Daily Archives: 24 Νοεμβρίου, 2011

Πιτσουνάκι μου

Και τώρα τα δυο μας, πιτσουνάκι μου… Θυμάσαι τότε που έσκαγες μύτη ξαφνικά, χωρίς να έχεις ειδοποιήσει κανέναν, και τρέχαμε αξημέρωτα να φύγουμε από το νοικιασμένο δυάρι με τους τρεις συγκατοίκους, για να μη μας ακούνε και να μη μας βλέπουνε, οι Χριστιανοί; Θυμάσαι που πάντα διάλεγες ξενοδοχεία δίπλα σε σταθμούς, και δωμάτια με καθρέφτη στον τοίχο, «να φαίνεται και το παραμικρό, γιατί στα παραμικρά κρύβεται όλη η καύλα»; Θυμάσαι πιτσουνάκι μου που δεν είχαμε φράγκο για κάστανα ή χοτ ντογκ, αλλά το κρασί μας ήταν εμφιαλωμένο και ποτέ δεν καταδεχτήκαμε τα χύμα ξεπλύματα των μαγαζιών; Τι θαυμάσια πολυτέλεια, τι θάρρος…

Θυμάσαι πιτσουνάκι μου τις σοφίτες και τα ενοικιαζόμενα στα νησιά, που τα καλοκαίρια κλείναμε τα παράθυρα και λιώναμε ολόγυμνοι στον ιδρώτα, αλλά δε γινόταν αλλιώς γιατί θα μας έστελναν οι γείτονες την αστυνομία, και γύρω υπήρχαν και παιδιά και τι μας φταίγαν; Θυμάσαι τι όμορφα που ήταν;… Δεν θυμάσαι ε;…

Πάει καιρός πια που μόνο στα Χίλτον και στα Κάραβελ με τραβολογάς, πιτσουνάκι μου, με γόβα στιλέτο αντί για τα Σταράκια τα παλιά, με φορεματάκι σινιέ αντί για το τρύπιο τζην μου, και όλο κάνουμε πως παίζουμε το αντρόγυνο, και όλο βάζουμε τα δυνατά μας… Τότε δεν βάζαμε τίποτα, πιτσουνάκι μου, δεν χρειαζόταν, μόνο έμπαινε ο ένας μέσα στον άλλον, τέρμα βαθιά, και οι δυο μαζί σε μια άλλη διάσταση. Ολόδική μας.

Τσιμπάγανε τα σεντόνια, παγώναμε και έσταζε η βρύση τότε, πιτσουνάκι μου, αλλά ποιος είχε αυτιά για κάτι άλλο πέρα από ξεφωνίσματα ηδονής και μουρμουρητά ευγνωμοσύνης; Τώρα από τα κομψά ηχεία του κάθε Παλάς ακούγεται Βέρντι, μη σου πω και Μπαχ αργά τη νύχτα, οι μοκέτες έχουν πέλος πέντε εκατοστών με το υποδεκάμετρο, οι τουαλέτες πήζουν στο σαπουνάκι Κριστιάν Ντιόρ και τα μπουρνούζια ζυγίζουν ένα τόνο.

Μόνο που τώρα τις κραυγές δεν τις βγάζουμε εμείς, πιτσουνάκι μου, αλλά τις ακούμε υποχρεωτικά από τα διπλανά δωμάτια όπου κάτι αξιοθαύμαστο συμβαίνει. Άλλοτε τις έλεγες «συνάδελφοι», τώρα τις λες «πουτάνες».

Τι έγινε; Μας χαλάει η καύλα του διπλανού, πιτσουνάκι μου; Μας έχει χαλάσει γενικώς κάτι; Γιατί, μωρό μου; Γιατί τρέμεις και σκιρτάς; Φοβάσαι που σου παραπλησίασα στον κρόταφο την κάννη; Εσύ δεν έλεγες μια ζωή πως από τα όπλα μου περίμενες σφαίρες και θάνατο αλλά το μόνο που ακουγόταν τελικά ήταν το ψεύτικο «μπαμ!» από το αστείο σημαιάκι;

Ε λοιπόν, για σένα το κάνω πιτσουνάκι μου. Μόνο για σένα.

Πήρα αληθινό πιστόλι, κανονικό – για κοίταξέ το! Με σφαίρες μεταλλικές, κι αλύγιστη, σκληρή σκανδάλη.

Σκάνδαλο πια αυτή η ζωή, πιτσουνάκι μου. Ζωή σκυλίσια. Κι εγώ βαρέθηκα να είμαι διαρκώς άλλο ένα εξημερωμένο ζωάκι στο προσωπικό σου τσίρκο, να μ’ έχεις να με δείχνεις στο κοινό και όλοι να χειροκροτούν ενθουσιασμένοι. Τέρμα τα νεροπίστολα με τα σημαιάκια και το ηλίθιο «μπαμ!» που δεν τρόμαζε κανέναν. Τέρμα τα λουξ ξενοδοχεία με τις παλιές συναδέλφισσες που γίνανε πουτάνες, τέρμα οι γκριμάτσες και τα γαμώτο! πάνω στο χύσιμο του διπλανού. Τέρμα η όλη μας ξεφτίλα.

Πάρε μια σφαίρα, πιτσουνάκι μου, κι ας είναι όλη δική σου.

Τότε που είχα όπλα διαφορετικά, δεν χρειαζόμουν σφαίρες και κροτάφους. Αλλά γελούσες, ήξερες, και δεν φοβήθηκες ποτέ. Την είχες φυλαγμένη την καρδιά σου.

Τώρα που αφοπλίστηκα για τα καλά, ήρθε η ώρα να σου δείξω πώς κάνει ένα όπλο όταν εκπυρσοκροτεί στ’ αλήθεια. Κατευθείαν στο κεφάλι, αφού μας τελείωσε η καρδιά.

Τσιρίζω και στοχεύω.

Τώρα θα δεις τι είναι όπλο που εκπυρσοκροτεί δίπλα σε ένα μυαλό σαν το δικό σου, λαμπερό μου αστέρι. Ειδικά μέσα στα χέρια μιας πρώην ερωτικής συναδέλφισσας, που η τελευταία λέξη που θα ακούσει από το στόμα σου θα είναι ένα πλούσιο και έντρομο, αληθινό «Πουτάνα!».

Πιτσουνάκι μου.

.

(αφιερωμένο εξαιρετικά στον φίλο μου τον Σ., που κάτι μου έλεγε το πρωί για σπα, τιμές, κι απόδραση σε λουξ ξενοδοχεία)

Αρέσει σε %d bloggers: