Παναγιά μου!

Η γυναίκα σήκωσε το κεφάλι από τη σιδερώστρα και κοίταξε στον ακάλυπτο. Ήταν γύρω στα εξήντα, τροφαντή, με μαλλιά στο χρώμα του αυγολέμονου, ρόμπα λουλουδάτη με φραμπαλά στον ποδόγυρο και παντόφλες ορθοπεδικές, ειδικές για τον φλεβίτη. Από τη μισάνοιχτη τζαμόπορτα του τρίτου ορόφου διέκρινε το ισόγειο μπαλκόνι της κουφής γριάς, που τα απογεύματα έβλεπε τούρκικα σήριαλ και τα βράδια λιβάνιζε μπροστά στο εικονοστάσι. Η κουρτίνα ανέμιζε σαν σημαία. Η γριά άφαντη. Νωρίς και για το έργο.

Νοέμβρης μήνας και παρόλο το απογευματινό αεράκι, πού και πού η Αθήνα ζεσταινόταν ακόμη από κάτι λιακάδες που θύμιζαν καλοκαίρι. Τα παράθυρα ορθάνοιχτα, οι ζωές σε κοινή θέα. Η μπουγάδα της γειτόνισσας ξεραινόταν στο σκοινί εδώ και τρεις μέρες. Η Σλοβάκα βοηθός είχε πάρει άδεια, μια βδομάδα στην πατρίδα της. Είχε πάει να δει γιο και σύζυγο, ίσως και κάποια υπέργηρη μητέρα. Η κουφή γειτόνισσα είχε μείνει μόνη με τον Κενάν και τη Λάμια στην οθόνη, που μιλούσαν ευγενικά και ουδέποτε έπαιρναν ρεπό από τα μοναχικά απογεύματά της, όπως η ευέξαπτη Σλοβάκα που συνεχώς έψαχνε αιτίες να φεύγει από το σπίτι.

«Κάποια μέρα θα ζήσω σε νησί. Στο κατώφλι μου θα έχω μια γλάστρα με βασιλικό. Θα τον ποτίζω κάθε μέρα. Με δροσερό νερό και κουβέντες.  Ο αέρας δεν θα ζέχνει καυσαέριο, θα ευωδιάζει αλμύρα. Το παράθυρό μου δεν θα βλέπει στον ακάλυπτο, αλλά σε πλακόστρωτο καντούνι. Κι ένας άντρας που τις νύχτες θα κοιμάται στο κρεβάτι μου, τα πρωινά θα μου χαϊδεύει το πρόσωπο, θα με φροντίζει και θα με κοιτάζει στα μάτια. Κάποια μέρα θα γίνει κι αυτό…», σκέφτηκε η γυναίκα με το αυγοκομμένο μαλλί πατώντας δυνατά το πουκάμισο που είχε ραντίσει με διπλό Merito, το μόνο που της έστρωνε σωστή τσάκιση στο μανίκι.

Έπειτα σήκωσε το κεφάλι, κρέμασε το πουκάμισο σε μια μεταλλική κρεμάστρα που περίμενε στο πόμολο της πόρτας και τράβηξε ένα σεντόνι από τη λεκάνη με τα ασιδέρωτα. Μια διαπεραστική κραυγή που ακούστηκε απέξω την έκανε να αναπηδήσει. Η απέναντι από τον πρώτο μάλωνε πάλι το παιδί της, ένα εννιάχρονο κορίτσι με κατάξανθα μαλλιά και αφύσικα λιγνά πόδια. Το κορίτσι έβαλε τα κλάματα και βγήκε έξω. Γονάτισε μπροστά στη γλάστρα με την τριανταφυλλιά και άρχισε να τραβάει ροδοπέταλα, που μετά τα εξαφάνιζε μέσα στο στόμα της σαν τσίχλες. Σε λίγο η φωνή της μάνας έπαψε να ακούγεται, το κορίτσι συνέχισε να τρώει τα λουλούδια, και ο ακάλυπτος βυθίστηκε στην πρότερη μεσημεριανή του ησυχία.

Η γυναίκα κοίταξε τα χέρια της, παρατήρησε τις μικρές ρυτίδες, και σκέφτηκε πως πάνω στο δέρμα των χεριών διαβάζει κανείς την ηλικία μιας γυναίκας. Άφησε προσεκτικά το σίδερο και έφερε ένα μπλε βαζάκι Nivea από το ράφι της κουζίνας. Άλειψε τα χέρια της και συνέχισε να τα τρίβει μέχρι που η λευκή κρέμα απορροφήθηκε εντελώς από την αφυδατωμένη επιδερμίδα. Μετά ξανάπιασε το σίδερο και αφοσιώθηκε στο σεντόνι που άχνιζε κάτω από το πρόσωπό της. Ξαφνικά, μια λάθος κίνηση την έκανε να τραβηχτεί πίσω, βάζοντας ένα δάχτυλο στο στόμα. Το σάλιο ανακούφισε κάπως το φευγαλέο κάψιμο και η γυναίκα συνέχισε να σιδερώνει όπως και πριν.

«Έτσι είναι η ζωή», σκέφτηκε μειδιώντας, «καίει και πονάει, μα ο κόσμος συνεχίζει να την ονειρεύεται και να την υπομένει. Κάνει ό, τι μπορεί», κατέληξε παραβλέποντας το ελαφρύ τσούξιμο στον παράμεσο που της δυσκόλευε κάπως τη δουλειά της.

Δίπλωσε το σεντόνι και το ακούμπησε πάνω στην ράχη μιας καρέκλας. Έπειτα τράβηξε μια μαξιλαροθήκη από τη λεκάνη και ψέκασε με Merito τη χειροποίητη δαντέλα. Σιδέρωσε προσεκτικά – τρυφερά σχεδόν – το προικώο εργόχειρο και μετά το ακούμπησε πάνω στο σεντόνι. Επανέλαβε μηχανικά την κίνηση και με τη δεύτερη μαξιλαροθήκη κι έπειτα πήρε το σετ και εξαφανίστηκε στο υπνοδωμάτιο απ’ όπου αναδύθηκε σε λίγο με άδεια χέρια.

Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Η θέα κλειστοφοβική. Φαντάστηκε μιαν Αθήνα σιωπηλή, άδεια, απλωμένη. Από κάπου μακριά ακουγόταν ένα τραγούδι της Ρόζας Εσκενάζυ. Αμυδρά. Και αμέσως μετά το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Ο ουρανός σκοτείνιαζε. Ένα αεροπλάνο χάραζε τα χρώματα της δύσης αφήνοντας πίσω του μια λευκή γραμμή πορείας. Προσπάθησε να φανταστεί τον επιβάτη της θέσης 29Β, τις στολές των αεροσυνοδών, το ωραίο πρόσωπο του πιλότου. Αναστέναξε ακολουθώντας το ιπτάμενο μηχάνημα με το βλέμμα. Αναρωτήθηκε σε ποιο σημείο της γης κατευθυνόταν. Τι γλώσσα να μιλούσαν και πώς να έμοιαζαν οι άνθρωποι εκεί.

Άξαφνα, η φωνή της Λάμιας που συζητούσε με τον Τζεμίλ και τον Κεμάλ από απέναντι την επανέφερε στην πραγματικότητα του ακάλυπτου. Το τηλεοπτικό Κισμέτ μιας ξένης, εξωραϊσμένης ζωής με νέους και ωραίους πρωταγωνιστές ξεκινούσε κι απόψε. Τα μπαλκόνια άδεια. Οι στατιστικές των καναλιών στα ύψη.

Το σιδέρωμα είχε τελειώσει. Η νύχτα είχε αρχίσει να απλώνεται μαλακά πάνω στις τέντες και τις κεραίες. Στα παράθυρα του ακάλυπτου αντανακλούσε η γαλάζια λάμψη της τηλεόρασης ή το κίτρινο φως μιας κοινής λάμπας. Το σπίτι ήταν βυθισμένο σε μια απόκοσμη ησυχία. Η στοίβα με τα κολλαρισμένα ρούχα έστεκε ήσυχα πάνω στην καρέκλα. Το σαλόνι σκοτεινό. Το αεροπλάνο είχε εξαφανιστεί από τον ορίζοντα. Στο παρτέρι νιαούριζε μια πεινασμένη γάτα. Αστέρι ούτε για δείγμα στον ουρανό.

«Όλοι οι ακάλυπτοι του κόσμου ίδιοι πρέπει να είναι…», σκέφτηκε η γυναίκα αναστενάζοντας μαλακά και έγλυψε το μικρό έγκαυμα στο δάχτυλο.

Λίγο πριν κλείσει το παράθυρο και τραβήξει την πικέ κουρτίνα, ένιωσε πως κοίταζε μια οθόνη τηλεόρασης που την έκοβε στα δυο η άκρη μιας θλιβερής σιδερώστρας.

.

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on 21 Νοεμβρίου, 2011, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 107 Σχόλια.

  1. Ωχ, Παναγία μου, αλλά με την έννοια του «πόσο ζόρι κρύβουν οι ακάλυπτοι»

  2. ...η Αλίκη σε διαβάζει τις νύχτες ψιθυριστά...

    Μας τσακίσατε πάλι, δεσποινίς…

  3. Καταχρηστικό το δεσποινίς.
    Σας τσάκισα;
    Ελπίζω πάντως με το γάντι. 🙂

  4. ...η Αλίκη σε διαβάζει τις νύχτες ψιθυριστά...

    Ναι, ναι. Όπως πάντα.
    Κι αυτό είναι το χειρότερο.

  5. Βάλε το άσμα να παίζει, χτύπα και κάνα κρασάκι και όλα μια χαρά.
    Αεροπλάνα βλέπεις από το παράθυρό σου;
    Ρίξε και καμιά ματιά…
    Ελπίζω μόνο να τελειώσαμε το σιδέρωμα… :ρ

  6. καλησπέρα…

    Κάτι τέτοια σύνολα, τέτοιες εικόνες, με κάνανε να γυρίσω στο χωριό…δεν έζησα στην πόλη πάνω από πέντε έξι χρόνια, κυρίως μικρός….φοιτητής και λίγο…

    Εδώ τουλάχιστον δεν σου κλείνει τον ορίζοντα ο απέναντι τοίχος….

    Γιατί δεν ανέχομαι να μου κλείνει κανείς τον ορίζοντα…και τίποτε….τον θέλω ανοιχτό κι ελεύθερο στο μάτι……και το μπαλκόνι μου να βλέπει μακρυά……στα βουνά , πέρα…… και τη νύχτα να μπορώ να μετράω αστέρια….

  7. Μελαγχολία δεν υπάρχει στο χωριό; Άδεια απογεύματα; Γηραιές γειτόνισσες που βλέπουν τηλεοπτικές σειρές στη διαπασών;
    Γυναίκες – και άντρες – που ονειρεύονται μια άλλη ζωή;…

    Μεγάλη τύχη ένα παράθυρο με θέα στα αστέρια…
    Μεγάλη.

    Το ξέρεις πως στις πόλεις τα αστέρια δεν φαίνονται;…

  8. Κι επίσης, καλησπέρα θηριάκια 🙂

  9. Ο ακάλυπτος είναι σαν το ταλέντο.Ή τό ‘χεις ή δεν τό ‘χεις-μέσα σου.

  10. Bonsoir monsieur.
    Je pensais à vous.

    Ξέρετε πολύ κόσμο που να μην φλερτάρει με τον ακάλυπτο σε κάποια φάση της ζωής του;…
    Με το ταλέντο δεν ξέρω… (και τι σημαίνει ταλέντο τελικά; όλα αποτέλεσμα δουλειάς είναι…).

  11. Κάποτε είχα έναν ακάλυπτο…μικρή όταν ήμουν κι έφτιχνα ιστορίες για τους γειτόνους…συναρπαστικό τώρα που το σκέφτομαι. Τώρα έχω αυλή…καταπράσινη…κατάδική μου.
    Την καλησπέρα μου 🙂

    • Ω Λένα, τι ωραία σκηνή!…
      Το ξέρεις πως την είδα πραγματικά?… 🙂

      Κάπου εκεί γύρω, μάλιστα, ένα κοριτσάκι είχε γενέθλια… 🙂
      Κι όλοι γύρω του ήταν ευτυχισμένοι…

  12. @Time

    Μερσί.
    Λύστε μου όμως μια απορία: πότε σας έδωσα εγώ τη χαρά, και με ποιο τρόπο; Όχι, πείτε μου, να πιάσω με τη μία το μαχαίρι!…

    (και να βυθιστούμε όλοι μαζί στο δάκρυ, καταλαβαίνετε…).

  13. Ιδανικό soundtrack και το «την ώρα που σιδέρωνε της ήρθε να αφιέρωνε σε κάποιον την ζωή της».. 🙂

  14. Σας ευχαριστώ πολύ για τη λέξη «παρέες» 🙂
    Ειδικά!
    Στην υγειά σας!

  15. Τα καταφέρατε πάλι να με κάνετε να τριγυρίζω από τον δικό σας ακάλυπτο στους ακάλυπτους της ζωής μου.

    😉

    • Εξωτικό πουλάκι,
      θέλετε να αφήσουμε τον ακάλυπτο και να βγάλουμε μια μπανιέρα στην ταράτσα;
      Και να περιμένουμε να περάσει κάνα φεγγάρι πάνω από το κεφάλι μας, να το δούμε να τσακίζεται στις στέγες και στις κεραίες των πολυκατοικιών, κι εμείς να πίνουμε μέσα στην άδεια μπανιέρα κοιτώντας το δρόμο και τα αστέρια;… 🙂

      και να μην μας νοιάζει τίποτα;…

  16. Σκέτη αυτοκτονία, δλδ, σκέτη αυτοκτονία.

  17. Μ’ αρέσει η μυρωδιά του λιβανιού και των φρεσκοπλυμένων ρούχων που πλημμύρισε την ακάλυπτη αίθουσα, εδώ στη δουλειά που σε διαβάζω. Καλημέρα! 🙂

  18. Απροκάλυπτος ο κόσμος στον ακάλυπτο.

    Εξαιρετικό!

    • Απροκάλυπτος και ακάλυπτος, γρηγόρη…
      Σαν ένα μικρό αδιέξοδο, δεν είναι; Μόνο προς τον ουρανό γίνεται να κοιτάξεις για να ανασάνεις κάπως…

      Σε ευχαριστώ πολύ 🙂

      Καλημέρες θηριάκια 🙂

  19. Τι κείμενο πάλι κι αυτό, γέμισα ακάλυπτο..
    Να δες:

  20. Σάιλεντ, πώς είναι δυνατόν να βρίσκεις ΠΑΝΤΑ το ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ κομμάτι για ΚΑΘΕ τρελή περίσταση, μου λες? Αυτό κι αν είναι ταλέντο, που λέει κι ο μεσιέ Σελιτσάνος 🙂

    Άπαιχτος, πουλάκι μου! Σε ευχαριστώ 🙂

  21. Silent, εντάξει, απλά δεν υπάρχεις μάνα μου.
    Έλα απόψε στο Βρυξελλοχώρι να τα πιούμε μαζί με τη Θεωρέμα.
    Θα σου τραγουδάω αυτό εδώ:

    • Σάιλεντ δεν σηκώνουμε αντίρρηση.
      Απόψε μαζί μας!!!
      Με μπουκάλια, τσιγάρα, λάθη και πάθη που δεν τελειώνουν ποτέ.

      Κροτ, δεν παίζεσαι΄πουλάκι μου! Τι άσμα!!!!!!!

      Κι αυτό το «μάνα μου«, σου χω πει τι μου κάνει, δεν στο έχω πει?

      ΈΞΑΛΛΗ!!! :)))))))

  22. εκεί εσύ, να μου θυμίζεις τα χρέη μου, μπαααα!
    ναι αλλά να έρθει κι ο silent που να πάρει!

  23. Α, ωραία τώρα που μου αφιερώσατε και άζμα με τον τίτλο Παλιοκατίνα παίρνω το πρώτο αεροπλάνο και έρχομαι!
    Α, κοιτάξτε τι βρήκα μόλις!

    • Σάιλεντ, πάρε το πρώτο αεροπλάνο κι έλα εδώ…
      Σου υπόσχομαι πως δεν θα μετανιώσεις ούτε λεπτό ;)))
      Πίστεψέ με. Η Κροτ μπορεί να σε διαβεβαιώσει (χεχεχεχε)…
      Κάθε λεπτό θα αξίζει το ταξίδι 😉

  24. αχαχαχα, δεν υπάρχει αυτό, όχι δεν υπάρχει, έλα μωρέ silent, αντί να έρθω εγώ τα χριστούγεννα, δεν έρχεσαι εσύ απόψε?

    • Υπάρχει και παρα υπάρχει, κοπελιά 😉
      Κι επίσης, ο σάιλεντ θα έρθει κι εμείς τα Χριστούγεννα θα πάμε παρεούλα στην Αθήνα.
      Δε μπορεί, ως τότε όλο και κάτι ακόμα θα μου χρωστάς… (σαρδόνιο γελάκι από την πίσω πλευρά της οθόνης)

      • αν είναι αυτό που υποψιάζομαι πως εννοείς, μακάρι να σου χρωστάω την ετήσια παραγωγή του εργοστασίου της Ντούβελ και της Ορβάλ μαζί. Αλλά μπα.

      • Αυτό εννοώ Κροτ.
        Πάντα ΑΥΤΟ εννοώ.
        Έχω πέσει ποτέ έξω; Οχι πες…
        Εχω πέσει ποτέ έξω;…

        (ε ρε τι θα πιω και φέτος…)

  25. καλά, θα το συζητήσουμε από κοντά.
    αλλά νά’ρθει κι αυτός ο silent που μου ζήταγε και κουτσομπολιά!

  26. Φυσικά και φταίτε εσείς.
    Αφού εσείς με ξεσηκώνετε και πάω και πίνω.
    Ψέμματα;
    https://twitter.com/#!/FearOfFireflies/status/138358977921683457

  27. Παναγιά μου! Ένα βράδυ κοιμήθηκα νωρίς και έγινε εδώ μέσα του ακάλυτπου! 🙂

    Περνάμε πολλοί δύσκολα βράδια τελευταία. Είναι μια παρηγοριά. 😐

  28. ΟΥΦ! Εγώ πάλι, για λίγο νόμισα ότι ήταν της πρωταπριλιάς…
    Μαύρο δαγκωτό (αυτό της χαρμολύπης, ξέρετε…)

    • Της Παρασκευής, της Πρωταπριλιάς, όλα από Π αρχίζουνε…

      (πού εξαφανίστηκες πάλι εσύ, φάντασμα;)…

      • Ακριβώς εκεί: παντού…και πουθενά…

        Μήπως αυτό που είδε το αυγοκομμένο μαλλί δεν ήταν η πικέ κουρτίνα, αλλά η άκρη απ’ το σεντονάκι μου, καθώς πετούσα προς την ταράτσα; λέω, μήπως…

        Προς στιγμήν μου φάνηκες ‘άσπρη’ και τρόμαξα (επ’ αυτού η ‘πρωταπριλιά’) 😉

  29. Α, εδώ μου είστε ακόμα;
    Να σας πω και κάτι όμως;
    Εσείς καλοπερνάτε εδώ μέσα κι εμένα μου το κάνατε φιλολογική βραδιά με Σεφέρη και Ρίτσο.
    Αίσχος!
    Ουκ ομνύεστε!
    Να κι εγώ:

  30. @Ovis orientalis

    Α δεν ξέρω… Λες;
    Με το σεντονάκι πετάς ακόμα εσύ καλέ? Δεν σου έχω πει πως τώρα που μεγάλωσες, κι είσαι σοβαρό κορίτσι, μόνο με τη μπέρτα του Σούπερμαν θα κάνεις βόλτες τις νύχτες;…

    Αλλά θα μου πεις, αφού οι άντρες δεν υπάρχουν πια, ο Σούπερμαν γιατί να ζει ακόμα;…

    Άσπρη όχι. Κόκκινη ναι, ίσως 😉

  31. Α, όλα κι όλα: εγώ με δανεικές μπέρτες, δεν κάνω παιγνίδι. Άσε που ‘ναι και δεύτερο χέρι, θα ‘χουνε κάτι τρύπες ‘να’, με το συμπάθιο…

    Όσο για τους άντρες…ποτέ δεν υπήρχαν. Ούτε κι οι γυναίκες. Άκου και τον παππού Πλάτωνα 😉

  32. @Κροτ

    (τρελή ερώτηση η συνάδελφος εξ απεναντίας: «Τι τρέχει; Ερωτευμένες είμαστε;… Ερωτευμένες;… «)

    Έλιωσα στο γέλιο.
    Που΄σαι ρε Κροτ γμτ!
    Άλλαξε υπηρεσία λέμε! Εδώ είναι το μέλλον σου.

    (τι λεξούλα βάζαμε, μάνα μου;)

  33. Ρε μπέμπα, πιο πάνω αυτό δεν είπα στην Ovis?
    «Αντρες»!…

    Το άζμα λέει «μάγκες».

    Και σε έναν φίλο μου το έλεγα τώρα δα, σε ένα μέηλ, «δεν υπάρχετε ρε, δεν υπάρχετε, κι όσοι απομείνατε είστε άκυροι», και μου έβαλε τις φωναί 🙂

    δεν πίνω κρυφά ρε, φανερά όλα!
    (ουπς! άδειασε το μπουκαλάκι…)

  34. Χαχαχα…
    ΤΩΡΑ μιλάς σωστά.
    Το «χικ!» εννοούσα 😉

  35. Κροτούλα,
    για πες μου κάτι, μανίτσα μου, θύμησέ μου γιατί ξέχασα…

    Πώς μου ήρθε και σου αφιέρωσα εκείνο το κομμάτι της Βανδής?… Ξέρεις, το Κοριτσάκι.
    Τι λέγαμε ρε συ και μου΄σκασε η ιδέα;…

  36. Ναι χρυσό μου, αλλά με ποια αιτία;…
    Εννοώ το τραγουδούσαμε σήμερα.

  37. Καλέ που λέγαμε για τους σημερινούς άντρες (που δεν υπάρχουν πια, τους πάτησε το τρένο) και μετά θυμήθηκα που η Μπαλούν μου θύμησε διάφορα σκυλάδικα, ανάμεσα στα οποία και αυτό 🙂

  38. Το τρΑΙνο βρε κορίτσια, το τρΑΙνο, μη μασάτε με τους Μπαμπινιώτηδες. Ένα τραίνο μας έχει μείνει, μην τους βοηθήσουμε να μας το πάρουν κι αυτό! 🙂

    • πάρα πολλές εικόνες,πολύ όμορφη περιγραφή!!συγχαρητήρια!!!

      • Καλωσορίσατε κι ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Εύχομαι πάντα να απολαμβάνετε την παρέα και τα κείμενα 🙂

        (επανέλαβα το σχόλιο γιατί προηγουμένως εμφανίστηκα με το ανεπίσημό όνομά μου, με το οοποίο κυκλοφορώ σε χιουμοριστικό σάιτ και κλαψουρίζω ωσάν σύγχρονος Καϊλας… 🙂 )

      • 1)Ζηλεύω,τη Μελίτα,θέλω κι εγώ ενικό!! 🙂
        2)Το blog σου είναι πραγματικά πολύ όμορφο..
        με τέτοια κείμενα σίγουρα θα απολαμβάνουμε την παρέα σου 🙂
        καλό βράδυ!! 🙂

  39. Πόσο χαίρομαι όταν ανακαλύπτω τέτοια blog που κυριολεκτικά σε ταξιδεύουν με την περιγραφή ,γεμίζοντάς σε εικόνες και συναισθήματα.Υπέροχο το κείμενο σου.

  40. Καλώς την νεραϊδομελίτα 🙂

    Ωραία φτερά! 🙂

    Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λογάκια. Εύχομαι να σε βλέπουμε συχνά.

  41. Αγγελάκι! Ακόμα καλύτερα!
    Θα μας σκορπίζεις ασημόσκονη και σύννεφα όταν θα μας πιάνουν οι μαύρες μας, κι έτσι θα είμαστε πάντα χαμογελαστοί στην αυλή των θαυμάτων 🙂

    Σε ευχαριστώ μελιτοαγγελάκι 🙂

  42. Πανέμορφο. Πραγματικά, πανέμορφο. κεντημένο προσεκτικά, επαγγελματικά, αγγίζει κάθε τυχαίο και μη αναγνώστη σίγουρα! Ήταν μια σκέτη απόλαυση 🙂
    Καλησπέρες πολλές

  43. Ουπς!
    Ακούστηκε μια μαγική φωνή στις τρεις ευχές ή είναι η ιδέα μου;

    Καλησπέρα και καλωσόρισες, φωνούλα 🙂

  44. Κώστα είσαι ζηλιάρηςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςς!!!! : P

  45. Χαχαχα…

    Τρελούτσικα παιδιά 🙂

    Καλημέρες θηριάκια 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: