φορές θέλουμε να μας θυμούνται αλλιώς, αλλά… Δεν αξίζει τελικά..
    Ας μας θυμούνται όπως θέλουν. Και όποιοι θέλουν..
    Αλλιώς αντίο..

    Κατά τα άλλα, καμία νύχτα δεν πάει χαμένη, όλα εμπειρίες είναι… Ε?..

    Καλό βράδυ! 🙂

  17. @Μικρό μου Πόνι

    Μα φιλόλογο την έκανα. Πριν την κάνω, ήταν απλώς εργαζόμενη στο νυχτερινό μαγαζί. Αλλά όπως πολύ σωστά παρατήρησε η Κροτ, μιλούσε πολύ ψαγμένα για απλή νυχτοϋπάλληλος. Κι έτσι, την έβαλα να σπουδάσει πριν την κατεβάσω νότια!

    @Adis

    Φυσικά. Τα πάντα είναι εμπειρίες. Και τα πάντα έχουν σημασία. Απλώς ο τύπος είδε τη Τζίνα λιγάκι πιο συναισθηματικά, και τον εαυτό του κάπως διαφορετικό από τη μάζα. Εξ ου και η ευχή του.

    Καλημέρες θηριάκια 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: