Daily Archives: 10 Νοεμβρίου, 2011

Sweetness of desire

Παρέτεινα τη διαμονή μου στην Αθήνα για μερικές μέρες. Στη Ρόζα είπα πως έπρεπε να κανονίσω κάποιες εκκρεμότητες με το θέατρο όπου παιζόταν η τελευταία μου παράσταση κι εγώ είχα να πατήσω το πόδι μου στα πέριξ πάνω από δυο μήνες. Φυσικά η μόνη μου εκκρεμότητα ήταν το ψέμα που φύτρωνε ανάμεσά μας καθώς και η ανεξέλεγκτη εμμονή μου με την Οφηλία.

Ήξερα πως δεν υπήρχε, δεν έπρεπε να υπάρξει περιθώριο να συμβεί το παραμικρό μεταξύ μας, παρόλα αυτά μου ήταν αδύνατον να φύγω για το νησί χωρίς να την έχω ξαναδεί τουλάχιστον μία φορά. Δεν ξέρω γιατί. Ενστικτωδώς ήταν το μόνο που χρειαζόμουν. Ένιωθα πως με καθοδηγούσε όχι η λογική μου αλλά ένας τρελαμένος αυτόματος πιλότος. Κι όμως επέμενα να επιχειρήσω το επισφαλές ταξίδι χωρίς να έχω καν εξασφαλίσει μια έξοδο κινδύνου σε περίπτωση ανάγκης.

Η Ρόζα δεν με ρώτησε πολλά. Μάλλον με διευκόλυνε, ειδικά μετά την άρνησή της να με ακολουθήσει στις διακοπές που της είχα προτείνει. Καταλάβαινε πως χρειαζόμουν χρόνο και χώρο για τον εαυτό μου, παρόλο που όταν τα συζητούσαμε από κοντά το μόνο που της έλεγα ήταν ότι η ανάγκη μου αφορούσε ένα ταξίδι όχι απλώς κάπου αλλού αλλά οπωσδήποτε μαζί της. Η Ρόζα όχι μόνο καταλάβαινε τα πάντα, αλλά μάντευε πολύ πριν από μένα τις ίδιες μου τις επιθυμίες. Και τις πριμοδοτούσε.

Το τηλέφωνο της Οφηλίας το βρήκα από την θεατρική λέσχη. Της τηλεφώνησα την επόμενη της προβολής και της πρότεινα να συναντηθούμε κάπου στο κέντρο. Χωρίς να της εξηγήσω γιατί. Ούτε εκείνη ρώτησε. Απλώς δέχτηκε να με δει, σαν να ήταν το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο.

Βρεθήκαμε λίγο αργότερα στα Εξάρχεια, την παλιά μου γειτονιά.

«Δεν είχες μάθημα σήμερα;», ήταν η πρώτη μου ερώτηση όταν κάθισε απέναντί μου στο τραπέζι.

Δεν της είχα πει ούτε καλημέρα. Μια βιασύνη πυρετώδης, σχεδόν επιτακτική, με εμπόδιζε να φερθώ φυσιολογικά κρατώντας έστω τα βασικά προσχήματα. Κάθισε, κρέμασε το παλτό της στην πλάτη της καρέκλας και χωρίς να βιάζεται επόπτευσε το χώρο. Παρήγγειλε καφέ στην κοπέλα που μας πλησίασε και μου χαμογέλασε ήσυχα.

«Προτίμησα να έρθω εδώ», απάντησε τελικά κοιτώντας με κατευθείαν στα μάτια.

Κατάπια το σάλιο μου και προσπάθησα να χαμογελάσω. Μετά τα λιγοστά αυτά λόγια μας έπρεπε να της δώσω και μια εξήγηση: για ποιο λόγο της είχα προτείνει να συναντηθούμε.

«Θέλω να σου πω πέντε πράγματα για μένα», ξεκίνησα χωρίς να έχω ιδέα τι επρόκειτο να της πω.

Ή γιατί είχα ξεστομίσει αυτή την αδιανόητη κουβέντα.

Αν της αποκάλυπτα ποιος ήμουν ήταν βέβαιο πως θα την έχανα οριστικά. Όσο απόμακρη και αν ήταν η σχέση της με τη μητέρα της, αποκλείεται να δεχόταν να μπλέξει με τον ίδιο της τον εραστή. Παρόλα αυτά, δεν ήθελα να γίνω ο εραστής της. Δεν ήταν ο σκοπός μου αυτός. Όχι συνειδητά, τουλάχιστον. Δεν ήξερα καν τι ήθελα. Απλώς συνέχιζα να αναπνέω μηχανικά. Και να περιμένω τη θεία επιφοίτηση από έναν Θεό στον οποίο είχα αρνηθεί να πιστεύω.

«Πριν ξεκινήσεις σου βάζω στοπ», απάντησε ανασηκώνοντας την παλάμη.

Πάγωσα. Μείναμε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητοι ο ένας απέναντι στον άλλον. Μια ακατανόητη σιωπή κρεμόταν ανάμεσά μας σαν θηλιά πάνω στην αγχόνη. Κατέβασε το χέρι και ξανάρχισε να μιλά.

«Δεν θέλω να μου πεις τίποτε περισσότερο από όσα ήδη ξέρω για σένα. Ξέρω το όνομά σου και το επάγγελμά σου. Δεν θέλω να μάθω ούτε πού μένεις, ούτε πώς είναι η ζωή σου, ούτε τίποτα. Μου αρκούν αυτά που γνωρίζω ήδη. Αρκετά».

Η αντίδρασή της έπεσε πάνω μου σαν κουβάς με καυτό νερό. Με αιφνιδίασε και ταυτόχρονα κάτι σκίρτησε μέσα μου ανακουφισμένο. Δεν περίμενα αυτή την άρνηση. Ήξερα όμως, την ίδια κιόλας στιγμή, πως ήταν μια άρνηση πολύ πιο ισχυρή από οποιαδήποτε κατάφαση μπορούσα να ελπίσω.

Παρόλα αυτά, ο εμμονικός μου χαρακτήρας, ενδεχομένως και κάποιο ψήγμα τιμιότητας ή έστω απεγνωσμένης λογικής,  με ώθησε να επιμείνω.

«Αν δεν ξέρεις εξαρχής κάποια πράγματα για μένα ενδέχεται να αδικηθείς και να αδικήσεις», πέταξα την αινιγματική μου ατάκα και περίμενα να δω αν το ψαράκι θα κατάπινε το δόλωμα.

Μου χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι. Η ομορφιά της μου φάνηκε καθηλωτική. Η ψυχραιμία της με αναστάτωνε σύγκορμο. Περίμενα.

«Αν πράγματι θέλεις να συμβεί, θα πρέπει να παραμείνεις άγνωστος», αρκέστηκε να πει, γνωρίζοντας πως οι εξηγήσεις ήταν περιττές.

Η διαύγειά της με άφησε άναυδο. Δεν είχε απλώς διαίσθηση, ήταν χωμένη μέσα στο νου μου.

«Εσύ δεν μου είσαι παντελώς άγνωστη, όμως», απάντησα ενώ το αίμα χτυπούσε στους κροτάφους μου σαν σφυρί.

Ένιωθα πως παίζαμε τη γάτα με το ποντίκι, αν και οι ρόλοι παρέμεναν κάπως θολοί.

«Αυτό είναι δικό σου θέμα», πέταξε ψύχραιμα. «Αν με όσα γνωρίζεις μπορείς να προχωρήσεις, τότε όλα καλά. Αν κάτι που ξέρεις για μένα σε εμποδίζει, τότε δικαιώνεται η επιμονή μου στην αποφυγή ανταλλαγής πληροφοριών και λήγει εδώ το θέμα».

Θαύμασα τη σταθερότητα της φωνής της, το καθαρό βλέμμα της, τη σιγουριά της. Ήταν δέκα χρόνια μικρότερή μου κι όμως μου μιλούσε σαν να ήμουν παιδί. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς έτσι αισθανόμουν. Με είχε αφήσει σύξυλο, σχεδόν δεν πίστευα στα αυτιά μου. Ούτε καν στην τύχη μου. Ή στην όποια ατυχία.

«Να ξέρεις πως έτσι με καθιστάς υπεύθυνο για τυχόν μελλοντικά προβλήματα», επιχείρησα να δημιουργήσω κάποιο άλλοθι. «Μου φορτώνεις ένα βάρος δυσανάλογο, με βάζεις να αποφασίσω και για τους δυο μας…».

«Για την ακρίβεια, και για τους τρεις», σκέφτηκα μα απέφυγα να ενδώσω στις νεογέννητες τύψεις μου.

«Αυτό ακριβώς κάνω», απάντησε θαρραλέα και άπλωσε το χέρι της πάνω στο δικό μου.

Ήταν η πρώτη φορά που αγγιζόμασταν. Ένιωσα παραλυτικά ωραία με την επαφή της.

«Εσύ ξέρεις αν για κάποιο λόγο υπάρχει κάτι που δεν θα έπρεπε να γίνει. Υπάρχει πράγματι τέτοιος λόγος;», ρώτησε χαμηλόφωνα.

Μια σχιζοφρενική ανασφάλεια, κάτι σαν καχυποψία, με έκανε να σκεφτώ πως μπορεί να ήμουν εγώ, και όχι αυτή, το θήραμα. Συνέχισα να την κοιτάζω πετρωμένος. Κούνησε το κεφάλι ξαναρωτώντας με βουβά.

Κόμπιασα, ένιωσα το σώμα και το μυαλό μου να παραλύουν. Ελάχιστες φορές μέχρι τότε είχα βρεθεί μπροστά σε τέτοιο δίλημμα. Δεν ήξερα πώς να συνεχίσω. Δεν ήξερα αν μιλούσε από ένστικτο, αν με προκαλούσε ή αν γνώριζε κάτι που αγνοούσα. Ευτυχώς με έβγαλε μόνη της από την τραγική μου θέση.

Δίνοντας τη λύση στη συζήτηση και στους κόμπους του λαιμού μου.

«Και να υπάρχει δεν θέλω να μου πεις. Θέλω απλώς να είμαι μαζί σου. Εντάξει;».

«Εντάξει», απάντησα και την ίδια στιγμή ήξερα πως δεν ήμουν εγώ που είχα μιλήσει, αλλά ένας άλλος, άγνωστος εαυτός.

«Εντάξει», επανέλαβε ουδέτερα και σηκώθηκε από την καρέκλα.

Στη φωνή της διέκρινα την αποφασιστικότητα του κυνηγού και ταυτόχρονα την αθωότητα του θηράματος που αγνοεί τι σημαίνει κυνήγι. Την ήθελα παράφορα. Ένιωθα εξουθενωμένος.

Βγήκαμε από το καφενείο αμίλητοι, σκυφτοί. Περπατήσαμε ως την πλατεία, ο καθένας χαμένος στις σκέψεις του. Αυτό το κορίτσι μου φαινόταν υπερβολικά παράξενο. Λεπτό προς λεπτό οι συμπτώσεις φούντωναν γύρω μας, η όποια λογική ψυχορραγούσε, η επιθυμία μου θέριευε και μου κατάτρωγε τα σωθικά. Ένιωθα πως ήμουν ένα μηχανοκίνητο κορμί χωρίς διανοητικές ικανότητες. Ανίκανος για πραγματικές αποφάσεις.

Ένιωθα πως κάποιος με κινούσε από ψηλά με τηλεχειριστήριο.

«Προς τα πού πάμε;», με έβγαλε από την παγωμάρα μου η φωνή της.

Έχωσε το χέρι της στην τσέπη μου και τύλιξε τα δάχτυλά της με τα δικά μου. Οι κινήσεις της είχαν μια απλότητα αφοπλιστική, σχεδόν μοιραία. Έσφιξα το χέρι της και κατηφόρισα προς τη Σολωμού. Στους κροτάφους μου φώλιαζαν φίδια. Στο στήθος μου τρελά πουλιά.

«Τώρα θα μάθω πώς μυρίζουν οι μασχάλες σου», έσκασε η σκέψη στο νου μου και με κατάβρεξε με μια τρυφερή ζεστασιά, σαν μπαλόνι γεμάτο θερμό, κόκκινο μελάνι.

Λίγο αργότερα βρισκόμασταν μέσα σε ένα τρισκότεινο ξενοδοχείο, ξαπλωμένοι πάνω σε κοινά, αδιάφορα βαμβακερά σεντόνια, σε ένα χώρο δίχως την παραμικρή χαρακτηριστική μυρωδιά, έτοιμοι να κατασπαράξουμε ο ένας την άγνοια – και συνάμα την επίγνωση – του άλλου.

Πάνω στο κορμί της, στην καμπύλη της μασχάλης της, η γλώσσα μου φώλιασε σαν κάμπια που μέσα σε μια νύχτα αδημονεί να γίνει πεταλούδα.

(Στην  Soduck και στους μικρούς ανήλικους εθελοντές του Στρατού της Σωτηρίας)

Αρέσει σε %d bloggers: