Χέρια φετίχ

(Warning: Ames sensibles s’ abstenir)

Μια έντονη μυρωδιά παραγινωμένου φρούτου γέμιζε το δωμάτιο. Δεν ήταν ακριβώς δυσάρεστη, ήταν όμως πολύ δυνατή. Πάνω στο τραπέζι είδα ένα πεπόνι κομμένο στα δυο. Οι άκρες του είχαν ξεραθεί εντελώς αλλάζοντας χρώμα από πορτοκαλί σε καφεκόκκινο. Μέσα στο πιάτο τα κουκούτσια έμοιαζαν με πασατέμπο που είχε ξεχαστεί για μέρες στον ήλιο. Δυο τρεις χορτασμένες μύγες πηγαινοέρχονταν ολόγυρα κάνοντας ακροβατικά.

Όλη αυτή την ώρα ένα κουνούπι έκοβε βόλτες γύρω από το πρόσωπό μου με ενοχλητική επιμονή. Το έδιωξα με το χέρι και προχώρησα. Το κρεβάτι του ήταν ξέστρωτο. Ένα λευκό σεντόνι κι ένα παχουλό μαξιλάρι ήταν στριμωγμένα στην άκρη, δίπλα στον τοίχο.

«Κοιμάσαι ανήσυχα;», τον ρώτησα βλέποντας πως με ακολουθούσε με το βλέμμα.

«Μάλλον όλα ανήσυχα τα κάνω», μου απάντησε ανάβοντας τσιγάρο. «Χτες κοιμήθηκα άσχημα. Έκανε ζέστη, έλιωσα στον ιδρώτα».

Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το ψυγείο. Έβγαλε το παγωμένο νερό κι ήπιε μια γουλιά  κατευθείαν από το μπουκάλι. Ύστερα το έτεινε προς το μέρος μου και με κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Το πήρα, ρούφηξα μια γουλιά και του το ξανάδωσα. Πάνω στην αλλαγή τα δάχτυλά μας ακούμπησαν για μισό δευτερόλεπτο. Παρατήρησα πως είχε βγάλει το φανελάκι του κι είχε μείνει γυμνός από τη μέση και πάνω. Το σώμα του θύμιζε άγαλμα.

«Πρέπει να ξεβάψεις τα νύχια σου», είπε σκύβοντας μπροστά στα πόδια μου. «Έχουν αρχίσει να χαλάνε».

Γονάτισε μπροστά μου και μου έλυσε τα πέδιλα. Η πλάτη του ήταν μαυρισμένη και μυώδης. Τα χέρια του κινούνταν γρήγορα, με επιδέξιες κινήσεις.

«Χέρια που ξέρουν το δρόμο», θυμήθηκα την πρωινή μου σκέψη και χαμογέλασα.

Όλα γίνονταν τόσο φυσικά που δεν είχα καν την απορία ή την ανάγκη να τον ρωτήσω τι συνέβαινε. Δεν ένιωθα καν αγωνία.

Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο μπάνιο. Δεν πρόβαλα αντίσταση, δεν μου εξήγησε το παραμικρό. Τράβηξε την πλαστική κουρτίνα και άφησε να τρέξει λίγο νερό. Με το που ζέστανε κάπως το ξανάκλεισε και άρχισε να με γδύνει. Όλη αυτή την ώρα εγώ δεν έκανα τίποτα. Τον άφηνα να με κάνει ό, τι ήθελε αναντίρρητα, μπορεί και με κάποια ενδόμυχη προθυμία. Γύρω από τη λάμπα το ταβάνι ήταν στολισμένο πρόχειρα με κάτι τεράστια κοχύλια που κρέμονταν από ένα σκοινί στερεωμένο κυκλικά με πινέζες.

«Δώσμου το ρολόι σου», είπε λίγο πριν με βάλει ολόγυμνη κάτω από το ντους.

Του έδωσα πειθήνια αυτό που ζήτησε και τον παρακολούθησα να το ακουμπά προσεκτικά στο τζαμάκι του μπάνιου. Περίμενα.

Μετά με έβαλε μέσα κι άρχισε να με πλένει σαπουνίζοντάς με παντού, προσεκτικά και ευέλικτα. Χωρίς να βιάζεται. Στην επαφή με το νερό ανατρίχιασα και τότε ντράπηκα λίγο που με έβλεπε έτσι. Έσκυψα το κεφάλι και τον κοίταξα ενώ έτριβε το σαπούνι πάνω στο σφουγγάρι. Σε κάθε του κίνηση μου φαινόταν πως ανακάλυπτα και κάτι καινούριο.

«Το σαπούνισμα ενός σώματος είναι σπουδαία επιστήμη», παρατήρησε με ουδέτερη φωνή καθώς έχωνε το χέρι του με το σφουγγάρι ανάμεσα στους μηρούς μου. «Θέλει προσοχή και ιδιαίτερη φροντίδα».

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένιωσα το δάχτυλό του να διαπερνά το σώμα μου γλιστρώντας απαλά ως το βάθος. Το τράβηξε απότομα πριν προλάβω να αντιδράσω και συνέχισε να με σαπουνίζει χαϊδεύοντάς με με το μαλακό σφουγγάρι. Το χειρότερο ήταν πως όλη αυτή την ώρα παρέμενε αφοσιωμένος στο έργο του χωρίς να μου δίνει την παραμικρή σημασία, φροντίζοντας ταυτόχρονα να με οδηγεί βήμα προς βήμα στον προορισμό μου.

«Με κάτι τέτοια τρελαίνεται ο κόσμος», σκέφτηκα κι έκλεισα τα μάτια.

Ύστερα έσκυψε, χώρισε ένα ένα τα δάχτυλα των ποδιών μου και βάλθηκε να σαπουνίζει το κενό ανάμεσά τους με εξαιρετική φροντίδα. Μετά ανέβηκε στις γάμπες και στα γόνατα. Καθάρισε προσεκτικά κάθε ρυτίδα και κάθε καμπύλη των γονάτων μου, με το πρόσωπό του σε απόσταση αναπνοής από το σώμα μου. Χάιδεψε την ήβη μου και πέρασε φευγαλέα το σφουγγάρι πάνω από τα στήθη μου. Μετά μου ανασήκωσε τα χέρια και ασχολήθηκε τρυφερά με τις μασχάλες μου, φροντίζοντας κάθε τόσο να περνάει στιγμιαία την άκρη του σφουγγαριού πάνω από κάθε ρώγα.

«Αυτό σημαίνει σηκώνω τα χέρια ψηλά», σάρκασα από μέσα μου.

«Τώρα γύρνα από πίσω», με πρόσταξε μαλακά. Το χέρι του ψηλάφιζε το μηρό μου. Το χάδι του ήταν ήρεμο, σχεδόν σαδιστικά απαλό. Συνέχιζε να μην με κοιτάζει στα μάτια.

Έκανα μεταβολή υπακούοντας στην εντολή του. Αμέσως μετά τον ένιωσα να κολλάει πάνω μου αγκαλιάζοντάς με από πίσω, με το πρόσωπο χωμένο ήδη στο λαιμό μου. Έγειρα πίσω το κεφάλι και αφέθηκα πάνω του. Η ανάσα του ήταν ζεστή. Η γλώσσα του έκαιγε πάνω στο σβέρκο μου. Τα χέρια του εξερευνούσαν τώρα τα στήθη μου, την κοιλιά και το λαιμό μου. Με τον ίδιο ήσυχο και επίμονο τρόπο. Κατάλαβα πως ήταν γυμνός.

«Έχεις πανέμορφα βυζιά», μου ψιθύρισε λαχανιασμένος. «Και πολύ καυλωτικό κώλο».

Με το ένα χέρι του έπαιζε με τις ρώγες μου και με το άλλο μου άνοιγε τα πόδια. Ένιωσα τα δάχτυλά του να ξαναχώνονται μέσα μου με ορμή. Αυτή τη φορά καθυστέρησε λίγο, εξερευνώντας το σώμα μου πιο αργά. Τα δάχτυλά του κουνιούνταν σαν ηλεκτρισμένα. Η απόλαυσή μου ήταν σχεδόν επώδυνη.

Κατάλαβα πως με χάιδευε με τρία δάχτυλα χωμένα από μπροστά ενώ το τέταρτο άρχιζε ήδη να ανοίγει δρόμο από πίσω. Βόγκηξα δυνατά και έσκυψα μπροστά. Τον ένιωθα να με διαπερνάει ολόκληρη. Στηρίχτηκα στη βρύση και τον άφησα να συνεχίσει αυτό που είχε αρχίσει πάνω μου.

«Άνοιξε λίγο τα πόδια σου, μωρό μου», είπε λίγο μετά. «Τώρα θα σου τον βάλω, ετοιμάσου».

«Αυτά που λέει είναι πιο καυλωτικά από αυτά που κάνει!», σκέφτηκα τρελαμένη.

Το σώμα μου γέμιζε μυρμήγκια  Στο στόμα μου μια παράξενη γεύση δαμάσκηνου ανακατευόταν γλυκά μαζί με το νερό που συνέχιζε να τρέχει.

Ανέκαθεν οι λέξεις είχαν πάνω μου μια ανεξήγητη επίδραση, σχεδόν καταλυτική. Σα να με μάγευαν απλώς και μόνο επειδή υπήρχαν και αρκούσε κάποιος να τις συνδυάσει σωστά μεταξύ τους για να με αιχμαλωτίσει μέσα τους για πάντα.

Υπάκουσα αμέσως. Άνοιξα τα πόδια λυγίζοντας κάπως τα γόνατα. Με πήρε γρήγορα, μπαίνοντας μέσα μου με ένα δυνατό σπρώξιμο. Συνέχισε να χτυπιέται πάνω μου για κάμποση ώρα, αφήνοντας πού και πού κάτι άναρθρες κραυγές που έμοιαζαν με φωνές ανθρώπου που πονάει.

«Οι εκφράσεις της ηδονής μοιάζουν πολύ με τις εκφράσεις του πόνου», μου έλεγε ο Νύσης τότε που ήμασταν μαζί. «Θεατρίνα είσαι, τα ξέρεις αυτά! Αν κοιτάξεις από μακριά έναν άνθρωπο που πονάει κι έναν άλλο που ετοιμάζεται να χύσει, δεν θα καταλάβεις ποιος κάνει τι. Οι εκφράσεις του προσώπου τους είναι ακριβώς ίδιες».

Τίναξα τη σκέψη του Νύση από το νου μου κι επικεντρώθηκα στα χάδια του άγνωστου Λευτέρη που φούντωνε μέσα μου σαν φωτιά. Το στομάχι μου με σούβλισε αιφνιδιαστικά. Ένας μικρός πανικός πέρασε σύριζα από τα μελίγγια μου. Το πρόσωπο του Νύση εμφανίστηκε ξανά μπροστά μου σαν αστραπή κι έπειτα γλίστρησε πάνω μου μαζί με το νερό που χανόταν κάτω από τα πόδια μας μέσα στο μεταλλικό σιφόνι. Δάγκωσα τα χείλη μου αγγίζοντας τα όρια του πόνου, χωρίς να ξέρω γιατί ακριβώς. Από ηδονή ή από οδύνη, μου ήταν αδύνατον να τα διαχωρίσω εκείνη τη στιγμή.

Ο Λευτέρης μου έσφιγγε τη μέση ενώ με το άλλο χέρι του με τραβούσε προς τα πίσω από τα μαλλιά. Δεν πρόβαλα καμία αντίσταση, από την αρχή ως το τέλος το κουμάντο το έκανε εκείνος. Λίγο πριν τελειώσω με ρώτησε αν ήμουν έτοιμη. Η φωνή του ήταν απόηχος της κόλασης.

Του απάντησα πως ναι, και τότε επιτάχυνε το ρυθμό του μέσα μου αφήνοντάς με σε λίγο ξέπνοη με τα χέρια ανοιχτά και το μάγουλο κολλημένο στα πλακάκια της ντουζιέρας.

Όταν κατάλαβε πως τελείωσα με έσφιξε πάνω του δυνατά. Ένιωσα το στόμα του στον ώμο μου και ένας οξύς πόνος με διαπέρασε κάτω από τη δαγκωνιά του. Οδύνη και ηδονή ανακατεύτηκαν μέσα μου σαν ιδανικό χαρμάνι.

«Η σειρά μου τώρα. Τα θες;», βόγκηξε αμέσως μετά, έτοιμος να ξεσπάσει.

«Ναι», του απάντησα μισοζαλισμένη, κυρτώνοντας το σώμα μου προς το μέρος του.

«Τότε ζήτα τα!», με πρόσταξε με δύναμη, ενώ συνέχιζε να χτυπιέται πάνω μου.

«Τα θέλω! Δώστα μου!», τον ικέτεψα τελειώνοντας για δεύτερη φορά και τότε τον ένιωσα να ξεχύνεται μέσα μου ζεστός και ελεύθερος.

«Πάρτα», ψιθύρισε ξέψυχα κι έπεσε πάνω στην πλάτη μου σαν κουρασμένη μαριονέττα.

Μείναμε για λίγο ακίνητοι κάτω από το νερό που έπεφτε πάνω μας σαν βροχή. Ο καθένας προσπαθούσε να ξαναβρεί την ανάσα του ανιχνεύοντας το ρυθμό της ανάσας του άλλου. Το κεφάλι μου βούιζε, το σώμα μου είχε μουδιάσει.

Τραβήχτηκε από μέσα μου το ίδιο ορμητικά όπως είχε μπει και αφού πλύθηκε βιαστικά ακουμπώντας με την πλάτη του την πλάτη μου βγήκε από τη ντουζιέρα. Τύλιξε γύρω από τη μέση του μια μαύρη πετσέτα και έστρωσε προς τα πίσω τα μαλλιά του. Μερικές σταγόνες νερού κύλησαν κατά μήκος της σπονδυλικής του στήλης. Το πάτωμα είχε πλημμυρίσει. Τον μιμήθηκα αμίλητη και έδεσα γύρω μου τη ριγέ διαφημιστική πετσέτα που μου πρόσφερε. Το λογότυπο της Trident τεντώθηκε πάνω μου χαμογελώντας.

«Είναι τρυφερός μόνο όταν είμαστε σε απόσταση ασφαλείας», σκέφτηκα ακολουθώντας τον στον διάδρομο. «Σε απόσταση αναπνοής, ή κι ακόμα πιο κοντά, είναι απότομος, σωστό αγρίμι».

Βγήκε ξιπόλητος και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο. Ξάπλωσε στο ξέστρωτο κρεβάτι και άναψε τσιγάρο αναστενάζοντας σιγανά. Τα χείλια του παρέμεναν σαρκώδη και μαβιά.

«Σίγουρα καραμέλες δαμάσκηνο. Τέτοια γεύση πρέπει να έχουν», σκέφτηκα παρατηρώντας τον σιωπηλά.

Δεν είχαμε φιληθεί ακόμα στο στόμα.

«Μιράντα είπαμε ε;», με ρώτησε ενώ και οι δυο ξέραμε πως θυμόταν πολύ καλά το όνομά μου.

«Ναι, Μιράντα», απάντησα απλά και πλησίασα στο παράθυρο.

Τα παντζούρια ήταν κουφωμένα και το σπίτι είχε δροσιά. Στην αυλή δυο σκυλιά χουζούρευαν κάτω από μια αιωνόβια ελιά. Ο ήλιος έδυε βάφοντας τον ουρανό με ένα συγκλονιστικό κόκκινο χρώμα. Οι μύγες είχαν εξαφανιστεί από το δωμάτιο ενώ το μαραμένο πεπόνι εξακολουθούσε να μυρίζει δυνατά αν και όχι δυσάρεστα.

Άνοιξα το ψυγείο και πήρα μια μπίρα από το ράφι. Ήταν παγωμένη και την είχα απόλυτη ανάγκη εκείνη τη στιγμή. Κάπνιζα κι έπινα κατευθείαν από το μπουκάλι, καθισμένη στο πλάι του πάνω στο κρεβάτι. Πίσω από την πλάτη μου ο τοίχος ήταν σχεδόν ζεστός. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος δίπλα μου, με τη μαύρη πετσέτα ριγμένη πάνω στους γοφούς του. Το σώμα του φαινόταν ακόμα πιο μαυρισμένο πάνω στο βαμβακερό σεντόνι που είχε γίνει μούσκεμα από τα νερά. Τα δάχτυλα των ποδιών του ήταν μακριά και όμορφα. Ήθελα να τα γλύψω. Τα μαλλιά του έμοιαζαν με αδέσποτα φύκια.

«Αυτό τον άντρα θα μπορούσα να τον ερωτευτώ σοβαρά», σκέφτηκα κλείνοντας τα μάτια μπροστά στην ομορφιά του, παρόλα τα κλισέ. Δεν ξέρω αν ήταν σεβασμός ή φόβος αυτό που ένιωσα εκείνη τη στιγμή, πάντως ήξερα ήδη πως τέτοιο μεγαλείο δύσκολα θα το άντεχα.

Με κοίταξε και χαμογέλασε αχνά. Σαν να είχε καταλάβει. Έσβησε το τσιγάρο του σε ένα τσίγκινο τασάκι τίγκα στις γόπες που σερνόταν στο πάτωμα και άπλωσε προς το μέρος μου το χέρι ζητώντας μου βουβά το μπουκάλι. Ανασηκώθηκα, έσβησα κι εγώ το τσιγάρο μου και του έδωσα την Άμστελ. Ρούφηξε μια γουλιά κι ύστερα την παράτησε στο πάτωμα, δίπλα στις ξέχειλες γόπες. Τα μάτια του μου θύμισαν βουρκωμένες λίμνες.

«Πώς να μοιάζει άραγε μια βουρκωμένη λίμνη;», αναρωτήθηκα ενώ κοίταζα στα μάτια την απάντηση.

Με τράβηξε αμίλητος κοντά του και χωρίς να υπάρχει η παραμικρή απορία ανάμεσά μας, χωρίς τίποτα να φαντάζει υπερβολικό, έπεσε πάνω μου και ξαναρχίσαμε να κάνουμε έρωτα αγκαλιασμένοι. Με κρατούσε σφιχτά κι εγώ τον κόλλαγα ακόμα πιο δυνατά πάνω μου, σαν να του ζητούσα βοήθεια.

Σμίξαμε γρήγορα, χωρίς πολλά προκαταρκτικά, σα να επρόκειτο για κάτι επείγον. Τα χέρια του με τύλιξαν σαν σάρκινες κλωστές. Χέρια φετίχ.

Αν κάποιος μας κοίταζε από ψηλά θα έβλεπε πως είχαμε αγκαλιαστεί όπως ακριβώς κάνουν οι άνθρωποι όταν, σε μια παραισθητική στιγμή του χρόνου, νιώσουν ξαφνικά πως μια απροσδιόριστη απειλή έχει αρχίσει να φτερουγίζει συνωμοτικά πάνω από τα κεφάλια τους.

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on 20 Μαΐου, 2010, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 21 Σχόλια.

  1. Φοράδα στ΄αλώνι

    Θες κι άλλη απόδειξη ότι τις ….φοβόμαστε τις λέξεις…
    χαχαχαχαχαχα
    Ξέρεις πόσοι το έχουν μέχρι τώρα διαβάσει, αλλά ….δυσκολεύονται στον σχολιασμό; 🙂

    Κι εγώ, που πολλές φορές απέναντί τους δεν είμαι όσο ατρόμητη θα ήθελα τι να πω; Μόνο να ευχηθώ…
    Σε όλους μας.
    Κάθε φορά που νοιώθουμε πάνω από το κεφάλι μας μια απροσδιόριστη απειλή να υπάρχουν δίπλα μας διαθέσιμα και μεγαλόψυχα τέτοια ….χέρια…. να μας φτάσουν ψηλά… Πολύ ψηλά… Όσο κάθε φορά χρειάζεται για να κοιτάξουμε την απειλή κατά πρόσωπο….

  2. Εγώ δε θα σχολιάσω τα συναισθήματα. Αυτά δεν επιδέχονται σχολιασμό…
    Θα σχολιάσω το κείμενο που το βρίσκω πραγματικά πολύ καλό.
    Δύσκολο θέμα…
    Δύσκολο να το εκφράσεις και δύσκολο να καταφέρεις με τις λέξεις σου να μην μορφάσει ο αναγνώστης σου. Για οποιονδήποτε λόγο…
    Εσύ τα κατάφερες. 🙂

  3. @Μικρό μου Πόνι

    Χαχαχα! Μικρό σοφό μου, βλέπω τα χτυπήματα που έχει το ποστ και κοιτάζω μετά τα σχόλια, που είναι ως ώρας μόνο δύο, κι έτσι έχω ήδη πειστεί γι’ άλλη μια φορά περί λέξεων και τόλμης.
    Βέβαια, ενδέχεται να το διαβάζει κάποιος και να μην έχει κάτι να πει, να μην θέλει να σχολιάσει. Οπότε, και πάλι οι λέξεις βρίσκουν τη λειτουργία τους ακόμα και σιωπηρά.
    Ωραία η ευχή σου! Εξαιρετική!
    Σαββατογεννημένη είσαι? Πιάνουν όσα εύχεσαι ή να ποντάρουμε ξανά στην εύνοια της θεάς τύχης? Και τα δυο καλά μου ακούγονται!
    Σε ευχαριστώ, μικρό μου 🙂

    @Lilith

    Αυτό που επισημαίνεις είναι πολύ σημαντικό για μένα. Εξ αρχής ήξερα πως είναι δύσκολο κι αμφιλεγόμενο κείμενο, και ποτέ δεν ξέρεις πώς θα το εκλάβει ο αναγνώστης. Πόνταρα όμως σε εντυπώσεις σαν τη δική σου. Που αφορούν κάτι περισσότερο από την απλή στιγμιαία τέρψη πάνω από συγκεκριμένα αποσπάσματα.
    Με πλήρωσες και με το πάρα πάνω!
    Σε ευχαριστώ πολύ για την προσοχή και για τα καλά σου (και τόσο ενθαρρυντικά) λόγια 🙂

  4. Εγώ να ευχηθώ ότι και στους γάμους
    «άντε και στα δικά μας»

    Πι Ες
    Δύσκολος ο σχολιασμός (όντως) σε ένα τόσο γλαφυρό(τατο) κείμενο
    🙂

  5. Κυρία μου ένα έχω να σας πω μπράβο σας και πάλι μπράβο σας!
    Ξέρετε να χαίρεστε τη ζωή σας και αν το κείμενο είναι μυθοπλασία τότε ξέρετε να την φαντάζεστε!!
    Σας είπα μπράβο?
    Και ξανά μπράβο σας!

  6. @Lena

    Πρόσεξε τι εύχεσαι γιατί μπορεί να σου συμβεί, έλεγε μια φιλενάδα μου και δεν ξέρεις πόσο δίκιο είχε 🙂
    Μακάρι όσα εύχεσαι λοιπόν να σε βρουν όπως τα θέλεις.
    Σε ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη και για το γενναίο σχόλιο 🙂

    @roundel

    Μικρή μου σας ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας και σας εύχομαι τα καλυτερότερα! 🙂

  7. ΌΤαν διαβάζω στα μπλογκς ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΑ (το χη με υ) κείμενα αυτού του περιεχομένου, αναρωτιέμαι γιατί ο μπλογκερ δε βάζει ένα Χ, ένα κάτι τις βρε αδερφέ, να ξέρουμε πριν διαβάσουμε! Αν το διαβάσεις λάθος ώρα, την πάτησες. Κι όταν η περιγραφή είναι τόσο γλαφυρή, άστα να πάνε (κι ακόμα χειρότερα, όταν ο συμπρωταγωνιστής κάτι σου θυμίζει 😉 ).

  8. @Αννανούλα

    Ολάκερη Προειδοποίηση είχα ΠΡΙΝ το αρχίσεις, τι άλλο να έκανα η καημένη κι εγώ? Κοτζάμ ταμπέλα έβαλα, που το έχεις το μυαλό σου? 😉
    Σου θυμίζει κάτι ε? Χααααα… Τυχερούλα! 🙂

  9. Τελικά, έχει την πλάκα του το να διαβάζεις μια ιστορία ξεκινώντας από το τέλος και καταλήγοντας στην αρχή!
    Μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση και των δύο προηγούμενων ποστ που αποτελούσαν το… παρελθόν της ιστορίας που διάβασα πρώτα και μπορώ να πω ότι το απόλαυσα περισσότερο έτσι! 🙂
    Τα κείμενά σου διαβάζονται αβίαστα και «κυλάνε» σαν το νερό.
    Δε χρησιμοποιείς επιτηδευμένες φράσεις και φράσεις κλισέ και καταφέρνεις να δημιουργήσεις εικόνες υπαρκτές και να ερεθίσεις όλες τις αισθήσεις με χρώματα, αρώματα, γεύσεις και ήχους!
    Keep up the good work… 😉

  10. @Lilith

    Ε αυτό δεν το είχα φανταστεί! Από το τέλος προς την αρχή, ε? Χμ… Βρε λες να είναι καλή ιδέα?… 🙂
    Χαίρομαι πάρα πολύ που σου φάνηκε πως η ιστορία φεύγει αβίαστα και απλά. Και που δε σκάλωσες σε τυποποιημένα πράγματα κατά την ανάγνωση. Αυτό που θέλω είναι να γίνονται όλα φυσικά και να στέκουν εκεί που σκοπεύω εξαρχής να τα βάλω.
    Είναι ενθαρρυντικό για μένα αυτό το πολυλειτουργικό σχόλιο.
    Μερσί!!!

    • Η ομορφιά βρίσκεται στην απλότητα…
      Όχι βέβαια στην… απλοϊκότητα. Στην απλότητα.
      Είναι πολύ κουραστικό να διαβάζεις κείμενα που, ο συγγραφέας, από την πολλή του προσπάθεια να γράψει κάτι το εξαιρετικό, πετάει κυριολεκτικά μέσα λέξεις, φράσεις, εικόνες τόσο πομπώδεις και άσχετες μεταξύ τους, που νιώθεις σαν να βρίσκεσαι σε μια πνευματική «βαβέλ» από την οποία δεν βγάζεις κανένα νόημα και αναρωτιέσαι στο τέλος αν το πρόβλημα βρίσκεται σε σένα!
      Κείμενα που μοιάζουν σαν κάτι κυράτσες που ντύνονται «λατέρνες» για να πάνε στον γάμο της ξαδέλφης τους, φορώντας λαμέ πράσινο χτυπητό φόρεμα και κόκκινα παπούτσια! 🙂
      Το δικό σου κείμενο, είναι ντυμένο με ένα απλό, γουστόζικο φόρεμα, όμορφο πέδιλο και σικ τσαντούλα… 😉

      Καλό σου απόγευμα!

  11. @annanas

    Αγγλογαλλιστί.
    τι σε στέλναμε στο Γαλλικό Ινστιτούτο και στο Βρεττανικό Συμβούλιο τόσα χρόνια? Ε? 🙂

  12. ««Πώς να μοιάζει άραγε μια βουρκωμένη λίμνη;», αναρωτήθηκα ενώ κοίταζα στα μάτια την απάντηση».

    Και μόνο γι’ αυτή τη φράση, ακόμα και ΜΙΑ (παρατραβηγμένη αλλά πιθανή, βλ. αννανά) υπόνοια πορνογραφίας να υπήρχε διαλύθηκε αυτοστιγμή!

    Και μόνο γι’ αυτή τη φράση!…

    Ζωγραφιά ήταν, όχι κείμενο.

    @annanas
    κάτι σχόλια σαν τα δικά σου θέλει να αποφύγει ο μπλόγκερ ενός ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟΥ (με Η το χη) ιστολογίου που απευθύνεται σε προχωρημένους λύτες.

    Με κάτι τέτοια που λες μου φαίνεσαι αρχάρια στο είδος (στη λογοτεχνία εννοώ), κι απορώ με την υπομονή του Θεωρήματος…
    Απόψεις.

  13. @Lilith

    Τώρα με κάνεις και φουσκώνω σαν παγώνι! 🙂
    Μερσί, μερσί, μερσί για τις σκέψεις σου!

    @Time

    Θενξ, Τάιμ. Χαίρομαι που στάθηκες στη φράση αυτή.
    Και για μένα ήταν δυνατή η αίσθηση της εικόνας, που ήθελα πραγματικά να καταφέρω να αποδώσω πειστικά.

    Μη μαλώνεις με τον αννανά, ο καθένας μπορεί να έχει τη γνώμη του και να την εκφράζει ελεύθερα, όποια κι αν είναι.

  14. Γνώμη σου. Αν αμφισβητούσα το ταλέντο της Theorema ούτε θα έμπαινα στο μπλογκ της, ούτε λινκ θα το είχα, ούτε θα την επαινούσα κάθε τόσο για τα γραπτά της. Το «πετυχημένο» ένα παιχνίδι ήταν, αλλά φαίνεται ότι οι προχωρημένοι λύτες καμιά φορά είναι και κακόβουλοι.

    Theorema ευχαριστώ για την υπομονή σου.

  15. @annanas

    Φρόνιμα βρε εκεί στη γαλαρία 🙂
    Θα σας τραβήξω το τσουλούφι λέμε!
    Αννανούλα αύριο με τον κηδεμόνα σου.
    Τάιμ, αποβολή!

  16. Οι σκηνές που παραλείπονται ανάμεσα στα επεισόδια της τελευταίας τριλογίας δίνουν επιπλέον ένα ιδιαίτερα κινηματογραφικό στυλ στα κείμενα. 😉

  17. Αυτό το σχόλιο μ’ έσβησε…

  18. Αχ αυτοί οι καλοκαιρινοί ιδρωμένοι άντρες σου βρε γλυκιά μου, μας πέθανες πάλι…
    Αλλά τα είπες όλα «Με κάτι τέτοια τρελαίνεται ο κόσμος», και σίγουρα αυτά τα «τέτοια» είναι άξια τρέλας όχι σαν κάτι άλλα των καιρών…

    ΥΓ: Η τρυφερότητα και χυδαιοτητα ταυτόχρονα είναι πεμπτουσία στον έρωτα. Βάλε μέσα και τη μη-σκέψη. Ζοώδεις παλμοί νομίζω, αυτή είναι η συνταγή 🙂

  1. Παράθεμα: Ανάμεσα στο κενό « Γυμνά Πόδια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: