Monthly Archives: Ιουλίου 2011

Σώμα από άργιλο

Κάθισε στην καρέκλα του καφενείου απλώνοντας στο πλάι της τα ψώνια της ημέρας. Παρήγγειλε καφέ και μια βανίλια υποβρύχιο στο παιδί που κατέφθασε με το δίσκο στο χέρι. Της έγνεψε ένα ευγενικό «μάλιστα» με το κεφάλι, όμως εκείνη δεν έδωσε την παραμικρή σημασία.

Στο καντούνι έκανε δροσιά, κάτω από τις καμάρες η σκιά πάντοτε έκοβε κάπως τον μεσημεριανό λίβα. Απέναντί της, μια παρέα γέρων έπαιζαν πρέφα φωνάζοντας δυνατά. Έβγαλε το καθρεφτάκι από την τσάντα της και κοιτάχτηκε με προσοχή. Σκούπισε μια μικρή τσίμπλα που γεννιόταν στην άκρη του ματιού και έστρωσε το κραγιόν της. Κάποιος της φώναξε από απέναντι «Γεια σου Ρόζα με τα ωραία σου! Στις ομορφιές σου πάλι, κωκώνα μου. Εις υγείαν!» και ύψωσε προς το μέρος της ένα ποτήρι νερό.

Η Ρόζα τον κοίταξε ανέκφραστη, έγνεψε ένα ευχαριστώ με το κεφάλι και επανήλθε στο καθρεφτάκι της αρχοντικά.

Τίποτε από όσα της έλεγαν οι άνθρωποι δεν μπορούσε να την συγκινήσει.

Μικρή ερωτική ιστορία

Το ξενοδοχείο είναι χωμένο σε ένα στενό σοκάκι της παλιάς πόλης. Γύρω ταβέρνες, ψαράδικα, ανήλικες πόρνες από την Αφρική, ξεκοιλιασμένα σκουπίδια. Κρεμιέται στο παράθυρο και κοιτάζει προς το λιμάνι. Οι ώμοι της κρυώνουν μα παραμένει ακίνητη. Τα βυτιοφόρα έχουν αράξει δίπλα δίπλα, μοιάζουν με τεράστιες σαρδέλες. Από κάτω περνάει ένας ναύτης που βήχει και φτύνει με χυδαιότητα. Πετάει τη γόπα της στην άσφαλτο και κλείνει το παντζούρι. Λίγη από την υγρασία της αυγής έχει προλάβει να μπει στο δωμάτιο μαζί της.

Τον περιμένει από στιγμή σε στιγμή. Θα μπει μέσα και θα μυρίζει Δεκέμβριο. Θα κάνουν έρωτα πριν και μετά το πρωινό -καφές και κρουασάν από το σούπερ μάρκετ, ίσως και τίποτε μπισκότα ολικής. Θα μιλήσουν, θα καπνίσουν, θα κοιταχτούν. Θα της πει πόσο της πάνε τα ξανθά μαλλιά και θα του προτείνει να κάνουν αγκαζέ μια βόλτα στο χιόνι. Το στόμα τους θα μυρίζει τσιγαρίλα και ανθρωπίλα μαζί, τα χέρια τους πρόσφατο γαμήσι.

Το απόγευμα εκείνος θα μπει στο καράβι κι εκείνη θα επιστρέψει στο ξενοδοχείο της. Πάνω από το κρεβάτι της έχει κρεμάσει τη φωτογραφία του, εκείνη με τη στολή και το μουστάκι. Θα κάνει μήνες να τον δει, πάντα έτσι συμβαίνει με τα ταξίδια του. Εκείνος θα σηκώσει το γιακά και θα αφήσει πίσω του τα πάντα. Στο επόμενο λιμάνι η Κρεολή με το εφταμηνίτικο θα τον περιμένει ξαναμμένη.

Εκείνη θα φωνάζει κάθε πελάτη με το δικό του όνομα.

Σιγά όμως, να μην ακουστεί. Ψιθυριστά.

Ο έρωτας σκοτώνει.

.

(οπωσδήποτε κλικ στην κομματάρα, pls)

Μεσημέρι δίχως όνομα

Είναι κάτι μεσημέρια του Ιούλη που μοιάζουν με μειλίχιους εισβολείς///Νομίζω πως δεν πατάνε σε κανένα σημείο του χρόνου///Ούτε στο παρελθόν, ούτε στο παρόν, και τι να ξέρω για το μέλλον///Μοιάζουν με τα σπίτια των ιθαγενών ψαράδων του Ειρηνικού, που στηρίζονται σε καλάμια – άρα ούτε στη γη, ούτε στο νερό, ούτε στα σύννεφα///Σπίτια φτιαγμένα από χαρτί///Με διάφανα πατώματα και ψάθινους τοίχους///Όπως τα μεσημέρια αυτά///Μεσημέρια έκθετα, μπάσταρδα μέσα στην όποια εποχή τους, παρόλα αυτά αγαπημένα///Πλωτά μεσημέρια που με ένα τσακ εξατμίζονται και τυλίγουν την σκέψη σαν σεντόνια από γάζα κρητική ή αιγυπτιακό βαμβάκι///Μεσημέρια απρόοπτα, που αν ήταν αστέρια θα έπεφταν πριν καν προλάβω να κάνω μια ευχή///Συνήθως, σε κάτι τέτοιες απροσδιόριστες περιπτώσεις, τα μεσημέρια αυτά είναι πολύ λυρικά, ασαφή και συναισθηματικώς φορτισμένα///Αν ήταν άνθρωποι θα ήταν σίγουρα ασπρόμαυροι, ήρωες βγαλμένοι από κάποια ταινία του ’60///Και θα αγκαλιάζονταν με τρόπο απελπιστικό, σχεδόν μοιραίο///Όπως κρατιούνται συνήθως οι ήρωες των φωτορομάντζων ή των ινδικών υπερπαραγωγών///Σαν να μην υπάρχει σήμερα, αύριο ή κάποτε///Αφοπλιστικοί και συνεπείς στους ρόλους του πάθους τους///Αν ήταν χρώματα θα ήταν σίγουρα κίτρινα, πολύ κίτρινα και χνουδωτά///Σαν μαλακές πετσέτες με μυρωδιά μελιού ή ανθρώπινης ενδοχώρας///Αν ήταν ήχοι θα ήταν ο αντίλαλος ενός γέλιου από μακριά, ίσως από τα βάθη του χρόνου///Προς τα μπρος ή προς τα πίσω δεν είμαι βέβαιη να πω///Αν ήταν γεύσεις θα ήταν τσάι γιασεμί ή το αντίθετό του///Καραμέλες κανέλα, δηλαδή, που καίνε τη γλώσσα και αναστατώνουν τη γεύση και την όσφρηση μαζί///Αν ήταν σχέδια θα έμοιαζαν με τα πρωτόλεια του Χουάν Μιρό, τότε που δοκίμαζε χαμόγελα στην αρχή μιας σκάλας///Αν ήταν σημεία του σώματος θα ήταν η μυστική περιοχή στο πίσω μέρος ενός αυτιού ή ενδεχομένως στην κοιλότητα μιας υγρής μασχάλης///Αν ήταν λέξεις θα ήταν δυο ρήματα, ίσως το «έλα» ή το «θες»///Αν ήταν παιχνίδια θα ήταν κόκκινα ατσάλινα ποδήλατα με λαμπερές ακτίνες, όπως εκείνα που υπήρχαν στα καταστήματα πριν μερικές δεκαετίες και προορίζονταν μόνο για παιδιά///Αν ήταν φωτογραφίες θα ήταν θολά κλισέ νιόπαντρων ζευγαριών του μεσοπολέμου, που ποζάρουν αδημονώντας ανάμεσα σε στυφούς συγγενείς και καλοσιδερωμένες προικώες δαντέλες///Αν ήταν ήρωες βιβλίου θα ήταν Γάλλοι ευγενείς χαμένοι σε κάποια χειμωνιάτικη βρετανική επαρχία///Αν ήταν μουσική θα ήταν μάλλον σκόρπιες νότες από ένα πιάνο κληρονομιάς///Αν ήταν ουσία θα ήταν αψέντι μέσα σε νομαδική σκηνή, που λιγοστεύει κάτω από τις γουλιές που πίνουν τα στόματα της ερήμου///Αν ήταν γεωγραφικό μήκος και πλάτος θα ήταν μια κοραλιογενής θάλασσα που δεν την έχει βρει ακόμη η χάρτης///Αν ήταν εκδοχή θα ήταν σίγουρα η επόμενη/// Αν ήταν ενέργεια θα φώλιαζαν μέσα σε δυο τετράγωνους γονατιστούς μαγνήτες///Αν ήταν υλικό θα ήταν ακρυλική μπογιά πάνω στα δάχτυλά ενός ξένου που καπνίζει///Αν ήταν δυνατόν, τούτο εδώ το μεσημέρι θα άκουγε μουσική κάτω από το τραπέζι ή θα ήταν σκεπασμένο με το σεντόνι ενός ξενοδοχείου και θα περνούσε μέσα σε μιαν ανήσυχη αγκαλιά///Τα σέβη μου.

In the zoo

Τα μακρόσυρτα απογεύματα του βορρά είναι υγρά και γαλάζια. Κατευθύνουν τα βήματα των ανθρώπων της πόλης σε μεγάλους ζωολογικούς κήπους με δύο μόνο ζώα, γάτες ή σκύλους, ποτέ κάτι άλλο.

Αν αναρωτηθεί κανείς γιατί αυτά τα ζώα απαντώνται σε ζωολογικό κήπο και όχι σε κάποιο σπίτι, η λύση είναι απλή: γιατί αυτά τα ζώα δεν θέλουν να τα μεταχειρίζονται σαν βασιλιάδες αλλά σαν υποτακτικούς, κι επίσης μόνον εκεί μέσα είναι βέβαιο πως θα έχουν έμπνευση, ακρυλική τροφή και βρόχινο νερό για να επιβιώσουν. Τα σκυλιά και οι γάτες των ζωολογικών κήπων δεν είναι όπως τα οικόσιτα. Έχουν άλλες ανάγκες, πιο βαθιές και πιο ιδιότροπες. Είναι ξεχωριστές ράτσες, πολύ παράξενες. Γι’ αυτό και σπανίζουν.

Η βροχή στις χώρες του βορά μοιάζει με κινητή λίμνη. Αφήνει τους ανθρώπους να κάνουν περίπατο μέσα της και να βρέχουν τα δάχτυλά τους στις όχθες της. Καμιά φορά τρυπώνει στο λαιμό τους και τους διατρέχει τρυφερά. Σαν αιφνίδιο χάδι. Ή σαν γατίσια γλώσσα που της αρέσει να γεύεται ανθρώπινο δέρμα και να μυρίζει τον φρέσκο ιδρώτα του. Μερικές φορές ανακατεμένο με λίγο άρωμα – Angel κατά προτίμηση ή έστω κάτι το ίδιο χαρακτηριστικό.

Μετά από τόση προετοιμασία, οι βρεγμένοι άνθρωποι του βορά μπαίνουν στον ζωολογικό κήπο και στέκονται μπροστά στα μικρά κλουβιά. Ταΐζουν με γυμνό χέρι τα ζώα και ταυτόχρονα, με κάθε μπουκιά, αφήνουν τον χορτασμό να τους γεμίζει και τους ίδιους. Περνούν λίγη ώρα κοιτώντας τα ζώα στο στόμα και στα μάτια και μετά σταματούν. Έπειτα τινάζουν τα χέρια τους προσεκτικά και τα αποχαιρετούν με ένα μυστικό νεύμα.

Το βράδυ επιστρέφουν στα σπίτια τους και συνεχίζουν να σκέφτονται τα ζώα του ζωολογικού κήπου. Είναι παράξενη η παρέα που κάνουν οι άνθρωποι μαζί τους. Μερικές φορές, γύρω στα μεσάνυχτα, τα αφήνουν να  τρυπώνουν στα όνειρά τους και να τους συντροφεύουν με κάτι χάδια απολύτως ερωτικά. Το επόμενο πρωί, όταν ξυπνούν, βγαίνουν ξανά στους βρεγμένους δρόμους και συλλογίζονται όλα όσα τους έχουν συμβεί.

Τα σαββατοκύριακα οι ζωολογικοί κήποι κλείνουν. Οι σκύλοι και οι γάτες πηγαίνουν βόλτα στην Ιστιαία, στην Ύδρα, στη Βαρκελώνη, στα κάστρα της Κέρκυρας ή στη αγορά του Saint Gilles και ασχολούνται με σαφώς πραγματικότερες και πολύ πιο ηλιόλουστες ιστορίες.

Από Δευτέρα όλα ξαναρχίζουν κανονικά, μαζί με τη βροχή.

Ένα ακρυλικό απόγευμα

Θα ήθελα μια μέρα να καλέσω για τσάι κάποιον που οι αγαπημένες του πίτες να είναι εκείνες που δεν δοκίμασε ακόμα. Και, κυρίως, οι πίτες που πρωταγωνιστούν στο Twin Peaks. Και που θα έδινε τα πάντα για μια κερασόπιτα, που θα την δοκιμάζαμε μαζί, με λίγο πράσινο τσάι και άφθονη συμπάθεια. Ταυτόχρονα θα μιλούσαμε για τον Μπάρτον Φινκ, για τον Σαίξπηρ, για τις ιδανικές παραλίες των καρτ ποστάλ και για κάτι θάλασσες γεμάτες ροζ αλάτι.

Εννοείται πως θα ήμασταν και οι δυο καθισμένοι κάτω από το τραπέζι – το γιατί δεν θέλει ρώτημα.

«Θέλεις τσάι;…,» θα τον ρωτούσα. Κι εκείνος θα μου έλεγε απλώς «Ναι».

Έτσι θα ήθελα να συμβεί το πρώτο μας ακρυλικό απόγευμα.

Μετά θα παίζαμε το παιχνίδι των δέκα ερωτήσεων και θα φτιάχναμε εξάστιχα ποιηματάκια με λίγες μόνο λέξεις και πολλά νοήματα. Λίγο πριν το τέλος του απογεύματος -πάντα απόγευμα συμβαίνουν αυτές οι μαγικές συναντήσεις- θα του έκανα δώρο έναν κόκκινο παπαγάλο και μετά θα του μαρτυρούσα στο αυτί το όνομα της γάτας μου, εκείνης της γνωστής, που τις νύχτες κάθεται απέναντί μου αμίλητη και καπνίζει κοιτώντας το σκοτάδι…

 

Ka-Ching!

7:45 το πρωί, πίνω καφέ κρεμασμένη στο παράθυρο του ξενοδοχείου που με φιλοξενεί προσωρινά μέχρι να μπω στο σπίτι μου///Από την απέναντι πλευρά του δρόμου, σε κάποιο διαμέρισμα, ένας άντρας κραυγάζει πως «όλα έχουν τα όριά τους» και «αρκετά πια!» καθώς και διάφορα άλλα που δεν διακρίνω καλά///Από μέσα ακούγεται ένα παιδί που κλαίει γοερά///Πάρα μέσα μια γυναίκα διαμαρτύρεται αδύναμα///Αυτή η σκηνή επαναλαμβάνεται καθημερινά από τότε που ήρθα σε αυτό το ξενοδοχείο///Πρωί και βράδυ///Την υπόλοιπη μέρα λείπω στη δουλειά///8:50 στο μετρό///Που πάντα φεύγει τη στιγμή που πατάω το πόδι μου στην εξέδρα///Ένα ερωτευμένο ζευγαράκι φιλιέται περιπαθώς///Μπαίνουν στο ίδιο βαγόνι με μένα και συνεχίζουν να φιλιούνται και να χαϊδεύουν τις μύτες τους///Συνήθως παρόμοιες εικόνες δεν με ενοχλούν, το αντίθετο μάλιστα, αυτή τη φορά όμως δεν γίνεται έτσι///Ένα φαρμακερό κεντρί μου σουβλίζει το στομάχι///Αποστρέφω το βλέμμα μου να μην τους βλέπω///Η ευτυχία των διπλανών δεν πάει κάτω εύκολα///Ειδικά όταν μέσα μας γουργουρίζει μια σαφέστατη, ξινισμένη ζήλεια///10:30 κατεβαίνω στο αίθριο για τσιγάρο///Ο φύλακας με ρωτάει πώς πάνε τα πράγματα στην Ελλάδα///Του απαντώ πως από την ημέρα που επέστρεψα στο Βέλγιο η επαφή μου με τα πράγματα είναι ψιλοχαμένη άρα ό,τι βλέπει στην τιβί///Μου υπενθυμίζει όλο παράπονο πως πέρυσι στη Σαντορίνη πλήρωνε πέντε ευρώ για ένα ποτήρι κρασί και τι να του κάνει;///Αυτός «χρειαζόταν ένα μπουκάλι για να καταλάβει ηλιοβασίλεμα»///Γνέφω με κατανόηση και του εύχομαι φέτος όλα να είναι καλύτερα (!)///12:45 στο εστιατόριο της δουλειάς η Ν. μας λέει για τη γάτα της που έβγαλε κονδυλώματα και της έκανε εγχείριση///Με την υπνωτική ένεση το ζωντανό έπεσε ξερό για ένα 24ωρο και η Ν. είδε κι έπαθε να το συνεφέρει///Μαζί με την εγχείριση ζήτησε να της κάνουν και μια στειρωσούλα, έτσι, «για να έχει το κεφάλι της ήσυχο»///Τη γάτα τη λένε Τσίκα και δεν θα δει ποτέ τις χαρές της μητρότητας///Το κεφάλι της Ν. πάντως έχει ησυχάσει///16:00 τρέχω στην τουαλέτα και διαπιστώνω πως είναι κατειλημμένη///Στρίβω και χώνομαι στων ανδρών///Βγαίνοντας πέφτω πάνω στον  Έλληνα συνάδελφο Κ. και του λέω «γειαααααα» χαμογελώντας///Μου απαντά «Χαίρετε!» και με κοιτάζει λιγάκι έκπληκτος να κλείνω πίσω μου την πόρτα με το αγοράκι στο πάνω μέρος///17:05 ετοιμάζομαι να φύγω///Ο Α. έρχεται και με ρωτάει αν θέλω να συμμετάσχω σε μια συνεδρίαση για μια καινούρια έκδοση που έχουμε στα σκαριά///Απαντώ πως όχι, φυσικά, τώρα σχολάω///Με κοιτάζει δήθεν έκπληκτος και με ρωτάει «Στ’ αλήθεια δεν θες να ενημερωθείς και να τελειώσεις το απόγευμά σου συντροφιά με τον Ι. κι εμένα στην καντίνα;» (εκεί θα γίνει η συνεδρίαση)///Του λέω πως ναι, σίγουρα προτιμώ να τελειώσω το απόγευμά μου μόνη και ανίδεη///Φεύγει κάνοντας «τσκ! τσκ!» και εγώ αναρωτιέμαι αν είναι καλύτερα να κόψω τις φλέβες μου με το ψαλίδι ή να χωθώ στην πρώτη ιρλανδέζικη παμπ που θα βρω για να πνίξω τον πόνο μου στις Μακφάρλαντ///Τελικώς επικρατεί η λογική και το μόνο που κάνω είναι να βγω για έναν περίπατο στη βροχή///Χωρίς ένα χέρι να πιαστώ, να πιαστώ να κρατηθώ στο πλάι μου///Χωρίς ένα τυχαίο δέντρο να ρίξω πάνω του τον καημό μου σαν γνήσια drama queen///Δίχως καν ένα κατακόκκινο σέξι φόρεμα, έστω για τα μάτια του κόσμου…///Τα σέβη μου.

(αυτό το ωραίο τραγούδι έπαιζε σε όλη τη διαδρομή του μετρό, εκεί που οι ερωτευμένοι φιλιόντουσαν κι εγώ δυσφορούσα και…)

Διαπίστωση

– Δεν είμαι αυτή που νόμιζα πως ήμουν, είπε και χαμογέλασε κοντά στο ακουστικό του τηλεφώνου.

– Και ποια είσαι δηλαδή;

– Αυτή ακριβώς που ορκιζόμουν πως δεν είμαι, μουρμούρισε δαγκώνοντας μια παρανυχίδα δίπλα στο κοντοκομμένο νύχι της.

– Καλό ή κακό είναι αυτό;…

– Απλώς αλήθεια, απάντησε και έγλυψε το ματωμένο δάχτυλο.

It feels scary but strangely ok

Τι (χ)ώρα είναι τώρα που συννεφιάζει από νωρίς και το βράδυ παύει να αρκεί το λινό σεντονάκι και το φανελάκι του ύπνου που μια χαρά με κάλυπτε μέχρι χτες;///Σκέφτομαι τα προχθεσινά διαμάντια της παραλίας δίπλα στο πατρικό, το ωραίο αθηναϊκό μπαλκόνι με τις δάφνες και την χαϊδεμένη ελιά, τα βράδια στο Παρασκήνιο και στη Μαβίλη με τους φίλους που ιδρωκοπούσαμε μαζί, και αναρωτιέμαι: τι παραλογισμός είναι αυτό το πράγμα, αυτή η απροσδιόριστη έννοια που ονομάζουμε χρόνο;///Και πώς στα κομμάτια λειτουργεί;///Παρά τους ατσάλινους λεπτοδείκτες και τα δρομολόγια των τρένων και των αεροπλάνων που φεύγουν την κατάλληλη στιγμή, παρά τα ημερολόγια που τα ξεφυλλίζουμε μηχανικά σαν να μην υπάρχει χθες ή αύριο, παρά τα προσδιορισμένα ραντεβού και τα απροσδιόριστα παρά πέντε, αυτή η έννοια μου διαφεύγει///Όχι ότι τα πήγαινα ποτέ καλά με ο,τιδήποτε τακτοποιημένο και αποδεδειγμένο επιστημονικά, αλλά καθώς αλλάζουν οι εποχές και οι συνιστώσες γύρω μου, νομίζω πως το κακό -ή μήπως το καλό;…- παραγίνεται///Αλλάζουν οι εποχές και τα κοινά σημεία, κι όλα συμβαίνουν σαν να μην πέρασε μια μέρα από την τελευταία φορά που ξανασυνέβαιναν///Όσα μέχρι πρότινος μοιραζόμασταν με τρόπο αυτονόητο σήμερα αποτελούν διαφορετικές κυκλικές πραγματικότητες///Διαβάζω φίλους που μιλούν για καυτές παραλίες, ιουλιάτικες βουτιές, κέντρα κι απόκεντρα της χώρας, θερμοκρασίες και προγνωστικά καιρού και χαμογελώ///Εδώ είναι μία ώρα νωρίτερα, δυο μήνες αργότερα, μια ζωή πιο πέρα///Και τι να διηγηθώ εγώ η μόνη σε όλους αυτούς τους μαζί;///Οι καινούριες πραγματικότητες ανέκαθεν με γέμιζαν ανασφάλεια και μια κάποια ενοχή///Δεν ξέρω γιατί, κι αν πάλι το ψυχανεμίζομαι θα προτιμούσα εδώ να μην το μπλέξω όλο αυτό///Εδώ και τώρα, εννοώ///Γιατί σε αυτήν εδώ την (χ)ώρα η πραγματικότητα είναι διαφορετική, άλλα πρόσωπα, άλλα βαρομετρικά και άλλοι τόποι φτιάχνουν την προστατευτική μεμβράνη μου///Η πραγματικότητά μου είναι κάπως παρα-δοξη///Πώς να μοιραστώ τα σημεία του καιρού και τα ίχνη των καιρών εκ του μακρόθεν;///Ξανάρθε η στιγμή που θα πρέπει να πιάνουμε κουβέντα για ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα///Και όχι άλλο για κοινά βιώματα, εντυπώσεις καθημερινές και ρεαλιστικά συμπεράσματα για τα δρώμενα ενός τόπου///Ο ένας τόπος έγινε πολλοί///Και αυτό, όπως είπε και η φίλη μου η Έρικα feels scary but strangely ok///Και εδώ εντοπίζω σήμερα το ζουμί των σκέψεών μου και την παραξενιά των αισθημάτων μου///Σε αυτή την όμορφη φράση///It feels scary but strangely ok///Τα σέβη μου.

Νευρικό σύστημα

Αν εξαιρέσουμε τα λεφτά ως απάντηση, η ερώτηση είναι η εξής: Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που παίρνουν ενστικτωδώς μαζί τους οι άνθρωποι όταν τρέπονται σε άτακτη φυγή; Ή επίτηδες, όταν πηγαίνουν ένα μακρινό ταξίδι; Ή όταν απλώς φεύγουν από εκεί όπου βρίσκονταν μέχρι τώρα έχοντας γεμίσει προσεκτικά τις βαλίτσες τους; Τι παίρνουν μαζί τους οι άνθρωποι;  – Φωτογραφίες παίρνουν μαζί τους. Μόνο φωτογραφίες. Μόνο αυτό. Έτσι νομίζω.

Τι παράξενο πράγμα που είναι ο χρόνος. Και τι κοινότοπη η διαπίστωσή μου. Αν όμως σε ρωτήσω πού πήγαν όλες εκείνες οι βόλτες μας στο Παρίσι, στη Στοκχόλμη, στην Αντίπαρο, στο κάστρο της Μονεμβασιάς, στις παραλίες της Κέρκυρας, στα σεντόνια ενός ξεχασμένου γερμανικού ξενοδοχείου, στα κανάλια της Γάνδης, στους πάτους των ποτηριών μας, στα σκυμμένα μας βήματα κάτω από την Ακρόπολη, στις ταχυδρομικές σελίδες που ανταλλάσσαμε όσο διαρκούσαν ακόμη οι ωραίες απορίες μας, και όπου, όπου  αλλού, τι θα μου απαντήσεις; Πού πήγαν εκείνες οι βόλτες μας; Ποιες από αυτές να θυμάσαι, άραγε; Και γιατί;

Έβλεπα ένα ρεπορτάζ με κάτι παραδείσιες παραλίες ενός νησιού κάπου στον Ειρηνικό. Γαλάζια νερά, χρυσαφένια άμμος, ασυννέφιαστος ουρανός, γαλήνη. Τον χειμώνα, στις ίδιες γυμνές παραλίες, ξεβράζονται τα πτώματα των ψαριών που πάγωσαν από το κρύο. Κείτονται εκεί ολομόναχα, ογκώδη και αηδιαστικά. Γκρίζα. Με βλέμμα τόσο ακίνητο όσο και η καρδιά τους ή οποιαδήποτε προοπτική. Η εικόνα ήταν τόσο αντιφατική που μου έκοψε την ανάσα. Κυρίως εξαιτίας της βιαιότητας με την οποία περιέγραφε την ωμή αλήθεια.

Πίσω από τις πέτρινες κορυφές της Sagrada Familia, στη Βαρκελώνη, υψώνονταν κάτι μεταλλικοί γερανοί. Χέρι χέρι το αριστούργημα με το τερατούργημα, αγαπημένα αδέλφια. Θυμάμαι την ανατριχίλα που είχα νιώσει διακρίνοντας την αντίφαση. Σίδερο και πέτρα – σκληρά υλικά. Ήταν μεσημέρι. Εμείς πίναμε καφέ στο πεζοδρόμιο, έκανε ζέστη και τα περαστικά αυτοκίνητα σήκωναν μια ξεραμένη σκόνη σαν καφετί αλεύρι που μας έτσουζε στα μάτια. Εγώ, παρόλα αυτά, σκεφτόμουν: «Να μια ευτυχισμένη στιγμή που δεν πρέπει να ξεχάσω«.  Ίσως επειδή γελούσαμε. Και ήξερα πως ήταν νωρίς ακόμα.

Όπως ποτέ δεν θα ξεχάσω κι εκείνο το ζεστό νυχτερινό πεζούλι της οδού Μεθώνης, δίπλα στη γλάστρα, με τις δυο τεράστιες μπίρες που έλεγες πως δεν θα καταφέρναμε ποτέ, κι εγώ χαμογελούσα και χάιδευα την ευτυχία στην άκρη του αριστερού σου χεριού. Και σου έλεγα πως κανένας άνθρωπος στη γη δεν έχει ωραιότερα χέρια από τα δικά σου. Και μου αρκούσε που ήσουν εκεί, ξέρεις, δεν ήθελα τίποτε άλλο στη γη. Μου αρκούσε εκείνο το πεζούλι, με σένα κι εμένα δίπλα δίπλα, να χτυπάμε πισώπλατα τις βεβαιότητες του καλοκαιριού και κάθε τι προβλέψιμο. Δεν ήθελα τίποτε άλλο στη γη. Το ξέρεις.

Τι να σκέφτονται τα πουλιά μέσα στα δέντρα όταν, εντελώς ξαφνικά, μέσα στη νύχτα, η πλατεία γεμίζει δακρυγόνα και πανικό; Κλαίνε άραγε τα πουλιά ή απλώς κλείνουν τα μάτια τους και φεύγουν;

Χθες το βράδυ είπες «Έχει απίστευτο φεγγάρι. Και κάτι αστέρια…«. Κι εγώ το μόνο που ήθελα να σου πω εκείνη τη στιγμή ήταν πως αυτό που έβλεπες, αγάπη μου, δεν ήταν αστέρια. Ήταν το νευρικό μου σύστημα που είχε ήδη αρχίσει να σκορπίζεται στον ουρανό. Δεν είπα τίποτε όμως. Αρκέστηκα σε ένα νεύμα και σε ένα τσιγάρο που άναψα λίγο αργότερα, σύριζα στο κάγκελο του μπαλκονιού. Αμετακλήτως μόνη και ασυγχώρητα οξυδερκής. Χωρίς απορίες. Χωρίς προσδοκίες. Χωρίς ούτε καν εκείνο τον παράδοξο φάρο στην άκρη του πουθενά, τον ολομόναχο, που λέγαμε πως θα μπορούσε κάποτε να μας μετατρέψει σε αγίους.

Αρέσει σε %d bloggers: