Monthly Archives: Απρίλιος 2010

Το δέντρο στην αυλή του Uccle θυμάται τη σκιά σου

Τη νύχτα αυτή
την λέμε εμείς φωτιά,
εσύ την είπες δέντρο
Οι μέρες που λαχτάρησες θα ‘ρθουν, εσύ την είπες δέντρο

Πάντα σκεφτόμουν μια νυχτιά
πόσο μεγάλη μπορεί να ‘ναι
και ρωτούσα οι στιγμές
όταν χάνονται που πάνε

Κανείς δεν μου ‘πε,
θα βολευόμουν και με ψέμα
Τότε μου απάντησε ο χρόνος «δύσκολο το θέμα»

Κάποιοι δεν είδαν φωτιά,
άλλοι την νιώσαν στο πετσί τους
δεν βρίσκανε κλαδί,
άλλοι κλαδεύαν την ζωή τους
άλλοι με στάχτες
δώσανε φτερά στο παραμύθι
κι άλλοι του ονείρου
σαν να ζηλέψανε την λήθη
και ξαπλώσανε στου δέντρου την σκιά
και του τάξαν να ξυπνήσουν
όταν σβήσει η φωτιά
 

Μήπως εκεί σε γνώρισα,
μήπως εκεί σε είδα;
Παραμιλούσες σε μια ξένη
που την φώναζες πατρίδα
Θυμάσαι με τ’ αύριο
που σου μύριζε φευγιό;
Ήμουν αγέννητος, τώρα έχω γιο

Αυτός γρήγορα ψηλώνει σαν φωτιά
κι ούτε ένα μέτρο
δεν μας μεγάλωσε το δέντρο

Τη νύχτα αυτή την λέτε εσείς φωτιά, κάποιος την είπε δέντρο
Οι μέρες που λαχτάρησε θα ‘ρθουν, κάποιος την είπε δέντρο

Εγώ τη νύχτα την φαντάζομαι
πόρνη στολισμένη
Στρίγγλα, γυναίκα και συνάμα ερωμένη
να καμαρώνει μαζί του μες στο πλήθος
αφού του γιάτρεψε τελείως
πια το στήθος

Τώρα μιλούσε ο σοφέρ του
που οδηγούσε
κι έτσι στουκάρανε στο δέντρο
αφού αλλού κοιτούσε
Πήρε φωτιά η μηχανή κι η μόνη λύση
ήταν να πάρει ένα κλαδί
γρήγορα να την σβήσει

Πω, πω, ντροπή,
η εξέλιξη να ικετεύει
κάτι που μάλλον μοιάζει τώρα σαν να περισσεύει
Δεν είναι κρίμα ένα κλαδί να πάει απ’ το δέντρο χαμένο
για κάτι που ‘ναι ασφαλισμένο;

Τον είδα όμως και κάπου αλλού άλλο ένα βράδυ
να κάνει μπαμ μέσα στο πλήθος στο σκοτάδι
σινιέ ντυμένο κι ενώ καιγότανε το κέντρο
σαν να μου μύρισε το δέντρο

Τη νύχτα αυτή την λέτε εσείς φωτιά, κάποιος την είπε δέντρο
Οι μέρες που λαχτάρησε θα ‘ρθουν, κάποιος την είπε δέντρο

The Residents in Brussels

«Συνήθως μας βλέπατε τέσσερις. Πέρυσι όμως ο Κάρλος αποφάσισε πως μετά από σαράντα χρόνια στο συγκρότημα η Show Business δεν είναι πια γι’ αυτόν. Από εδώ και στο εξής λοιπόν θα είμαστε τρεις».

Six more miles to the graveyard

«Ένας τύπος αρνείται να εμπιστευτεί μια κοπέλα, παρόλο που του φαίνεται αγγελική. Ο λόγος είναι πως αυτή η κοπέλα διστάζει να αναλάβει την παραμικρή δράση επειδή φοβάται πως ένα τερατώδες έντομο θα κατασπαράξει τις ορχιδέες της, στο μπαλκόνι. Κι έτσι, παραμένει κρυμμένη κάτω από το τραπέζι και αρνείται να κάνει το παραμικρό. Αρκείται στο να κάθεται και να παρατηρεί τη ζωή να περνάει».

Rambling Man

«Οι άνθρωποι-καθρέφτες είναι επικίνδυνοι. Θέλουν προσοχή! Μια μέρα έκανα μπάνιο. Ο καθρέφτης μου είχε νοτίσει εντελώς. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, πλησίασα και σκούπισα το τζάμι. Οι ατμοί καθάρισαν. Κοίταξα μέσα στον καθρέφτη και έβαλα μια τρομερή φωνή με αυτό που είδα: Ααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααα!!!».

Demons Dance Alone

(*Treble, ήλπιζα να παίξουν το Hey Good Lookin’ για να σε πάρω τηλέφωνο να θυμηθείς τα παλιά, αλλά δεν… *This_Heat22,  είναι αλήθεια πως οι δαίμονες χορεύουν ολομόναχοι μέσα στη νύχτα)

Μια ασήμαντη πληροφορία

(Πριν διαβαστεί το κείμενο παρακαλώ κλικ στο soundtrack)

Μια καραμέλα ΜΕΖ που ζεστάθηκε στον ήλιο και άλλαξε η γεύση της///Ένας μικρός αναστεναγμός που σέρνεται σαν μυρμηγκάκι στις κλωστές ενός αόρατου πενταγράμμου///Ένα έρημο σπίτι με κουρτίνες///Ένα χαμόγελο που έμεινε απορημένο///Ένα βλέμμα που χαμήλωσε αιφνιδίως/// Ένα αμελητέο τρεμούλιασμα της φωνής ανάμεσα σε δύο φράσεις ///Ένας ανεξήγητος κόμπος στο λαιμό που ξαπλώνει σε ολόκληρο το σώμα σαν καινούρια συνήθεια///Ένα διστακτικό «γεια» λίγο πριν κλείσει ένα τηλέφωνο με ιδρωμένο ακουστικό///Λίγα δευτερόλεπτα ατονίας πάνω στις πρώτες νότες ενός γνωστού τραγουδιού///Ένα απαλό στεγνό κάψιμο κάτω από βλέφαρα που ανοιγοκλείνουν βιαστικά///Δυο τρεις ψιθυριστές μονήρεις λέξεις μόλις κλείσει η πόρτα του ασανσέρ///Ένα παλιό χαλασμένο παιχνίδι που αγαπήθηκε πολύ///Μια ακρούλα σεντονιού που είναι πιο ευγενική από τις άλλες///Ένα ανθάκι πικροδάφνης που σκορπάει άρωμα///Τα ετοιμόρροπα ποδαράκια μιας παλιάς καρέκλας ///Ένα αρχαίο φλιτζάνι μισοτελειωμένος καφές///Μια λέξη που έγινε ήχος και μετά ανάμνηση///Μία έμμονη ιδέα κολλημένη στον τοίχο///Ένας απέναντι που λέει ένα δυσβάσταχτο «όχι»///Ένας απέναντι που λέει ένα άχρηστο «ναι»///Ένα παλιό λευκό πουκάμισο με γνώριμη ανθρώπινη μυρωδιά///Μια τηλεφωνική γραμμή με παράσιτα ενώ δεν πρέπει///Ένα déjà vu///Τα θολά χαμόγελα στο κέντρο μιας παλιάς φωτογραφίας///Ένα χαλασμένο ραδιόφωνο///Τα απομεινάρια μιας μετακόμισης///Ένα παπούτσι στη μέση του δρόμου///Μια φθαρμένη πιπίλα στην άκρη ενός πεζουλιού///Ένα παλιό γράμμα///Η εικόνα δυο χεριών κολλημένη στο μυαλό σαν πεταλίδα///Το γέλιο ενός ανυποψίαστου ανθρώπου///Ένα καλάθι φρούτα στο καλοκαιρινό τραπέζι ενός σπιτιού που δεν υπάρχει πια///Ένα ημερολόγιο χαμένο///Τα βήματα όσων δεν είναι πια εδώ/// Ένα κομματάκι ληγμένης σοκολάτας πάνω στο ράφι///Δυο λασπωμένα παπούτσια στην πάλαι ποτέ εξώπορτα///Κάποιος που ζητάει μερτικό ελέους με τα μάτια///Η αποτυχία ενός ελεύθερου πολιορκημένου///Κάτι παρακαμπτήριες εναλλακτικές μετά από χρόνια///Ένα όνομα που πλέον δεν ανήκει///Ο πανικός της πραγματικότητας///Μια σταγόνα σάλιο που κυλάει από αγαπημένο γεροντικό στόμα///Το υποχρεωτικό δέος κάποιου που βρίσκεται εν γνώσει///Το επόμενο βήμα ενός άλλου που βρίσκεται εν αγνοία///Οι αναγκαστικές υπαναχωρήσεις///Η στεγνή συνθηκολόγηση///Ένα πιάτο φαΐ που δεν βγήκε από τα χέρια της μάνας μου///Αυτά είναι μερικά πράγματα που μου προκαλούν λύπη///Τα σέβη μου.

Γλυκό σοκολάτα

Ήταν περασμένες επτά όταν βγήκαμε στο μπαλκόνι και καθίσαμε με τα πόδια πάνω στα κάγκελα. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις γειτονικές πολυκατοικίες και ο ουρανός γέμιζε σιγά σιγά με διάφανα σύννεφα. Αράξαμε και κοιταχτήκαμε συνωμοτικά.

Οι καρέκλες του σκηνοθέτη άφηναν την πλάτη να βουλιάζει όμορφα στο δροσερό πανί τους. Η πλατεία είχε κόσμο, πολύ κόσμο, ως συνήθως. Στην οδό Θεμιστοκλέους δε νιώθεις ποτέ μοναξιά. Χαζεύαμε τους περαστικούς καπνίζοντας και περιμένοντας να γίνει το κέικ σοκολάτα που ψηνότανε στο φούρνο. Έφτιαξα τούρκικο καφέ με άρωμα μαστίχα, έφερα και δυο σφηνάκια λικέρ μαστίχα χιώτικη ορίτζιναλ για συμπλήρωμα και ανάψαμε καινούρια τσιγάρα ρουφώντας τη μυρωδιά της σοκολάτας από την κουζίνα που έκανε την κουρτίνα να θροΐζει σαν ανοιξιάτικο αεράκι.

Οι γλάστρες μας ήταν καταπράσινες. Η καινούρια σου γαρδένια αρωμάτιζε τον αέρα με μια βαμβακερή μυρωδιά παιδικής ηλικίας. Οι κάκτοι μου κοτσονάτοι και αμυντικοί περίμεναν να πέσει το βράδυ. Οι τριανταφυλλιές και ο δυόσμος τσάκιζαν τα πεζούλια με την ευωδιά τους. Ήταν ένα ωραίο απόγευμα του Απρίλη, κι εμείς οι δυο απολαμβάναμε ακόμα και το παραμικρό ψιχουλάκι ζωής που περνούσε από μπροστά μας.

Το γλυκό έκαιγε στο φούρνο αλλά δεν κρατιόμασταν. Έβαλα τέσσερα αχνιστά κομμάτια μέσα σε ένα πιάτο και τα περιέλουσα με το σιρόπι μαύρης σοκολάτας που ονειρευόσουν από το πρωί. «Τι καλά που έριξες μέσα αμύγδαλο, κεράσι και λεβάντα!», αναφωνούσες πού και πού με τα δάχτυλα βουτηγμένα στο σιρόπι.

Τρώγαμε μαζί, γελώντας με τις πηρουνομαχίες που ξεσπούσαν όταν σημαδεύαμε την ίδια μπουκιά. Μετά έτρεξες μέσα κι έφερες υποβρύχιο τριαντάφυλλο με παγωμένο νερό, «μισή κουταλίτσα όλο κι όλο, ίσα να φύγει η πικρίλα της σοκολάτας», είπες και ξεκαρδίστηκες σαν τρίχρονο παιδί.

Μιλάγαμε για ώρες, ούτε που κατάλαβα για πότε νύχτωσε.

Με τα πόδια τεντωμένα στα κάγκελα, χωρίς να αλλάξουμε θέση, φλυαρούσαμε ακατάπαυστα παρακολουθώντας ζωή που έκανε παρέλαση στην πλατεία Εξαρχείων. Έφευγε αφήνοντας πίσω της την αύρα του καλοκαιριού που ετοιμαζότανε να ανθίσει. Σκέφτηκα πως η Αθήνα ήταν ανέκαθεν ο αγιάτρευτος έρωτάς μου, ακόμα κι όταν μερικές φορές αρνιόμουν να το παραδεχτώ. Άσχημη, βρώμικη, μεγάλη, συναρπαστική, ασύγκριτη, μαγευτική, απορροφητική σαν αφράτο κουζινόχαρτο που διψάει για χυμένο λάδι.

Σιγά σιγά οι γύρω πολυκατοικίες γέμισαν φωτισμένα παράθυρα και ανεμοκουρτίνες. Κάπως αργότερα το φεγγάρι ανέβηκε σε απόσταση αναπνοής από την πολυκατοικία μας κι εμείς απλώναμε τα χέρια για να το φτάσουμε γελώντας. Μερικά περαστικά συννεφάκια μας ειδοποίησαν πως εκεί ψηλά οι αέρηδες φυσούσαν ζόρικα. Στην πόλη όμως χαμηλά είχε δροσιά, ο αέρας μύριζε άνθος νεραντζιάς ανάμεικτο με το γειτονικό σουβλάκι.

«Μην ανάψεις φως, θα μαζευτούν κουνούπια», μου είπες και μου άπλωσες το χέρι. Με είδες που αναρωτιόμουν και μου είπες εντελώς φυσικά: «Μερικές φορές δεν πας κάπου απλώς φεύγεις από κάπου».

Μονομιάς ένιωσα πως εκείνο το βράδυ οι απορίες και οι ανασφάλειές μου διαλύονταν σαν τη βανίλια τριαντάφυλλο μέσα στο παγωμένο σου νερό. Συνέχισα περίσκεπτη να παρακολουθώ τους αόρατους βοριάδες που κυνηγούσαν τα αθώα συννεφάκια στην άκρη του ουρανού μέχρι που έπεσε δροσιά και τότε σηκωθήκαμε να μπούμε μέσα.

(Στη Μαρία Κ.,  που πίνει καφέ στην Place d’ Armes) 

Το απόσπασμα του Φώτη

Έξω από το παράθυρό μου κάποιος βρίζει θεούς και δαίμονες. Βλαστημάει και χτυπιέται, τρέχα γύρευε γιατί. Πρέπει να είναι πιωμένος, ίσα που στέκεται στα πόδια του.

«Θα σας σκοτώσω όλους, βρωμοκαργιόλες!», κραυγάζει κουνώντας τις μπουνιές του προς πάσα κατεύθυνση.

Τώρα μόλις κλώτσησε έναν κάδο σκουπιδιών και διπλώθηκε στα δύο από τον πόνο. Προφανώς ο κάδος είναι γεμάτος και δεν κουνήθηκε ρούπι. Το έχω συνηθίσει πια όλο αυτό το πανηγύρι, δεν με πειράζει. Τα μεσημέρια μαζεύεται στο δρόμο κάθε καρυδιάς καρύδι και γίνεται χαμός. Μεθυσμένοι, μαστουρωμένοι, σεκλετισμένοι, τρελοί, όλοι εδώ τριγυρνάνε. Τέτοια περιστατικά αποτελούν την ημερήσια διάταξη της ζωής μου. Στην αρχή εντυπωσιαζόμουν, τώρα όμως όλα αυτά μου είναι απλώς αδιάφορα.

Τα βράδια το πεζοδρόμιο γεμίζει γυναίκες. Κάτω από τη λάμπα της ΔΕΗ τριγυρνάνε όλες τους, σαν τις πυγολαμπίδες. Έτσι όπως κόβουν βόλτες πάνω κάτω τα ρούχα τους γυαλίζουν σαν ψεύτικα. Μοιάζουν με κούκλες που κατέβηκαν από το ράφι και βγήκαν παγανιά. Συνήθως περπατάνε δυο δυο πιασμένες αγκαζέ, αλλά πολλές φορές καθεμιά ακολουθεί το δικό της δρομολόγιο. Ο καπνός από τα τσιγάρα τους μου θυμίζει πάχνη ή μικρά σύννεφα που διαλύονται στην καταχνιά. Μερικά βράδια, έτσι όπως κάθομαι και τις κοιτάζω, νομίζω πως βρίσκομαι στο σινεμά και όχι στο δωμάτιό μου.

Οι περισσότερες κοπέλες είναι τακτικές. Έχω αρχίσει και μαθαίνω μέχρι και τα ονόματά τους. Χτες το βράδυ η Σήλια έφυγε με έναν μηχανόβιο που τη γυρόφερνε κάμποση ώρα μέχρι να αποφασίσει να την πάρει και τελικώς επέστρεψε τρεκλίζοντας περασμένα μεσάνυχτα. Καθώς διέσχιζε το δρόμο με τα χοντροτάκουνά της σκόνταψε και σωριάστηκε στην άσφαλτο φαρδιά πλατιά. Τα κορίτσια ορμήσανε και τη σηκώσανε σα σακί. Ο περιπτεράς έβγαλε ένα μπουκαλάκι νερό από το ψυγείο και έτρεξε να της βρέξει το πρόσωπο αλλά αυτή τον έδιωξε χειρονομώντας άγαρμπα. Λένε πως είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της μα εκείνη είναι καψούρα με έναν πελάτη που έρχεται και την παίρνει κάθε Σάββατο με τη Μερσεντές του, κι έτσι δεν του δίνει σημασία. Δεν ξέρω βέβαια αν όλα αυτά είναι αλήθεια ή απλές φήμες κι ούτε ρωτάω περαιτέρω.

Στο πόστο της περίμενε η Λίνα, που τον τελευταίο καιρό δε σταυρώνει πελάτη για πελάτη. Η Λίνα είναι κοντή και αδύνατη, με μαύρα μαλλιά και σκουλαρίκι στη μύτη. Είναι δεν είναι σαράντα κιλά. Είναι τόσο χλωμή που λες πως πάσχει από Μεσογειακή Αναιμία. Μοιάζει με μαθήτρια λυκείου που έκανε κοπάνα από τα Λατινικά και κατέβηκε στους δρόμους.

Χτες την παρακολουθούσα καθώς γυρόφερνε αμίλητη το περίπτερο και κάθε που περνούσε αυτοκίνητο πεταγότανε στο δρόμο και άνοιγε το χέρι της σα βεντάλια μπροστά στο παρμπρίζ. Φαίνεται άκεφη τώρα τελευταία, δεν ξέρω γιατί, κι ίσως αυτό να το καταλαβαίνουν οι πελάτες και να αποφεύγουν τα πολλά πολλά μαζί της. Λένε πως είναι χωμένη ως το λαιμό στην ηρωίνη και πως κάνει πεζοδρόμιο μόνο και μόνο για να εξασφαλίζει τη δόση της. Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα πάντως είναι πως η Λίνα δείχνει να αισθάνεται διαρκώς ένοχη αλλά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το γιατί.

Η Πωλίνα είναι Νιγηριανή. Είναι η μόνη ξένη στην περιοχή, όλες οι υπόλοιπες λένε πως είναι Ελληνίδες. Εγώ ξέρω πως οι μισές είναι Αλβανές και οι άλλες μισές Ρωσίδες, αλλά δε μου πέφτει λόγος, οπότε γιατί να ασχοληθώ; Καμιά φορά, τα απογεύματα, η Πωλίνα πλησιάζει στο παράθυρο και λέμε καμιά κουβέντα. Έχει ένα γιο τριών χρονών που μένει με τη μάνα της σε μια γκαρσονιέρα στα Λαδάδικα. Άντρα δεν έχει. Μαζεύει λεφτά για να αγοράσει σπίτι και σκέφτεται σε δυο τρία χρόνια να παρατήσει το πεζοδρόμιο και να ανοίξει κομμωτήριο. Τις προάλλες μου έλεγε πως έχει σπουδάσει κομμώτρια στην πατρίδα της και πως διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα για να ανοίξει δική της επιχείρηση. Μόνο τα φράγκα δεν έχει, γι’ αυτό και κάνει αυτή τη δουλειά μέχρι να τακτοποιηθεί και να φύγει.

Η Έλσα είναι η γηραιότερη της παρέας. Κοντεύει τα σαράντα κι είναι ακόμα στο κλαρί. Οι άλλες την κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη της γιατί το πρόσωπό της είναι σπασμένο και τα βυζιά της πλαδαρά. Ντύνεται πιο φανταχτερά απ’ όλες, ίσως για να αντισταθμίσει αυτή τη διαφορά. Κάθε βράδυ εμφανίζεται με διαφορετικό χρώμα περούκα και κάτι χοντρά δαχτυλίδια που κάνουν τα δάχτυλά της να μοιάζουν με πάγκους παιχνιδιών. Τα μπούτια της ξεπροβάλλουν σαν παραγεμισμένα λουκάνικα κάτω από τη στενή φούστα και την κάνουν να φαίνεται κάπως αστεία. Έτσι όπως βηματίζει αργά και κουνιστά στο δρόμο μοιάζει με κούκλα, από εκείνες τις φουσκωτές που πουλάνε στα σεξομάγαζα. Όταν γελάει ο δρόμος αντηχεί από τη βραχνή φωνή της που είναι σα να βγαίνει από πηγάδι. Αν δεν την δει κανείς πως είναι αυτή μπορεί να νομίσει ότι γελάει άντρας.

Θυμάμαι ένα βράδυ έσκασε μύτη ένα πρεζόνι και άρχισε να φοβερίζει τα κορίτσια με ένα σουγιά για να τους πάρει την είσπραξη. Τις στρίμωξε δίπλα στα ουρητήρια του πάρκου και χειρονομούσε προς το μέρος τους σαν παλαβός. Ο περιπτεράς δεν έβγαλε άχνα, στην πλατεία ψυχή. Εγώ καθόμουν ως συνήθως στο παράθυρο και χάζευα την κίνηση πίσω από την κουρτίνα. Μόλις είδα την Πωλίνα να ανοίγει την τσάντα της και να του χώνει ένα μάτσο χαρτονομίσματα στο χέρι άνοιξα το τζάμι κι έβαλα μια φωνή που τους έκανε όλους να μείνουν κόκαλο.

«Ουστ από δω, ρε αλήτη!», φώναξα βγάζοντας έξω το κεφάλι. «Θα φωνάξω την αστυνομία, τσακίσου από δω ρεμάλι», και πάτησα και μια σφυριξιά που κουφάθηκε το σύμπαν.

Ήμουν με τη φανέλα και το σώβρακο, αλλά δεν χαμπάριαζα Χριστό. Αν χρειαζόταν δεν το είχα σε τίποτα να σαλτάρω στο δρόμο και να τον πάρω στο κατόπι. Το πρεζόνι τα χρειάστηκε. Το ‘βαλε στα πόδια και χάθηκε στο πάρκο ώσπου να πεις κύμινο.

Μετά από αυτό οι κοπέλες μαζεύτηκαν μπουλούκι μπροστά στο περίπτερο και φωνάζανε. Το μόνο που παρατήρησα έπειτα ήταν πως ο περιπτεράς συνέχισε να λουφάρει κάνοντας την πάπια και μετά από λίγο κατέβασε ρολά κι έφυγε.

Εδώ και τόσους μήνες που ζω στη Θεσσαλονίκη οι μόνες μου παρτίδες με κόσμο είναι με τα κορίτσια της γειτονιάς. Με αυτές λέω καμιά κουβέντα πού και πού. Με τη γειτονιά κρατάω αποστάσεις. Στο εργοστάσιο δεν έχω πάρε δώσε με κανέναν. Πάω, κάνω τη δουλειά μου και μετά γυρίζω σπίτι μου. Με τους συναδέλφους δε θέλω και πολλά πολλά, άλλωστε δεν έχω βρει και κανέναν που να μου ταιριάζει. Προτιμώ να είμαι μόνος μου παρά με κάποιον που δεν θα έκανα πραγματικά κέφι.

Στο διαμέρισμά μου είμαι ευχαριστημένος. Είναι κεντρικό και φτηνό. Όταν το νοίκιασα είχε κάμποσα μερεμέτια που τα κανόνισα μόνος μου σιγά σιγά κι έτσι είχα μια μικρή έκπτωση στο νοίκι. Έκανα τα βαψίματα, έτριψα το πάτωμα που έμοιαζε με καψαλισμένο αλουμινόχαρτο και πέρασα καινούρια πλακάκια στην κουζίνα.

Μαγειρεύω κάνα φαγάκι πού και πού, αλλά συνήθως τσιμπάω έξω. Τα βράδια χαζεύω λίγο στην τηλεόραση, ακούω ραδιόφωνο ή ρίχνω πασιέντζες μέχρι να νυστάξω και να πέσω για ύπνο. Τα Σαββατοκύριακα κάνω γενική καθαριότητα και τα ψώνια της εβδομάδας από τη λαϊκή. Όποτε έχω κέφι κάνω και καμιά βόλτα στην παραλία, πίνω κάνα καφέ και διαβάζω εφημερίδα. Τον υπόλοιπο καιρό μένω μέσα, διαβάζω τα γράμματα, χαζεύω τα κορίτσια στο δρόμο ή δεν κάνω απολύτως τίποτα.

Την τελευταία φορά που έφερα την Έλσα στο σπίτι ήταν πριν κάνα μήνα. Συνήθως αποφεύγω να καλώ την ίδια κοπέλα δεύτερη φορά, τουλάχιστον όχι συνεχόμενα. Εκείνες τις μέρες όμως περνάγαμε καλά μαζί, κι έτσι έκανα μια εξαίρεση. Η αλήθεια είναι πως το σεξ δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου.  Στο κρεβάτι πέφτω σχεδόν υποχρεωτικά, ίσως πιο πολύ επειδή έτσι συνηθίζεται ή για να μην έχουνε να λένε παρά επειδή το χρειάζομαι.

Τις προάλλες που καθίσαμε παρέα και τα λέγαμε μου ανοίχτηκε ακόμα πιο πολύ. Ένιωσα πως εκείνο το βράδυ αρχίσαμε να γινόμαστε πραγματικοί φίλοι. Πλησιάσαμε ο ένας τον άλλον με έναν παράξενο τρόπο, σχεδόν ανησυχητικά ανθρώπινο για τα προσωπικά μου δεδομένα. Μου μίλησε για το σπίτι της, για τα παιδικά της χρόνια, για τον αδερφό της που ήταν από άλλη μάνα και που τον ερωτεύτηκε μέχρι θανάτου κάπου στα δεκατέσσερα. Αφού έγινε ό, τι έγινε μεταξύ τους, κάποια στιγμή μαθεύτηκαν τα μαντάτα στο χωριό και ξέσπασε ο μεγάλος καυγάς που την ανάγκασε να τα μαζέψει και να φύγει άρον άρον. Νύχτα και στα κρυφά, ολομόναχη. Κι ο αδερφός να κάνει πως δεν την ξέρει.

«Αυτό με πείραξε χειρότερα απ’ όλα. Μου’ κανε την καρδιά κομμάτια», μου είπε κατεβάζοντας τη μια ρακή μετά την άλλη. «Ας είχε γίνει ό, τι έγινε, φτάνει να ήξερα πως όλο αυτό το νταραβέρι άξιζε κάτι και πως η ζωή μου δεν είχε καταστραφεί για μια παραμύθα».

Εγώ δεν ήξερα τι να της πω. Καλά καλά ούτε τον εαυτό μου δεν μπορώ να βοηθήσω όταν χρειάζεται, πού να δώσω και συμβουλές στον κόσμο; Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να της ανοίξω την καρδιά μου όπως είχε κάνει και αυτή. Ποτέ μέχρι τότε δεν είχα μιλήσει σε κάποιον τόσο ειλικρινά. Ούτε καν στο Χρήστο που είναι φίλος από τα παιδικά μου χρόνια και ξέρω πως θα έβαζε για μένα το χέρι στη φωτιά.

Της είπα για τη μάνα μου, για τα γράμματα του πατέρα, για τη ζωή μου στο χωριό. Όλη νύχτα καθόταν και άκουγε τα εσώψυχά μου. Ήμασταν συγκινημένοι και όλα φαίνονταν παράξενα οικεία. Κάπως έτσι ξεστόμισα κι αυτό που ποτέ άλλοτε δεν είχα τολμήσει να ομολογήσω σε άνθρωπο όλα αυτά τα χρόνια. Δεν μέτρησα τα λόγια μου, της μίλησα ελεύθερα, δίχως να φοβάμαι. Με το που τέλειωσα την κουβέντα μου ένιωσα πως εκείνο το αβάσταχτο βάρος που με έπνιγε από μικρό παιδί είχε κάνει μονομιάς φτερά αφήνοντάς με επιτέλους να αναπνεύσω ελεύθερα.

Η Έλσα δεν αντέδρασε μπροστά στα νέα. Νομίζω πως δεν ξαφνιάστηκε καν. Παρέμεινε ήρεμη, με το χέρι της να σκεπάζει συνέχεια το δικό μου, χαμογελώντας βουβά. Ένιωθα πως η σιωπή της είχε μια ανεξήγητη σοφία, ένα βάρος σημαντικό και ανεξιχνίαστο. Ήταν μια σιωπή πιο φλύαρη κι από ένα εκατομμύριο λέξεις. Ανάψαμε κι άλλα τσιγάρα, ήπιαμε κι άλλη ρακή. Προς τα χαράματα πέρασε το χέρι της γύρω από τους ώμους μου και με φίλησε με κάτι που έμοιαζε με πραγματική αγάπη, ξαφνικά.

«Το είχα καταλάβει από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Απόψε αναγνώρισες για πρώτη φορά τον εαυτό σου, κι αυτό μόνο σε καλό μπορεί να σου βγει», ήταν το μόνο που μου είπε κλείνοντας αθόρυβα πίσω της την πόρτα.

Εκείνο το βράδυ η Έλσα δεν δέχτηκε λεφτά. Βγήκε από το σπίτι μου κοιτώντας με γλυκά, με ένα χαμόγελο όμοιο με εκείνο που θυμόμουν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του φύλακα αγγέλου της πλαστικής εικονίτσας που κρεμόταν πάνω από το κρεβάτι μου όταν ήμουν παιδί και φοβόμουν τα σκοτάδια, τις σκιές, τη μητέρα μου και τα ανομολόγητα μυστικά.

Αν…

Αν ήταν όλα διαφορετικά, τι θα θέλαμε να αλλάξουμε στον κόσμο;///Ένας φίλος μου έλεγε χτες: «Εκείνη την εποχή χτύπαγα το κεφάλι μου στον τοίχο με μανία. Αλύπητα! Ήξερα πως είτε αυτό το κεφάλι έπρεπε να σπάσει είτε αυτός ο τοίχος να φύγει από κει. Μετά δεν θυμάμαι τι έγινε…»///Ο ίδιος φίλος, τσιτάροντας μια ατάκα από ένα γνωστό βιβλίο, μου είπε πως είναι ειδικός στο να χάνει το χρόνο του και αυτή τη στιγμή είναι απασχολημένος με το να προετοιμάζει ήσυχα ήσυχα το επόμενο λάθος του///Μιλήσαμε πολύ, το απόγευμα ήταν γεμάτο και ζάμπλουτο, αληθινά πληρωτικό///Του εξήγησα πως όταν βρισκόμαστε μαζί έχω πάντα την εντύπωση πως τούτη εδώ η πόλη δεν είναι άδεια///Και πως τον βρίσκω σπουδαίο επειδή το βλέμμα του τρέχει σε χίλια σημεία ταυτόχρονα, ίδια με το μυαλό του///Κατεβάζαμε τα ποτήρια το ένα μετά το άλλο και κουβεντιάζαμε ζωηρά, καθισμένοι αντικριστά σε ένα ξύλινο τραπεζάκι που κάποιος μαγαζάτορας είχε βγάλει στο πεζοδρόμιο///Ο δρόμος ήταν ψιλοήσυχος, ο αέρας μύριζε κάποιο άγνωστο άνθος///Ακόμα και άγνωστα όμως, τα άνθη ευωδιάζουν γλυκά σε όποιο γεωγραφικό πλάτος και μήκος κι αν βρίσκεται κανείς///Η άνοιξη ήταν φίλη μου χτες, μου φέρθηκε ωραία///«Έχασα την πτήση μου για Αθήνα επειδή εξερράγη ένα ηφαίστειο στην Ισλανδία και γέμισε ο ουρανός με τσιμεντόσκονη«, μου είπε έκθαμβος///Σε πόσους ανθρώπους μπορεί να συμβεί αυτή η παράλογη σκηνή κάποια στιγμή στη ζωή τους και μετά να καθίσουν να την διηγηθούν σε κάποιον, αναρωτήθηκα///Περνάει χρόνος, φεύγει σα νεράκι, σκορπίζονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα οι ώρες και οι μέρες, χαϊδεύοντάς μας τον ώμο απαλά///Όποιος καταλάβει κατάλαβε, το φιλικό χάδι δεν επαναλαμβάνεται αυτούσιο για δεύτερη φορά///Ένας άλλος φίλος μου, πριν λίγες μέρες, κατέβηκε στο κέντρο μια πόλης για να με δει, και η πρώτη κουβέντα που μου είπε ήταν: «Και η μάνα μου να με παρακάλαγε, εδώ δεν θα ερχόμουν///Κι όμως, ήξερε πως αν δεν βλεπόμασταν εκείνο το βράδυ έστω για μία ώρα με το ρολόι, δεν θα βλεπόμασταν για μήνες. Επέστρεψε λοιπόν την καθορισμένη βραδινή ώρα στη γειτονιά όπου εργάζεται ολημερίς και την οποία σιχαίνεται κυριολεκτικά, στήθηκε δίπλα στον «πιο σιχαμερό περιπτερά του κόσμου» και μόλις με είδε με φώναξε με το ονοματεπώνυμό μου και με πήρε αγκαζέ///Ήπιαμε μπίρες και καφέδες, εξομολογηθήκαμε μυστικά, χαζέψαμε τους περαστικούς στην ανηφόρα, γκρινιάξαμε και κουτσομπολέψαμε και στο τέλος αγκαλιαστήκαμε και είπαμε εις το επανειδείν με τα μάτια και την καρδιά γεμάτη///Αν όλα ήταν διαφορετικά τι θα θέλαμε να αλλάξουμε στον κόσμο;///Όπως και να ήταν τα πράγματα, προσωπικά το μόνο που δεν θα άλλαζα ποτέ είναι οι εντιμότατοι φίλοι μου///Αυτοί οι δυο και μερικοί άλλοι, παλιόπαιδα κανονικά, για τους οποίους θα μιλήσω σε άλλο καρέ, και που δίχως αυτούς νιώθω διαρκώς πως μου λείπει ένα χέρι, ένα πόδι, το μισό μου μυαλό και ολόκληρη η χαρά μου///Τα σέβη μου.

(Αν…τώνη και Γιώργο, το άσμα στο loud παρακαλώ)

Ένας κινηματογραφικός έρωτας

Αυτά τα δύο χρόνια που κράτησε η σχέση μας ήμασταν καλά μαζί. Τον αγαπούσα και το ήξερε. Μπορεί να μην είμαι άνθρωπος των παχουλών λέξεων, οι πράξεις μου όμως πίστευα ότι μιλούσαν για μένα. Κι από πλευράς του έπαιρνα κάτι που έμοιαζε με αγάπη, ακόμα κι αν δεν ήμουν ποτέ σίγουρη για όσα είχε τελικά μέσα στο νου του. Μου αρκούσε όμως αυτό που μου έδινε, με είχε εκπαιδεύσει να βολεύομαι με το ελάχιστο. Όποιος μας έβλεπε μαζί μας έλεγε πως μοιάζαμε σα να είχαμε βγει από παλιά ελληνική ταινία. Το βράδυ που μου είπε πως σκόπευε να φύγει οριστικά κόντεψα να μείνω στην καρέκλα.

«Χαραμιζόμαστε. Πέφτουν τα’ άστρα μέσ’ τη λασπουριά, μαύρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι, μωρό μου», είπε και άνοιξε ένα καινούριο πακέτο Καρέλια. «Αύριο την κάνω, γυρίζω πίσω. Αξίζω κάτι καλύτερο και είναι κρίμα να αφήνω το χρόνο να περνάει έτσι άσκοπα εδώ πάνω. Τέρμα τα ψέματα, ως εδώ οι δυο μας».

Ήταν ωραίος τύπος, τον γούσταρα. Ντυνόταν πάντοτε στα μαύρα και άκουγε μετά μανίας  Τσιτσάνη, Σαββόπουλο, Βαμβακάρη και Παπαδόπουλο. Είχε ένα βλέμμα σκοτεινό που κάποιες φορές φωτιζόταν παράξενα και ζωντάνευε σα φλόγα ξαφνικά. Κάπνιζε πολύ και έπινε μετρημένα. Είχε ωραία φωνή, βελούδινη, πολύ ερωτική. Σκεφτόταν πολύ και μίλαγε λίγο. Γι’ αυτό και κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του ένιωθα πως έπρεπε όχι απλώς να τον ακούσω μα να τον αφουγκραστώ κυριολεκτικά. Όχι μόνο για το νόημα αλλά και για τον ήχο.

Εκείνο το βράδυ τα πίναμε σε μια ταβέρνα της γειτονιάς, σχεδόν κουτούκι. Πηγαίναμε συχνά εκεί, ήταν δίπλα μας και φτηνά. Παλιότερα, θυμάμαι, στο ίδιο μαγαζί, με πείραζε για την καταγωγή μου μιας και αυτός τύγχανε πρωτευουσιάνος, έπαιζε μαζί μου με στιχάκια σαν τη γάτα με το ποντίκι υπονοώντας πόσο του άρεσα και πόσο με με ήθελε –ποτέ δεν εκδήλωνε μεγαλοφώνως και καθαρά τα συναισθήματά του, πάντα με τραγούδια μου μιλούσε. Όταν καμιά φορά ερχότανε στο κέφι μου τραγουδούσε  ένα παλιό του Βαμβακάρη κι εγώ έλιωνα από μέσα μου, αλλά απέξω φρόντιζα να παραμένω κυρία. Νομίζω πως έτσι με ήθελε. Κι έτσι προσπαθούσα να είμαι.

Δεν κατάλαβα τι συνέβη και άλλαξαν τα πράγματα μεταξύ μας. Τι στράβωσε και θέλησε να φύγει. Το μόνο που μου είπε εκείνο το βράδυ ήταν πως δεν γινόταν εμείς οι δυο να συνεννοηθούμε, πως ήμασταν τελείως ασύμβατοι, πως θέλαμε διαφορετικά πράγματα και πως δεν θα ταιριάζαμε ποτέ για πάρα πέρα.

Εκείνη την ώρα ένιωσα σαν το χαρμάνι που ξέμενε από τσιγάρα. Τον κοίταξα σα να ήταν η ετοιμοθάνατη γόπα μου και προσπάθησα να γεμίσω τα πνευμόνια μου με τα υπολείμματα καπνού πριν γίνει στάχτη η ζωή μου.

«Άκου», συνέχισε λίγο πριν εξαφανιστεί για πάντα. «Κουράστηκα, μπάφιασα τόσα χρόνια εδώ κι εκεί. Καιρός να αράξω κάπου μια και καλή. Κι απ’ ό, τι φαίνεται αυτό το κάπου δεν είναι για μας τους δυο, άρα η ιστορία κάπου εδώ καταλήγει. Εσύ γουστάρεις αυτόν εδώ τον τόπο, εγώ πνίγομαι και φεύγω γι’ αλλού. Γυρίζω πίσω».

Με χαιρέτησε χωρίς να παραλείψει να με ευχαριστήσει για όλα τα καλά που είχαμε περάσει μαζί. Σαν καρφιά οι λέξεις του στα αυτιά μου. Το γνωστό ειρωνικό του ύφος, η ωραία του φωνή, ο κυνικός του τόνος, όλα γνώριμα. Κι όλα παράξενα μακρινά άξαφνα. Η καρδιά μου σκορπιζόταν σε χίλια κομμάτια αλλά το στόμα μου παρέμεινε κλειστό. Δεν θα έδινα δικαίωμα να με δει να κλαίω. Είχα καιρό γι’ αυτά, από την επόμενη κιόλας μέρα.

Χάθηκε στο πάρκο αφήνοντάς με να τα βγάλω πέρα μόνη με την επιστροφή μου στο σπίτι. Από δω κι εμπρός, άλλωστε, θα έπρεπε πια να τα βγάζω πέρα κάθε μέρα μόνη μου. Φαινόταν ξέγνοιαστος, μπορεί και κεφάτος. Εντυπωσιακά άνετος.

Πήρα το δρόμο του γυρισμού χωρίς να κοιτάξω καν πίσω μου. Την ίδια στιγμή, η σκηνή της αναχώρησής του, καθώς έτρεχα με χίλια πάνω στα ενδεχόμενα, είχε ήδη γίνει μακρινό παρελθόν μέσα στη σκέψη μου. Βρισκόμουν ήδη στο επόμενο στάδιο όπου μετά από καιρό, μόνη μου λέει στο σπίτι, τραγουδούσα ένα από τα παλιά ρεμπέτικα που του άρεσαν τόσο πολύ και κανόνιζα τις επόμενες κινήσεις της ζωής μου. Μακριά του. Ελεύθερη.

Όταν συνειδητοποίησα ποιο τραγούδι μου είχε κολλήσει απόρησα λίγο, αλλά το αντιπαρήλθα πάραυτα χωρίς να το πολυσκεφτώ. Δεν ήξερα αν στο επόμενο καρέ το όνομά μου θα ήταν Στεφανία, Λόλα ή Νατάσσα. Μου έφτανε που ήμουν εικοσιδύο χρονών κι έξω από την ασπρόμαυρη οθόνη μου η ζωή συνεχιζόταν πολύχρωμη.

The knife

Υπάρχουν μερικοί χοροί που μοιάζουν με μαχαίρια///Έχω ξεχάσει ποια ήταν η τελευταία φορά που χόρεψα κοιτώντας κάποιον στα μάτια από την αρχή μέχρι το τέλος του τραγουδιού///Κάτι τέτοιες αναμνήσεις χάνονται στα βάθη των αιώνων της παρελθούσης εφηβείας μου και συχνά αδυνατώ να τις επαναφέρω στο φως της μέρας, παρόλη την προσπάθεια///Πόσα από αυτά που ζούμε καθημερινά προορίζονται για το άλμπουμ των προσωπικών μας αναμνήσεων και πόσα βυθίζονται στα ξέπλεκα μαλλιά της λήθης;///Κάπου διάβασα πως υπάρχουν πολλοί τρόποι να ζει ένας άνθρωπος. Ένας από αυτούς είναι μέσα από τους άλλους///Μπαίνω στον πειρασμό να σκεφτώ το ίδιο και για τις αναμνήσεις μου///Έχουν πολλούς τρόπους να ζουν, κι ένας από αυτούς είναι μέσα από κάποιον άλλον άνθρωπο που είτε παρέστη στην εκάστοτε σκηνή είτε του την μετέφερα από πρώτο χέρι όταν όλα ήταν ακόμα εμφανή και πρόσφατα///Μεσοβέζικη εποχή, γεμάτη αλλαγές και προοπτικές αλλαγών που κανείς δεν γνωρίζει πού θα οδηγήσουν///Πριν λίγες μέρες μύριζα τα άνθη της νεραντζιάς και της λεμονιάς σε κάποιο δρόμο. Τώρα οσφραίνομαι τη δροσιά μιας αναποφάσιστης άνοιξης που μπαινοβγαίνει στις μέρες παίζοντας κρυφτούλι με τα νεύρα μου///Αλλάζουν οι εποχές και οι σκέψεις, οι σχέσεις και οι τέρψεις///Μέσα στην παραζάλη του επερχόμενου καλοκαιριού, έστω και εικονικά για μερικούς προς ώρας, ένας μικρός έρωτας τείνει να γεννηθεί///Ακόμα κι αν είναι εποχιακός δεν θα διστάσω///Θα του παραδοθώ αναντίρρητα, μιας και πάει πολύς καιρός από τότε που θυμάμαι πως αγάπησα για τελευταία φορά τον εαυτό μου///Τα σέβη μου.

(Yours, bb)

Αρέσει σε %d bloggers: