Daily Archives: 14 Νοεμβρίου, 2011

So cruelly you kissed me

Η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το φεγγάρι είχε ήδη αρχίσει να πλησιάζει επικίνδυνα. Στηρίχτηκε στο κούφωμα της μπαλκονόπορτας και περίμενε. Ο ουρανός γύρω από το κτίριο φωτιζόταν ήδη από την υπερφυσική λάμψη του ιπτάμενου πλανήτη. Το σκοτάδι έμοιαζε με κάτι άγνωστο, είχε σχεδόν αλλοιωθεί.

«Θα έρθει τελικά. Τι αγωνία», σκέφτηκε και, όπως κάθε φορά που θαύμαζε κάτι, ένα τσίμπημα φόβου της τρύπησε την καρδιά.

Το φεγγάρι βρισκόταν πια σε απόσταση αναπνοής. Στύλωσε το βλέμμα της και παρατήρησε την ανώμαλη γρανιτένια επιφάνεια. Μικροί γκριζόμαυροι κρατήρες χάλαγαν την όποια αρμονία υπέθετε κανείς κοιτώντας το από μακριά. Η ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας φαινόταν πια ολοκάθαρα, λουσμένη με ένα σχεδόν εκτυφλωτικό, ανοίκειο φως.

Το φεγγάρι πλησίασε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, προσέκρουσε στις κεραίες του κτιρίου και απέσπασε ένα μεγάλο κομμάτι της τσιμεντένιας πλάκας. Συντρίμμια εκτινάχτηκαν ολόγυρα. Έπειτα συνέχισε την πορεία του αφήνοντας ξωπίσω του σοβάδες, κομμάτια τούβλων και τσαλακωμένα σύρματα.

Στην ατμόσφαιρα απλώθηκε κάτι βίαιο και βιαστικό, σαν άγχος.

Και μια αίσθηση κενού, κάπως υπερβολική και παγωμένη.

Μπήκε στο δωμάτιο, τράβηξε την βουάλ κουρτίνα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κρύωνε και ένιωθε νευρικά, κάτι σαν ανησυχία την εμπόδιζε να βολευτεί στο μαξιλάρι. Άπλωσε το χέρι της κι ακούμπησε τη γυμνή πλάτη του κοριτσιού που βρισκόταν δίπλα της. Άγγιξε έναν έναν τους σπονδύλους, διατρέχοντας απαλά τη ραχοκοκαλιά. Ένιωσε τη θέρμη του ακίνητου σώματος να μεταδίδεται στα ακροδάχτυλά της.

Το κορίτσι μετακινήθηκε απαλά, γυρνώντας προς το μέρος της.

«Ήρθε το φεγγάρι;», την ρώτησε μισοκοιμισμένο.

Εκείνη χαμογέλασε και κοίταξε προς το παράθυρο. Έξω δεν υπήρχε τίποτα.

Μετά ακούμπησε το βλέμμα στα στρογγυλά στήθη που χύνονταν δίπλα της στο σεντόνι σε απόσταση αναπνοής. Ένα θαμπό φως, σαν κατάλοιπο της προηγούμενης λάμψης, έκανε τις μικρές καμπύλες να μοιάζουν με ουράνια σώματα. Πλησίασε, χαμήλωσε το κεφάλι και εξαφάνισε την πλατιά ρώγα στο στόμα της. Νιώθοντάς την να σκληραίνει, άπλωσε το χέρι και τράβηξε ολόκληρο το κορμί προς το μέρος της.

Το κορίτσι βγήκε από τον ύπνο του και άρχισε να συμμετέχει.

«Ήρθε, ναι», μουρμούρισε λίγο μετά, και τότε σκέφτηκε τα κομμάτια των σοβάδων, τα θρυμματισμένα τούβλα και τα λυγισμένα σίδερα που είχε αφήσει πίσω του ο εκτροχιασμένος πλανήτης.

.

(Αφιερωμένο στον Silentcrossing, για κάτι που μου είπε προχθές, με την πανσέληνο)

Αρέσει σε %d bloggers: