Daily Archives: 16 Νοεμβρίου, 2011

Breathless

Κατέβηκε τη μεταλλική σκάλα κρατώντας τα κάγκελα με τα χέρια της. Δοκίμασε τη θερμοκρασία του νερού με τα δάχτυλα του ποδιού και προχώρησε. Άρχισε να βυθίζεται μαλακά στη γαλάζια πισίνα καθυστερώντας κάπως στο ύψος της μέσης.

Στάθηκε ακίνητη. Μικροί ομόκεντροι κύκλοι νερού απλώθηκαν γύρω της. Ύστερα προχώρησε λίγο ακόμα, και λίγο ακόμα, και ελάχιστα πιο μέσα, μέχρι που οι πατούσες της έπαψαν ν’ αγγίζουν τα πλακάκια.

Με μια χαλαρή ώθηση, βρέθηκε στο κέντρο της τετράγωνης τεχνητής λίμνης.

Άπλωσε τα χέρια, μισοβύθισε το κεφάλι και αφέθηκε να επιπλεύσει ανάσκελα στην επιφάνεια του νερού. Έκλεισε τα μάτια και αφουγκράστηκε την ανεπαίσθητη ταραχή των ήχων που προκαλούσαν οι κινήσεις της.

Ύστερα ανασηκώθηκε κάπως και αμέσως μετά βούτηξε βαθιά στο χλιαρό νερό. Κολύμπησε για λίγα μέτρα κοντά στον πάτο της πισίνας. Με ανοιχτά χέρια, πόδια και μάτια.

Έβλεπε θολά, και αυτό έδινε μια υπερρεαλιστική διάσταση στην ένταση και στην ποικιλία των χρωμάτων που υπήρχαν γύρω της.

Παρατήρησε τις φωτεινές αμυχές που διακρίνονταν στα τοιχώματα της πισίνας και στην επιφάνεια του νερού. Οι γαλάζιες ηλεκτρικές σχισμές αντικατοπτρίζονταν ζωηρά, αλλάζοντας σχήμα και θέση καθώς το σώμα της μετακινούνταν. Έσπρωξε το νερό προς τα πάνω, βοηθώντας το σώμα της να παραμείνει στον πάτο της πισίνας.

Ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται. Παρόλα αυτά, το αίσθημα ασφυξίας δεν ήταν ακόμα τόσο ισχυρό ώστε να βιαστεί. Αποφάσισε να κρατηθεί λίγο ακόμα.

Παρατήρησε ένα μικρό σκαθάρι που επέπλεε στην επιφάνεια του νερού, ακριβώς από πάνω της. Η κοιλιά του φαινόταν σαν μαύρη κουκκίδα, τα πόδια του κινούνταν πανικόβλητα γύρω από το σώμα του. Αυτό πιο πολύ το μάντεψε παρά το είδε.

Το σκαθάρι κολυμπούσε στα τυφλά, χωρίς καμία αίσθηση προσανατολισμού.

Έμεινε για λίγο ακίνητη στον πάτο της πισίνας, με το βλέμμα στραμμένο ψηλά. Υπολόγισε ότι το σκαθάρι προχωρούσε με απελπιστικά βραδείς ρυθμούς αναζητώντας σωτηρία, μιας και γύρω του το νερό παρέμενε ακίνητο.

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, τα πνευμόνια της ωρύονταν.

Με μια δυνατή σπρωξιά βγήκε στην επιφάνεια του νερού και εισέπνευσε αχόρταγα.

Ο αέρας μύριζε υγρασία και νυχτερινή ησυχία.

Της φάνηκε πιο δροσερός από συνήθως. Και κάπως γλυκός.

Κοίταξε προς την μεριά του σκαθαριού που αγκομαχούσε και έσπρωξε προς το μέρος του λίγο νερό. Το έντομο μετακινήθηκε προς την άκρη της πισίνας. Είχε σχεδόν πάψει να κολυμπά.

Με δυο απλωτές έφτασε δίπλα του, το έπιασε στη χούφτα της και το πέταξε μακριά. Λίγες σταγόνες νερού της μπήκαν απότομα στα μάτια και την έτσουξαν.

Το σκαθάρι προσγειώθηκε στα χόρτα του κήπου ξαναβρίσκοντας σιγά σιγά την κομμένη αναπνοή του. Ύστερα άρχισε να προχωρά στα τυφλά μέσα στο σκοτάδι. Χωρίς να αφήνει πίσω του το παραμικρό ίχνος.

Βγήκε από την πισίνα και κατευθύνθηκε προς την είσοδο του σπιτιού αφήνοντας πίσω της στάλες νερού και πατημασιές.

Αν κάποιος παρατηρούσε προσεκτικά τα ίχνη από τις πατούσες της, θα καταλάβαινε πως φόραγε παπούτσι νούμερο 37. Ακριβώς τόσο.

Αρέσει σε %d bloggers: