Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2011

Στεγασμένοι άστεγοι

 
Μια νύχτα, γύρω στη μία εδώ στο βορρά, είδα κάτι και ήθελα να σου στείλω την εικόνα.
Είναι από αυτές τις εικόνες που τραβούν την προσοχή μου κάθε τόσο. 
Στο δρόμο έχει ακόμα κίνηση.
Ένα αυτοκίνητο περνάει και ακούγεται δυνατή ραπ μουσική.
Έχει συννεφιά, κανένα φως στον ορίζοντα.
Ξέρεις πώς είναι…
Ξάφνου ο άστεγος της πλατείας σηκώνεται από το τσιμεντένιο παγκάκι και φωνάζει.
Σπάει ένα μπουκάλι στην άκρη του σπιτιού του – μένει στο παγκάκι – και ακούγεται η φωνή.
Η φωνή του.
«Non, rien de rien, non, je ne regrette rien…».
Ο άνθρωπος άρχισε να τραγουδάει μέσα στα σκοτάδια, ολομόναχος, με περαστικά αυτοκίνητα και σύννεφα να πετάνε.
Με τα χέρια απλωμένα σαν φτερά, και το πείσμα πείσμα.
Και το σπασμένο μπουκάλι στο χέρι.
Τρυφερότητα και αγριότητα, αγκαλιά.
Σε αυτή την απίθανη σκηνή.
Κράτησε λίγο, δευτερόλεπτα.
Αλλά έλιωσα.
Όχι, πες μου, δεν ήταν ένα μικρό θαύμα;…

(Αφιερωμένο εξαιρετικά στον gasireu που το είδε πρώτος και στον  Κ.Κ.Μoiri που σήμερα επέμεινε να το βγάλω στο φως και στον οποίο οφείλω τον τίτλο)

Αντικατοπτρισμοί από έναν άλλο πλανήτη

Πάει καιρός από τότε που σταμάτησα να πιστεύω στις συμπτώσεις///Ούτε στην τύχη πιστεύω///Τα πάντα είναι αποτέλεσμα λογικών διαδικασιών και – ασυνείδητων, ίσως – επιλογών///Η μόνη βοήθεια που θα μπορούσα να αποδεχτώ πως υπάρχει έξωθεν, είναι οι βολικές συνθήκες, που αν τις εκμεταλλευτεί κάποιος σωστά, τον οδηγούν κατόπιν στο αναμενόμενο///Και αυτό όμως, οι βολικές συνθήκες, είναι αποτέλεσμα ανθρώπινων επιλογών και χειρισμών///Αλλιώς θα περνούσαν απαρατήρητες///Λέγαμε χτες με τη φίλη μου πως στη ζωή υπάρχουν δύο πράγματα///Ο Φόβος και η Αγάπη///Αν καταφέρει κάποιος και υπερβεί τον φόβο μόνο τότε μπορεί να αγγίξει την αγάπη///Ανάμεσα σε αλκοολικές γουλιές, τσιγάρα, γέλια, σιωπές, καταφέραμε και συνοψίσαμε, έστω και περιεκτικά, το νόημα του κόσμου///Τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα της καθημερινότητάς μας είναι απλώς και μόνο το βλέμμα μας///Αν στον καθρέφτη βλέπω το είδωλό μου και τρομάζω, ο Φόβος κυριαρχεί///Η ανασφάλεια, η αμφιβολία, ένα αδύναμο Εγώ///Αν εγκρίνω αυτό που βλέπω επειδή κάποιος άλλος με επαίνεσε γι’ αυτό, τότε το βλέμμα του έχει καταστεί κριτής και αξιολογητής του πολυτιμότερου αγαθού μου///Του εαυτού μου///Λέγαμε πως είναι οδυνηρό να σε βαθμολογεί κάποιος άλλος για αυτά που είσαι///Ειδικά αν έχεις ξεπεράσει την τρυφερή ηλικία των τεσσάρων ετών, όπου η αξιολόγηση των τρίτων είναι αναμενόμενη μα σου περνάει και λιγάκι απαρατήρητη///Γιατί αφήνουμε τους ανθρώπους να μας μετράνε;///Και τι είδους άνθρωποι κατακτούν αυτό το δικαίωμα πάνω μας;///Τα παιχνίδια εξουσίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι///Το μέγεθός τους όμως θα έπρεπε να εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις δικές μας ανάγκες και διαθέσεις και όχι από την όρεξη του άλλου///Βέβαια, ο σαδιστής χωρίς τον μαζοχιστή δεν δύναται να υπάρξει///Και αυτό νομίζω επικυρώνει την άποψη πως αυτό το ατελείωτο αλισβερίσι, αυτό το αιώνιο δούναι λαβείν, είναι απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο///Τα όρια καλό είναι να γίνονται σεβαστά///Και η ηθική να μην παραγκωνίζεται, γιατί τότε ο άνθρωπος  ξεχνά το ρόλο του και εκφυλίζεται///Αυτός ο ρόλος είναι να θέσει εαυτόν στην υπηρεσία της ζωής, και όχι του θανάτου///Συμβολικά μιλώντας, εξυπακούεται///Αυτό είναι για μένα η ηθική///Η αυτονόητη αφιέρωση στην υπηρεσία της ζωής, νέτα σκέτα///Το μόνο πεδίο μάχης που ενδεχομένως να μην χωράει όρια είναι ο έρωτας///Για να τον κατακτήσουμε όμως, θα πρέπει πρώτα να έχουμε διαβεί το κατώφλι του φόβου///Και να το έχουμε κάνει γενναία, όμορφα, με άξιο τρόπο///Με πάθος και πίστη///Τόσο στον εαυτό μας, που δεν χρειάζεται αντικατοπτρισμούς σε ξένα μάτια για να αποκτήσει ή να χάσει αξία, παρά μόνο μηνύματα έλξης, επιθυμίας και ανοιχτοσύνης, όσο και στους άλλους///Σε εκείνους τους σπάνιους, μαγικούς  Άλλους που ξέρουν να γίνονται αόρατοι όταν χρειάζεται, ορατοί όταν επιθυμείται, να διεισδύουν μέσα μας άφοβα, σαν να βουτούσαν σε μια άγνωστη χώρα, σε μια θάλασσα, σε έναν άλλο πλανήτη, παρόλα αυτά με την ωραιότερη ικανότητα του κόσμου κεκτημένη τους///Ποια είναι αυτή;///Να είναι άξιοι να χειριστούν την αναπνοή και το όλον τους τους με τέτοιο τρόπο ώστε το ταξίδι μέσα στον Άλλον να είναι μακρύ, θαρραλέο, απαλλαγμένο από τον Φόβο της ασφυξίας και τον κίνδυνο της ματαίωσης///Να μην λιποψυχίσουν όταν το όποιο ρίσκο τους ταράξει τα αρχικά σχέδια της βουτιάς – ο έρωτας δεν είναι αναλυτική κατάσταση εσόδων και εξόδων///Να ξέρουν μεγαλόκαρδα να δίνουν ευκαιρίες///Μόνο έτσι γίνεται να φτάσει ο άνθρωπος στην πόρτα της ευτυχίας και να καταφέρει να την ανοίξει, αν αυτό είναι που θέλει πραγματικά///Κρίμα δεν είναι να στέκεσαι στο κατώφλι της χαράς, να φτάσεις στην πηγή που έψαχνες, και νερό να μην πιείς;///Πώς τα καταφέρνεις μετά να ζεις με τέτοια δίψα;///Τα σέβη μου.

Deep Skin

Δυο μικρά μεταλλαγμένα πλάσματα, αυτό είχαμε γίνει. Άσχημα κι ελεεινά, μέσα στην διαβρωμένη ανοησία μιας εποχής που μας έπνιγε σαν δακρυγόνο. Μόνο που δεν είχαμε δάκρυα εμείς, δεν είχαμε καν δακρυγόνους αδένες. Δεν κλαίγαμε. Η λύπη μας ήταν ένας μεγάλος θυμός, μια έκρηξη που όποτε έβρισκε λόγο και τρόπο να αναδυθεί από τα μαύρα βάθη μας, έπαιρνε το πάνω χέρι, έσκαγε βίαια στον κόσμο και έσπερνε την καταστροφή.

Μας άρεσε να εμφανιζόμαστε πού και πού στον πάνω κόσμο, εκεί όπου λένε πως ζουν οι φυσιολογικοί. Εκεί όπου ζούσαμε κι εμείς πρωτύτερα.

Εμείς οι μεταλλαγμένοι είμαστε καταδικασμένοι να κυνηγάμε τα σκοτάδια μέσα στους υπονόμους, στις τρώγλες της πόλης, ανάμεσα στα ερείπια. Εκεί όπου ανθρώπινο ον δεν πατά ποτέ, παρά μόνο ποντίκια, σαύρες, νυχτερίδες και μαύρες σκέψεις ευδοκιμούν. Μόνο αρρώστιες και ουρλιαχτά τριγύρω.

Μέσα μας είχαμε μεγάλη σκληρότητα, οργή, πόνο. Από όσα είχαν γίνει, από όσα περιμέναμε και δεν έγιναν και από όσα είχαμε αποκλείσει κι όμως τελικά μας είχαν διαλέξει να πέσουν πάνω μας αυτά. Οι αλλαγές πάνω μας δεν είχαν έρθει αυτομάτως. Σιγά σιγά, ένα χέρι, ένα πόδι, μια καρδιά, ένας αδένας, μια έμμονη ιδέα, έχαναν το δρόμο τους και ξέφευγαν από το σύστημα. Μεταλλάσσονταν σε κάτι παρεμφερές, παρόλα αυτά έχαναν δια παντός τις φυσικές τους ιδιότητες και την πρωταρχική τους λειτουργία. Από άνθρωποι αρχίσαμε σιγά σιγά να γινόμαστε τέρατα. Τρομακτικά πλάσματα χωρίς παρελθόν και μέλλον, εγκλωβισμένα σε ένα παράλογο παρόν. Όσα μας είχαν συμβεί μέχρι τότε προτιμούσαμε να τα ξεχνάμε. Λίγο λίγο μείναμε δίχως παρελθόν. Ποιος αντέχει να θυμάται μια ηλιόλουστη μέρα μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο ανθρώπους και χαρά, όταν ζει μια ατέρμονη νύχτα σε μια σήραγγα στα τρίσβαθα της γης συντροφιά με ποντίκια και δράκους;

Συναντηθήκαμε σε μια εξόρμηση στην πόλη, όπου είχαμε ανεβεί προς άγραν θυμάτων και θαυμάτων, αν μπορεί κανείς να ονομάσει έτσι τη στιγμιαία χαρά που μας προσέφερε ένα τρομαγμένο παιδικό βλέμμα στη γωνία ενός δρόμου, μια πνιχτή κραυγή από το στόμα της ανύποπτης γυναίκας που βιάζαμε κι αφήναμε αιμόφυρτη στο δρόμο ή τα ουρλιαχτά ενός κοιλαρά παντοπώλη που προσπαθώντας να μας βγάλει έξω από το μαγαζί κατέληγε διάτρητος από τη τζαμαρία της βιτρίνας του, πάνω στην οποία τον είχαμε εκτοξεύσει.

Εκείνη έψαχνε αντίδοτο στο δηλητήριο της νύχτας της, μου είχε πει. Εγώ πάλι έψαχνα εκδίκηση για την ύπαρξή μου την ίδια. Μόνο που, επειδή δεν ήξερα ποιον να εκδικηθώ, είχα αποφασίσει να τσακίσω τους πάντες. Αργότερα ομολογήσαμε πως κατά βάθος ο ένας τον άλλον αναζητούσαμε, μόνο που τότε δεν το γνωρίζαμε αυτό, κι αν ακόμα το γνωρίζαμε σίγουρα δεν το είχαμε παραδεχτεί ούτε στον εαυτό μας.

Με εντυπωσίασε το φως που αναδύονταν από μέσα της, αυτή η παράξενη λάμψη της που φάνταζε παράταιρη για ένα πλάσμα του δικού της είδους. Μόλις την είδα, κάτι μέσα μου φώναξε «Εδώ!». Την πλησίασα εύκολα, ήταν και αυτή σε ευαίσθητη ώρα. Ανταλλάξαμε ονόματα και ιδιότητες, και την επόμενη στιγμή υποσχεθήκαμε να τα ξεχάσουμε δια παντός. Το κάναμε. Δυο εικόνες θα μέναμε ο ένας για τον άλλον, και μας ήταν αρκετό. Άλλωστε, στην τέχνη της εξαπάτησης ήμασταν και οι δύο άσσοι.

Μου είπε πως σε μένα την εντυπωσίασε η κυνική και απόλυτη ψυχρότητά μου. Απόρησα, γιατί πρώτη φορά το άκουγα αυτό. Συνήθως οι άνθρωποι με πλησίαζαν για όσα νόμιζαν πως είχα να τους προσφέρω και όχι για όσα είκαζαν πως ήμουν ικανός να τους κλέψω. Δεν φοβήθηκε, μου είπε, να μοιραστεί μαζί μου λίγο φως. Αρκεί στο τέλος να την κόλλαγα λίγη από την αρρώστια που έκρυβα στις φλέβες μου, να έπαυε να σιγοκαίει ολομόναχη και αφόρητα θερμή στον ζοφερό μας κάτω κόσμο. Πρώτη φορά άκουγα για το δηλητήριο αυτού του είδους. Ποτέ ως τότε δεν είχα φανταστεί πως κάποιος θα έτρεχε να γλιτώσει από κάποιου είδους θέρμη. Μου άρεσε η προοπτική του παιχνιδιού, με ξεσήκωνε, αποφάσισα να δοκιμάσω.

Αφού ρημάξαμε την πόλη εκείνη τη νύχτα, αυτή καίγοντας σαν δάδες τους άτυχους περαστικούς που έπεφταν στα δίχτυα της νομίζοντας πως μέσα της θα έβρισκαν μια γάργαρη πηγή να δροσιστούν, κι εγώ όσες ανίδεες ήλπιζαν να τσακίσουν κάτω από το ψηλό τακούνι ή το κόκκινο νύχι τους την απόλυτη ψυχρότητα μου, πήραμε το δρόμο της επιστροφής προς τα ενδότερα. Χεράκι χεράκι, γελώντας σατανικά.

Ο κάτω κόσμος έγινε το υπέροχο βασίλειό μας. Μας περιέθαλψε σαν όστρακο που κλείνει μέσα του δυο μαύρα μαργαριτάρια και τα προστατεύει από τους αλιείς. Οι χαρακιές από τα νύχια μου γύρω από τα ολόλευκα μπράτσα της έγιναν πληγές που αφόρμισαν και αργούσαν τρομακτικά να κλείσουν. Τα στήθη της τα έκανα πεδίο μάχης και καταστροφής. Ηδονιζόμουν να συντρίβω όλα όσα είχε μέσα της και την φώτιζαν αγγελικά. Στο συμμετρικό της πρόσωπό λάτρευα να φτύνω και να χύνω βρώμικο σπέρμα και ιώδη σάλια. Μέσα από την αποδόμησή της αναγεννιόμουν και άνθιζα. Της ρούφαγα το αίμα καλώντας την να μου απλώσει η ίδια το χέρι της και να με παρακαλέσει να πιω. Δεν μου έφερνε αντιρρήσεις, είχε απόλυτη ανάγκη την καταστροφή. Και το έβλεπα.

 

Tης άρεσε να μου κλέβει, ξύνοντάς με οδυνηρά, κομματάκια από τους πάγους μου, να διδάσκεται από τον άγριο κυνισμό μου, να βασανίζεται απορροφώντας τους κραδασμούς της αχόρταγης λύσσας μου. Ήταν η μικρή μου μαθήτρια που συνάμα με δίδασκε και με απορροφούσε σε κάτι εξωφρενικό, τρελαμένο. Ηδονιζόταν με τις στιγμές της φρίκης μου, με θαύμαζε σαν έκπτωτο θεό, με λατρεία. Με έβαζε να πρωταγωνιστώ στους εφιάλτες της και να γίνομαι η κινητήριος δύναμη της διαστροφής της. Μαζί μου απολάμβανε τον πόνο λες και ήταν η πρώτη της φορά που κάτι την πονούσε. Εκλιπαρούσε για την ταπείνωση, την περιφρόνηση, την παγωμένη μου ανάσα, έτρεμε σαν το παιδί που κλαίει κι οδύρεται πάνω στο βυζί μιας στεγνωμένης μάνας για λίγη μάταιη ζωή, όταν δεν την κοιτούσα.

Ζούσαμε παράξενα, αλλόκοτα μονιασμένοι, και οι δυο φρικτοί. Οι καυγάδες μας μάς άφηναν ξέπνοους, να παλεύουμε με ενδεχόμενα και καταστάσεις που ελάχιστα μας είχαν απασχολήσει στο παρελθόν. Παρόλα αυτά ένιωθα – και νομίζω κι εκείνη – πως αυτό το παραμορφωμένο μόνοιασμα που μοιραζόμασταν ανάμεσα στις ιαχές ήταν ό, τι σημαντικότερο και απολύτως ταιριαστό για μας τους δυο σε αυτό τον άτυχο πλανήτη. Γλείφαμε ο ένας τις πληγές του άλλου και αυτοθεραπευόμασταν. Πρόσκαιρα μα δυνατά. Ανάμεσα σε αφόρητες σεισμικές δονήσεις και γλυκό κολύμπι σε ήρεμα νερά. Ανάμεσα σε δυσθεώρητα ύψη ερωτικής κάβλας και απύθμενα σκοτάδια αυτοκαταστροφής και ματαιότητας. Ζούσαμε κολλημένοι, τυφλοί και κουφοί, μόνοι και μαζί, κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους του αυτοσχέδιου υγρού κελιού μας. Δυο υψιπετή πουλιά του Κάτω Κόσμου, χωρίς βλέφαρα ή φτερά, μόνο με λέπια και γλίτσα μέσα στα μάτια.

Μου άρεσε να την βλέπω να βασανίζεται οικτρά μπροστά στην άθραυστη καρδιά μου. Απολάμβανε ως το μεδούλι της το σπαραγμό μου μπροστά στις εκλείψεις της. Πέθαινα να την σέρνω στο χώμα, να την μαστιγώνω με βρισιές, να της κλείνω το στόμα φυλακίζοντας τις κραυγές της. Αγαπούσε σαν αδερφό τον ακρωτηριασμένο εαυτό μου. Μου δινόταν απόλυτα, σχεδόν με μίσος. Της δινόμουν ακόμη περισσότερο, πέφτοντας πάνω της σαν φαλτσέτα που έχει ανάγκη να τριφτεί σε άσπιλο δέρμα παρθένας κόρης.

Από μια διεστραμμένη άποψη, τόσο καιρό μετά, κοιτώντας πίσω, θα έλεγα πως εμείς οι δύο, αυτά τα δυο λυπηρά μεταλλαγμένα τέρατα, αυτές οι δυο χαμένες στιγμές του χρόνου, εκείνο τον καιρό είχαμε καταφέρει να αγαπηθούμε κανονικά. Με πάθος. Η μαύρη τρύπα που μας έκρυβε, το θλιβερό μας σπίτι, για λίγο είχε γεμίσει φως. Το σκοτάδι της είχε διαλυθεί, το δηλητήριό της είχε πάψει να την σκοτώνει. Οι φρίκες και οι θυμοί μου είχαν αρχίσει να λιώνουν μαλακά. Εκεί όπου παλιότερα έβλεπα μόνο εκδορές τώρα είχα αρχίσει να βλέπω χάδια.

 

Ο καιρός πέρασε κι εμείς οι δυο είχαμε αρχίσει να γινόμαστε ένα. Σκίζαμε ο ένας τις σάρκες του αλλουνού και χώναμε δικά μας κομματάκια μέσα. Φτύναμε το σάλιο μας στο απέναντι στόμα και αφήναμε να κυκλοφορούν ελεύθερα μεταξύ μας τα μικρόβια, το βάλσαμο, η χολή και η γλυκιά νάρκη της εξομοίωσης. Δεν καταλαβαίναμε τότε πως το κάναμε αυτό. Δεν καταλαβαίναμε πως άρχιζε να συμβαίνει.

Ρουφούσαμε αχόρταγα ο ένας τον άλλον, δυνατά. Ήθελε να γίνει εγώ και ήθελα να γίνω εκείνη. Στις ελάχιστες κουβέντες μας που δεν καταλήγαμε να σερνόμαστε ημιθανείς ο ένας στα πόδια του αλλουνού, βεβαιώναμε ο ένας τον άλλον πως κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ. Πως δεν το είχαμε σκοπό ούτε ανάγκη.

Η αρρώστια όμως είναι κολλητική. Κανείς δεν της γλιτώνει. Ένα πρωί ξυπνήσαμε μαζί, στο ίδιο κρεβάτι, κοιτάξαμε δεξιά και αριστερά και αυτό που αντικρίσαμε μας έκανε να τιναχτούμε. Δεν ήμασταν πια εμείς οι δύο ξαπλωμένοι χέρι χέρι στο σάπιο στρώμα του υπόγειου κρεβατιού μας. Δεν ήταν Εκείνη και δεν ήμουν Εγώ. Ήταν δύο άλλοι. Άγνωστοι. Φρικτοί. Σιχαμένοι. Δεν αναγνώρισα το πρόσωπό της, κι εκείνη έφριξε με τη δική μου εικόνα. Oρμήσαμε έξω από το δωμάτιο και αρχίσαμε να τρέχουμε αλαφιασμένοι. Στο τέλος του τούνελ δεν υπήρχε φως. Υπήρχε μόνο ένα Αδιέξοδο, απλό και συνηθισμένο.

Σπάσαμε τα δόντια μας στον τοίχο, οι μύτες μας θρυμματίστηκαν, τα σαγόνια διαλύθηκαν από την πρόσκρουσή μας στο κρύο τσιμέντο. Πέσαμε κάτω ανήμποροι, απορημένοι. Μείναμε μέρες εκεί, να τρώμε τα ξεραμένα αίματά μας, να πίνουμε τα κάτουρα, να κοιμόμαστε πάνω στη βρωμιά της υπόγειας στοάς. Να απορούμε.

Ο χρόνος περνούσε, εμείς μέναμε ακίνητοι και τρελοί. Με έξυνε με τα νύχια της και της ζέσταινα την πλάτη. Με νανούριζε να κοιμηθώ και της έδιωχνα τους εφιάλτες. Με τάιζε τις άκρες από τα δάχτυλά της και την πότιζα σάλιο αλμυρό. Με μαλάκωνε όταν αγρίευα και την ξυπνούσα όταν πήγαινε να σβήσει. Συμφιλιωνόμασταν. Ο πάτος του υγρού κελιού είχε γίνει το καινούριο μας σπίτι. Το τσιμεντένιο αδιέξοδο που είχε κρύψει τη μεταμόρφωσή μας, εκείνη που δεν είχαμε αντέξει εκείνο το καταραμένο πρωινό, σιγά σιγά μας τύλιγε σαν γάζα. Δεν ξεφύγαμε ποτέ. Ακόμα κι αν οι πραγματικοί μας εαυτοί ζουν χωριστά αιώνες και έτη φωτός πια, ο ένας μακριά από τον άλλον.

Οι εαυτοί εκείνοι ξεχάστηκαν. Δεν θα ξαναβρεθούν ποτέ μπροστά μας. Τώρα πια, δύο άλλοι εκείνη κι εγώ, σερνόμαστε σαν αγαπημένα, πληγωμένα σκουλήκια ο ένας δίπλα στον άλλον σιωπηλά. Δεν ξέρω τι απέγιναν εκείνοι οι δυο του Κάτω Κόσμου, οι παλιοί. Το μόνο που ξέρω πως οι δυο καινούργιοι εμείς, οι δυο συγκάτοικοι του Φωτεινού Αδιεξόδου, του αδιεξόδου που με τα μάτια μας και μόνο καταφέραμε να φωτίσουμε στα ξαφνικά, προχωράμε δίπλα δίπλα στον πανικό, αφήνοντας ξωπίσω μας σαλιωμένα και γλιδερά ίχνη.

Παράλληλα όμως, πλέον, όχι χέρι χέρι. Αλλάξαμε μορφή. Αλλάξαμε κατευθύνσεις.Την τέχνη της εξαπάτησης την ασκούμε πια σε ξεχωριστά τοπία.

 

(Να τι παθαίνει κανείς αν διαβάζει εναλλάξ gasireu και Charles Burns τις φεγγαρόφωτες νύχτες : αρχίζει να σκέφτεται και να μοιάζει με Λυκάνθρωπο)

Δεν.

Δεν μπορώ πια να κοιμηθώ νωρίς.

Εγώ κι εσύ είμαστε ένα – και το ένα τούτο δεν υπάρχει!

«Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.
Ποιο είναι το χρέος μου;
Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν’ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.
Περπατώ στ’ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.
O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου.»
Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει:
«Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου!
Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!» «

(Ν. Καζαντζάκης, Ασκητική)

Καταστρέφοντας έναν άγγελο


ΕΡΩΤΑΣ

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –
ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.
Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.
Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,
φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριὰ σπασμῶν.
Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,
ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.

(Ντ. Χριστιανόπουλος)

.

Η Ωραία Ρεμέδιος έπινε τεκίλα

Χτες τη νύχτα γέννησα ένα κορίτσι. Μόλις το πήρα στην αγκαλιά μου παρατήρησα το μικροσκοπικό της κεφάλι. Ένιωσα πως αυτό το πρόσωπο το είχα ξαναδεί. Ήταν ολόιδια εγώ. Αφαίρεσα την αυτοκόλλητη ταινία που της σκέπαζε το μισό πρόσωπο και χάζεψα τα χείλια, τα μάτια, τα μάγουλά της. Έσφιξα πάνω μου τρυφερά το κορμί της και σκέφτηκα πως ήταν πολύ παράξενη αυτή η ομοιότητά μας.

Το κορίτσι μεγάλωνε πολύ γρήγορα. Οι ώρες που περνούσαν πάνω της μετρούσαν για χρόνια. Μέσα σε μία μέρα, χωρίς καν να το καταλάβω έγινε παιδί, κι έπειτα έφηβη. Ήταν δύσκολη, πολύ γκρινιάρα, βασανιστική. Αναβλητική, κυκλοθυμική, εχθρική με όλους. Δεν ήμουν πια ευτυχισμένη, αυτό το καινούριο μου παιδί με έκανε να νιώθω αγωνία.

Το βράδυ που βγήκαμε μαζί, ζήτησε να πιει τεκίλα. Της είπα πως τα παιδιά δεν πίνουν τεκίλα και την είδα να εκνευρίζεται πολύ. Επέμενε, κι ο σερβιτόρος ήθελε να της κάνει το χατήρι – όλους τους μάγευε γύρω της, όλους όσους δεν την ήξεραν πραγματικά. Του είπα πως αν της έδινε τεκίλα θα φώναζα την αστυνομία, και τότε είδα πως πάνω από το κεφάλι μας είχαν αρχίσει να μαζεύονται σμήνη γκρίζων περιστεριών που είχαν έρθει να την υποστηρίξουν. Κατάλαβα πως αυτό το κορίτσι το προστάτευαν κακές δυνάμεις, αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο νου. Κοίταξα τον ουρανό, τα γκρίζα πουλιά που έκαναν κύκλους από πάνω μας και ένιωσα μια βαθιά απελπισία.

Λίγο μετά, το κορίτσι πήγε σε ένα διπλανό τραπέζι και κάθισε δίπλα σε έναν άντρα. Κατάλαβα πως αυτός ήταν ο γάμος τους και πως όλα θα τελειώναν πριν πέσει εντελώς η νύχτα. Τους κοίταζα καθισμένους δίπλα δίπλα, κι έμοιαζαν με φωτεινή αφίσα των 70’s. Δυο αλλόκοτες φιγούρες, που την ώρα του γάμου τους φαίνονταν κάπως δυσαρεστημένοι ο ένας με τον άλλον. Ήξερα όμως πως ο γάμος δεν επρόκειτο να ματαιωθεί, αδιευκρίνιστο για ποιο λόγο.

Ήμουν σαστισμένη και ανήμπορη. Μέσα σε μία μέρα είχα γεννήσει, αναθρέψει, ακολουθήσει το πιο περίεργο πλάσμα του κόσμου. Και τώρα ετοιμαζόμουν ήδη να το αποχαιρετίσω. Η εικόνα τελείωσε τη στιγμή που το νεαρό ζευγάρι βυθίστηκε σε ένα κίτρινο σύννεφο και άρχισε να ανεβαίνει στον ουρανό. Θυμήθηκα τα εκατό χρόνια μοναξιά και αναρωτήθηκα αν την κόρη μου την έλεγαν Ωραία Ρεμέδιος και τον άντρα της Αουρελιάνο. Δεν είχα μάθει ποτέ το όνομά της.

Όταν αναλήφθηκε στους ουρανούς και χάθηκε εντελώς από τα μάτια μου σκέφτηκα «Ευτυχώς που έφυγε!…» – και μετά από την μοναδική αυτή ημέρα ολόκληρης της ζωής της ξανάρχισα επιτέλους να ανασαίνω κανονικά.

(Η ωραία Ρεμέδιος περιπλανιόταν στην έρημο της μοναξιάς, χωρίς να χρειάζεται να κουβαλάει το σταυρό της, ωριμάζοντας μέσα σε όνειρα χωρίς εφιάλτες, με τ’ ατέλειωτα μπάνια της, τα ακανόνιστα γεύματά της, τις βαθιές και παρατεταμένες σιωπές της χωρίς αναμνήσεις, ώς ένα απόγευμα του Μάρτη που η Φερνάντα θέλησε να διπλώσει τα λινά της σεντόνια και ζήτησε βοήθεια απ’ τις γυναίκες του σπιτιού. Είχαν μόλις αρχίσει, όταν η Αμαράντα πρόσεξε πως η ωραία Ρεμέδιος είχε γίνει διάφανη απο μιά έντονη χλωμάδα..

-Δεν αισθάνεσαι καλά; τη ρώτησε.

Η ωραία Ρεμέδιος που κρατούσε το σεντόνι από  την άλλη άκρη, της χαμογέλασε συμπονετικά.

-Αντίθετα, είπε, ποτέ δεν αισθάνθηκα καλύτερα.

Δε πρόλαβε να το πεί κι’ η Φερνάντα ένιωσε ένα ελαφρό αεράκι να της παίρνει τα σεντόνια απ’ τα χέρια και να τα ξεδιπλώνει ολότελα. Η Αμαράντα ένιωσε ένα μυστηριώδες τρέμουλο στις δαντέλες των μισοφοριών της και προσπάθησε να πιαστεί απ’ το σεντόνι για να μη πέσει, τη στιγμή που η ωραία Ρεμέδιος άρχισε ν’ ανυψώνεται.

Η Ούρσουλα, σχεδόν τυφλή πιά, ήταν η μόνη που είχε τη ψυχραιμία ν’ αναγνωρίσει τη φύση εκείνου του ανεπανόρθωτου ανέμου κι’ άφησε τα σεντόνια στο έλεος του φωτός, κοιτάζοντας την ωραία Ρεμέδιος, που την αποχαιρετούσε κουνώντας το χέρι της, μες στο εκθαμβωτικό φτερούγισμα των σεντονιών που υψώνονταν μαζί της, που εγκατέλειπαν μαζί της τα σκαθάρια και τις ντάλιες και διέσχιζαν μαζί της τον αέρα όταν ήταν πιά τέσσερεις τ’ απόγευμα, και χάθηκαν μαζί της για πάντα ψηλά στην ατμόσφαιρα, εκεί που δεν μπορούσαν να τη φτάσουν ούτε τα πιό υψιπετή πουλιά της μνήμης….)

Ένα κίτρινο φανελάκι

.

Και τι δεν θα’ δινα απόψε,

να έβγαινα στο μπαλκόνι μου,

κι απέναντι να ήταν το δικό σου μπαλκόνι.

Και μέσα στη νύχτα να έβλεπα

απλωμένο ένα φανελάκι σου…

Ίσως εκείνο το κίτρινο, της φωτογραφίας.

Γυρισμένο απ’ την ανάποδη,

να στεγνώνει μέσα στη νύχτα…

Και τι δεν θα’ δινα

να έβλεπα το φανελάκι σου,

νωπό ακόμη, μόνο του,

γυρισμένο από την πλευρά που αγγίζει το κορμί σου…

Να στεγνώνει και να με στεγνώνει.

Ως το πρωί,

που θα έβγαινες νυσταγμένος

και θα το μάζευες,

μπορεί και να το μύριζες κιόλας,

κι εγώ να σε κοιτούσα μυστικά από απέναντι,

λαίμαργη, αθέατη, κι απίστευτα παρούσα

σε κείνη τη μοναδική στιγμή…

Και τι δεν θα’ δινα.

.

(για όλα τα κίτρινα φανελάκια που τις νύχτες κυκλοφορούν ελεύθερα στα λαμπρά σφαγεία των δρόμων, ανάμεσα στα μικρά τα στοπ, τα απαγορεύεται, τα τρύπια μας χέρια)

Ας είν’ καλά το γινάτι σου

Παρασκευή με νεύρα και πονοκέφαλο///Το χθεσινό hangover καλά κρατεί///Τις νύχτες γελάω με το θρίαμβο της χαρωπής κοινωνικότητάς μου και τα πρωινά θέλω να βγω από το σώμα μου και να κρυφτώ σε ένα ξένο///Dr Jekyll&Mr Hide, και οι αντοχές στο κόκκινο///Οι μόνοι που μπορούν να μας σώσουν από τη γελοιότητα είναι οι πιο αδύναμοι από εμάς///Το διαπίστωσα χτες το βράδυ, με πολύ βαριά καρδιά///Και για άλλη μια φορά υποκλίθηκα στις εμμονές και στις υπερβολικές ευαισθησίες μου που μια ζωή με ωθούσαν να περπατάω με το βλέμμα χαμηλά///Μυστήρια νύχτα, ένιωσα να κολλάει πάνω μου σαν υγρασία η βαθιά υπεροχή των αδυνάτων///Που είναι βέβαια οι πιο δυνατοί απ’ όλους μας αλλά έχουν την σεμνότητα και την αξιοπρέπεια να μην το βροντοφωνάζουν///Ένας φίλος μου έλεγε λοιπόν χτες τη νύχτα πως στη σχέση του – με ένα άλλο αγόρι – είναι btm///Ο άλλος είναι top, αν και αυτό δεν έβλεπα σε τι θα μπορούσε να με ενδιαφέρει εκείνη την παράλογη στιγμή///Μου εξήγησε πως την πληροφορία μου την έδωσε όχι από επιδειξιομανία αλλά επειδή ήθελε να με κάνει να καταλάβω πόση σημασία έχει «το ποιος αφήνεις να σε γαμάει«///Έτσι ακριβώς το έθεσε, δικά του τα λόγια///Εκείνη τη στιγμή τσακωνόταν με το φίλο του και αναρωτιώταν αν έπρεπε να του δώσει τα παπούτσια στο χέρι ή να κάνει γι’ άλλη μια φορά υπομονή///«Είμαι btm κι είναι top, ΟΚ, αλλά δε γίνεται να μην εκτιμάς τον άντρα που σε πηδάει«///Το σκέφτηκα για λίγο και κατάλαβα πόσο δίκιο είχε και πόσο αξιοσέβαστος ήταν εκείνη τη στιγμή – και του το είπα///Αν πέσει κάποιος στα μάτια μου πέφτει και στην επιθυμία μου///Αν θυμώσω μαζί του σημαίνει πως ενδόμυχα μπορεί και να τον φοβάμαι///Ο θυμός, όπως λέει και μια φιλενάδα μου, είναι αδερφάκι του φόβου///Η εκτίμηση όμως είναι άλλο καπέλο, ευτυχώς ή δυστυχώς///Η αίγλη, η λάμψη, το σεξ απήλ, η μαγκιά ενός ανθρώπου κρίνεται από τις πράξεις του///Και ουχί από λόγια ή διάσπαρτες εντυπώσεις///Οι κυνικές ατάκες, τα εξυπνακίστικα αστεία, η προκάτ ευφυΐα, οι βαρύγδουπες θεωρίες και οι εξτραβαγκάν δηλώσεις είναι αστεία πράγματα///Μια απλή κίνηση χωρίς πολλά πολλά λόγια αξίζει όσο μια εγκυκλοπαίδεια τσιτάτων///Κάνει τον άλλον επιθυμητό ή τον αποδομεί τελείως///Είναι τρομερή η ελευθερία που διαθέτουμε όσον αφορά τις κινήσεις και τους χειρισμούς μας///Πάντα υπάρχουν τρόποι για να φανερωθεί το πραγματικό μας ποιον///Άλλοτε ηθελημένα και άλλοτε αθέλητα, έρχεται πάντα η στιγμή που, απογυμνωμένοι από τα αγαπημένα μας φίλτρα ασφαλείας, εκθέτουμε τον εαυτό μας γυμνό απέναντι στον άλλον///Η επόμενη κίνησή του δεν έχει σημασία εδώ///Η δική μας παρούσα έχει, γι’ αυτήν μιλάμε τούτο το γκρινιάρικο πρωί///Δεν έμαθα τι έγινε τελικώς με τον συγκεκριμένο καυγά///Έπηξε ο κόσμος στους καυγάδες///Κατάλαβα όμως, χτες το βράδυ αργά, πόσα εκατομμύρια χιλιόμετρα χωρίζουν την αλήθει από το ψέμμα///Την υπερβολή από την πραγματικότητα///Το θέλω από το νομίζω ότι θέλω///Το είμαι διατεθειμένος για κάτι από το δεν γουστάρω αλλά διστάζω να το παραδεχτώ///Η μεγαλύτερη έκπληξη για μένα ήταν η διαπίστωση πως όλα εκείνα τα εκατομμύρια χιλιόμετρα της τρομερής απόστασης του χάους μετράνε κάποιες φορές όσο ακριβώς μετράει και μια αστοχία παρά τρίχα///Παράξενα πράγματα, όμως αυτά συμβαίνουν///Άνθρωποι που καυγαδίσατε, κάντε μου τη χάρη///Διώξτε το φόβο, το θυμό, την πίκρα, την αλλαζονεία της στιγμής///Σκεφτείτε πόσο αξίζει αυτός που σας πηδάει και πόσο μετράει για σας///Σκεφτείτε πόσο γουστάρετε αυτόν που πηδάτε και πόσο σημαντικό είναι αυτό που σας προσφέρει///Στη θέση του «πηδάω» βάλτε όποιο ρήμα θέλετε///Το θέμα είναι η συνεννόηση, και όχι η τυπολατρεία///Και μετά σηκώστε το τηλέφωνο, ανοίξτε την πόρτα, πάρτε το στυλό, κάντε αυτό που χρειάζεται τέλος πάντων για να λυθεί η παρεξήγηση///Ας μη χάνουμε χρόνο με τσακωμούς και αψιμαχίες, είναι κρίμα τεράστιο, κακό///Δεν θα πω Αγάπη αδελφοί, ωσάν μεταμοντέρνος Ιησούς μπροστά στα πλήθη///Θα πω απλώς μην υποτιμάτε το καλό πήδημα, την σφοδρή επιθυμία, τη δύναμη μιας φαντασίωσης και τον άνθρωπο που παίζει στο ίδιο γήπεδο μαζί σας, γιατί με τέτοια σοβαρά πράγματα καλό είναι κανείς να μην αστειεύεται///Αφήστε τον εαυτό σας να ομολογήσει μιαν αλήθεια, είναι λυτρωτικό:///»Όταν καυγαδίζουμε σε θέλω ακόμα πιο πολύ» ///Και αυτό είναι όλο///Τα σέβη μου.

Λίγο σάλιο στην άκρη των χειλιών της

(Το απόσπασμα της Ρόζας)

………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε μαζί στο ξενοδοχείο της. Έμενε κοντά στο Λευκό Πύργο, σε μια λαϊκή γειτονιά, σχετικά φθηνή και ήσυχη. Το μεθύσι της προηγούμενης νύχτας μου είχε αφήσει στο στόμα μια γεύση στάχτης. Το κεφάλι μου πονούσε κάπως, όμως δεν ήταν η πρώτη φορά που το πάθαινα αυτό, ήξερα πως σε μερικές ώρες θα συνερχόμουν τελείως. Από τότε που είχαμε χωρίσει με τη Μιράντα οι νυχτερινές μου περιπέτειες περιλάμβαναν αρκετό ποτό και μπόλικο ξενύχτι.

Γύρισα και την κοίταξα στο πλάι μου. Κοιμόταν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και το σεντόνι ανεβασμένο ως τις μασχάλες. Έπιανε πάντα την δεξιά πλευρά του κρεβατιού, αλλιώς δεν ησύχαζε, μου είχε πει την προηγούμενη νύχτα. Φαινόταν γυναίκα γεμάτη μανίες. Σαν να την άγγιξε το βλέμμα μου, μισάνοιξε τα μάτια και με κοίταξε. Δεν είχε ξεβαφτεί το προηγούμενο βράδυ. Τα μάτια της ήταν πασαλειμμένα με ρίμελ και γαλάζια σκιά. Τα μαλλιά της ανάκατα. Υπολόγισα πως έπρεπε να ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου, και όχι ιδιαίτερα καλοδιατηρημένη.

Αναρωτήθηκα τι ακριβώς με ήλκυε σε αυτή την αλλοπρόσαλλη γυναίκα, που δεν είχε τίποτα κοινό με τις κοπέλες που με τραβούσαν ως τότε. Παρατήρησα το ασύμμετρο πρόσωπο, τις μικρές ρυτίδες, τις ρίζες των μαλλιών της. Τα χείλη της ήταν σαρκώδη και υγρά. Κάτω από το σαγόνι της μια μικρή λωρίδα σάρκας σχημάτιζε ένα προστατευτικό στρώμα ανάμεσα στο πρόσωπο και το λαιμό της. Τα μπράτσα της, έτσι όπως ξεπρόβαλλαν μέσα από το σεντόνι, μου θύμισαν χέρια μικρού παιδιού. Οι ώμοι της ήταν διάστικτοι από ελιές. Δεν είχε τίποτε το αντικειμενικά όμορφο πάνω της αυτή η γυναίκα, ήταν όμως ό, τι πιο ερεθιστικό είχα συναντήσει εδώ και χρόνια. Την ήθελα πολύ, διαρκώς, και δεν δίστασα να της το δείξω.

Στράφηκε προς το μέρος μου αφήνοντας την φουσκωτή κοιλιά της να με αγγίξει. Έσφιξε τα χέρια γύρω μου και άρχισε να με φιλάει με μια γλυκύτητα τρομερή, σχεδόν απάνθρωπη. Ανατρίχιασα. Για μια στιγμή ένιωσα πως τα φιλιά της με πονούσαν. Η επαφή με το δέρμα της ήταν οδυνηρή. Τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω μου σαν μικρά χταπόδια. Ήταν ιδιαίτερα ευέλικτη, παρόλα τα κιλά της. Το σανταλόξυλο που ανέδιναν τα μαλλιά της με ζάλισε – για μια στιγμή ένιωσα να παραπαίω ανάμεσα στη λιποθυμία και την έκσταση. Έπεσα πάνω της βιαστικά, σαν να βουτούσα στη θάλασσα, βαθιά και με απίστευτη ανάγκη.

Το μεσημέρι σηκωθήκαμε με το ζόρι από το κρεβάτι, κυρίως επειδή μια αιχμηρή πείνα μας έσκιζε τα σωθικά. Κατεβήκαμε με τα πόδια στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και καθίσαμε σε ένα απόκεντρο ουζερί με τρία τέσσερα τραπέζια όλα κι όλα. Σε ολόκληρη τη διαδρομή μου κρατούσε το χέρι και περπατούσε δίπλα μου σιωπηλή. Όποτε της έριχνα καμιά πλάγια ματιά παρατηρούσα πως κοιτούσε συνεχώς ευθεία μπροστά της. Σαν υπνωτισμένη, αποσυνδεδεμένη με το περιβάλλον γύρω της. Στο ουζερί καθίσαμε αντικριστά, παραγγείλαμε φαγητό και πιάσαμε την κουβέντα. Από μέσα ακουγόταν μια παλιά επιτυχία του Μητροπάνου.

Όλη αυτή την ώρα δεν σκέφτηκα ούτε για μια στιγμή τη δουλειά, τους συνεργάτες, τις υποχρεώσεις μου. Το μόνο που υπήρχε μπροστά μου ήταν η Ρόζα. Οι δαίμονές μου με είχαν χάσει για μια στιγμή, το κυνηγητό είχε σταματήσει. Άγγιξα το χέρι της και προσπάθησα να τραβήξω κάτι από την ενέργειά της. Με κοίταξε προσεκτικά και με προειδοποίησε:

«Δεν θα είναι εύκολα, να το ξέρεις».

Μια νταλίκα που πέρασε από το δρόμο έπεσε στα απόνερα της βουλωμένης υδρορροής δίπλα στο πεζοδρόμιο και μας εκτόξευσε μερικές σταγόνες. Η καλή μου δεν κουνήθηκε. Παρέμεινε ατάραχη με το βλέμμα καρφωμένο πάνω μου. Τα λασπόνερα του δρόμου δεν φάνηκε να τα προσέχει καν. Στην άκρη των χειλιών της έλαμπε λίγο σάλιο. Έβγαλε τη γλώσσα και το έγλυψε με φροντίδα. Σχεδόν σεμνά. Αυτή της και μόνο η κίνηση ήταν αρκετή για να με κάνει χίλια κομμάτια.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………

Αρέσει σε %d bloggers: