Monthly Archives: Δεκέμβριος 2011

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη

Άγιε Βασίλη,

Τώρα που σου γράφω είναι  σχεδόν μεσάνυχτα, λίγο πριν τη γιορτή σου. Δεν ξέρω αν αυτή τη στιγμή κάθεσαι στην άκρη ενός μεγάλου ξύλινου τραπεζιού με ένα ουίσκι στο χέρι ή αν έχεις αράξει μπροστά στο τζάκι σου διαβάζοντας τις φλόγες. Δεν ξέρεις αν κάθομαι δίπλα σε μια τζαμαρία κι έξω βροχή ή αν έχω αράξει στη γωνιά ενός εξαρχιώτικου καφέ κρυφοκοιτάζοντας μελαχρινούς αγνώστους. Δεν ξέρω αν φοράς την κόκκινη στολή ή ένα λευκό φανελάκι. Δεν ξέρεις αν φοράω το μαύρο κιμονό με τα ροζ λουλούδια που αφήνει να φαίνεται ένα ελάχιστο κομματάκι της αριστερής μου κλείδας ή ένα ξεβαμμένο τζιν κι ένα μαύρο πουλόβερ που δεν αφήνει να φανεί τίποτα. Δεν έχει σημασία όμως. Ούτε την κλείδα μου γνωρίζεις ούτε εγώ το φανελάκι σου.

Ξέρω πως δεν συνηθίζεται οι άνθρωποι να γράφουν σε αγίους γράμματα τέτοια. Όμως δεν είσαι τυχαίος άγιος εσύ. Είσαι ένας άγιος ζογκλέρ ντυμένος στα magenda –  τρυπώνεις τις νύχτες στις ζωές γλιστρώντας μέσα από θερμές καμινάδες  και παίζεις με τις φωτιές χωρίς να καψαλίζεις ούτε την άκρη απ’ το μανίκι σου.

Δεν ξέρω πώς γίνεται ένα θνητό κορίτσι σαν εμένα να έχει σκεφτεί ερωτικά έναν superstar άγιο σαν εσένα. Ξέρω  όμως πως δεν θα το θεωρήσεις βλασφημία, ούτε θα μου ρίξεις κεραυνό να με ξεκάνεις. Γιατί είσαι αντισυμβατικός. Αντί για χιτώνιο φοράς ρούχα αντρικά. Αντί για γαλάζια θαύματα φυτεύεις κόκκινα δώρα.

Δεν σου γράφω για να σου ζητήσω κάποιο δώρο, άγιε Βασίλη. Έπαψα προ πολλού να περιμένω τα δώρα σου. Με πόνο ψυχής, ομολογώ, αλλά όπως ξέρεις έρχεται πάντα μια στιγμή στη ζωή των ανθρώπων που παύουν να ποντάρουν πράγματα σε βίους και πολιτείες ή στα όποια μαγικά τρυκ αναρχικών αγίων. Σου γράφω για να αντιστρέψω τους κανόνες και να σου κάνω ένα δώρο εγώ:  αυτό εδώ το γράμμα.

Μια νύχτα, λοιπόν, ονειρεύτηκα πως εσύ κι εγώ αγκαλιαστήκαμε μπροστά στο τζάκι σου και κοιταχτήκαμε στα μάτια. Με χάιδευες, σε φιλούσα, χτυπιόμασταν κι ανοίγαμε πληγές επιθυμίας. Λέγαμε ο ένας στον άλλον κουβέντες τρυφερές, πρόστυχες, λόγια απόλαυσης, αγάπης, μίσους. Δικά μας λόγια. «Είσαι η Έμπνευση. Σε θέλω», μου είπες και σε ήθελα πολύ. «Μ’ αρέσει το στόμα σου, τα δάχτυλά σου, οι ρώγες σου που από εδώ και στο εξής θα είναι οι τόνοι των λέξεών μου», και μου έμπηξες τα νύχια στον ώμο.

Ανάμεσα σε χαστούκια και δαγκωματιές μου’ λεγες πως άγιοι δεν υπάρχουν, και πως ακόμα κι αυτοί που οι άνθρωποι επινοούν είναι ιδέες απλές, θολές εικόνες, ίσα για να παρηγορούνται οι απέλπιδες ή όσοι υποφέρουν και θρηνούν για κάτι. Ύστερα με φιλούσες κι ο πόνος γινόταν ηδονή, το μαρτύριο αγάπη. Ήξερες πώς να θεραπεύεις ένα πάσχον κορμί, πώς να χαϊδεύεις μια ψυχή που πριν λίγο είχες ποδοπατήσει, αφού ανήκεις στη φάρα εκείνη τη θαυμαστή που βρίσκεται μόλις ένα σκαλοπάτι κάτω από Εκείνον. Ανασηκωνόσουν και με κοίταζες. Κι ύστερα έπεφτες πάνω μου ξανά. Χωρίς καμία αγιοσύνη.

«Χρώστα μου ευγνωμοσύνη μόνο για τη νύχτα αυτή», με πρόσταξες μέσα στο αυτί κι ανατρίχιασα, γιατί η ανάσα σου με τσουρούφλισε χειρότερα κι απ’ τη φωτιά, «και όχι για όσα νόμιζες ή νομίζεις για μένα».

Υπάκουσα και άρχισα να βλέπω μόνο τη στιγμή. Αυτήν βλέπω ακόμα. Δεν γονάτισα μπροστά σου για να σου φιλήσω τα πόδια, γονάτισα για να σε υπηρετήσω. Δεν ξάπλωσα στο πάτωμα για να σε προσκυνήσω, έσκυψα για να ξαπλώσεις πάνω μου εσύ. Δεν σε ικέτεψα για να κερδίσω εύνοια, τη σκληρότητα και το πάθος της μαύρης μαγείας σου πέθαινα να ζήσω.

Από το όνειρο με ξύπνησε απότομα ένα άγχος τραγικό. Μια διαπίστωση μοιραία. Ανοίγοντας τα μάτια μου, κατάλαβα πως τέτοιες ιερόσυλες σχέσεις δεν δύνανται να υπάρξουν στη ζωή. Κι ας είχα ακόμη πάνω μου τα ίχνη της χαράς μας. Κι ας είχα ακόμη μέσα μου εκείνο το βαρύ κάτι που μοιάζει με πόνο στα σωθικά όμως σημαίνει απλώς έρωτα και χορτασμένη ανάγκη ζώου.

«Για να μην γίνει κατάρα η ευτυχία της γνωριμίας μας», μου είπες, «το όνειρο τελειώνει εδώ. Αντίο τώρα».

Η στιγμή είχε τελειώσει. Σε είχα δει να δοξάζεσαι και να θεριεύεις μέσα μου σαν θεός, λίγο πριν μεταμορφωθείς μπροστά στα μάτια μου σε έναν άντρα που τον είδα να πέφτει, όμως δεν πρόλαβα να κάνω ευχή.

Για μια νύχτα μου είχες κλέψει την καρδιά όπως άλλοι κλέβουν ιδέες ή ποδήλατα, και αυτό ήταν μεγαλειώδες.

Και τώρα, σε παρακαλώ, αφού το διάβασες, τσαλάκωσε το γράμμα μου και πέταξέ το. Δες το να καίγεται μέσα σε μια φωτιά που δεν σε αγγίζει. Σκέψου πως είναι πυγολαμπίδα για μια στιγμή και χαμογέλασέ του. Το ξέρω πως τις πυγολαμπίδες δεν τις φοβήθηκες ποτέ, αντίθετα με μένα που θαμπώνομαι κι αναρριγώ με κάθε μακρινό άστρο που λάμπει.

Χρόνια πολλά, άγιε Βασίλη.

Ένα κορίτσι που γουστάρει να φιλά τα στόματα τρελών αγίων.

Απολογισμός

Περιπλανιέμαι:

Σε δρόμους με σκεπές από λαμπιόνια και ωραία γκράφιτι, σε μεγάλες ασφάλτους που φιλοξένησαν μικρά σφάλματα, σε απόηχους από λόγια και γλέντια έξω καρδιά αλλά χωρίς καρδιά, σε οθόνες που κραυγάζουν, σε ηλεκτρονικά ψευδώνυμα που γίνονται ανθρώπινες ανάσες, σε γνωστά στέκια όπου κάθε μαξιλάρι του καναπέ έχει πάνω του λίγο από κάποιο γνωστό DNA, σε γειτονιές που νοσταλγούσα πριν καν τις επισκεφτώ, σε απόπειρες εξιλέωσης, σε χαμόγελα αγαλμάτων υπομονετικών, ωραίων, που ραγίζουν κάτω από το χρόνο και τη βροχή μουλιάζοντας το μέσα τους με πράγματα που δεν φαίνονται απέξω.

Καταναλώνω:

Ζωντανό καυσαέριο, μυρωδιές από θάλασσες μολυσμένες κι όμως αγαπητές, ανθρώπινα αρώματα την ώρα ενός φιλιού πάνω σε μάγουλα παγωμένα, χάπια για την ηρεμία, τη θλίψη, τις αντοχές, τις δειλίες, το σεξ, το μη σεξ, την υπερβολική αγάπη, το κενό, τις απορίες, σπιτικά γλυκά από μητρικά χέρια, λικέρ από γηραιές νοικοκυρές που έφυγαν σε άλλες πατρίδες, διαφημίσεις αστείες που δεν με κάνουν να γελώ, παροτρύνσεις αναισθησίας, επιρροές ευαισθησίας, καπνούς τσιγάρων και κίτρινα ποτά, ζαχαρωτά γλυκά φτιαγμένα με τη σκέψη, φαντασιώσεις που μοιάζουν με στόματα ερωτικά και μέσα τους χωράνε λέξεις, έξεις κι αισθήματα βαρέα, ανθυγειινά και απολύτως αναγκαία.

Μπορώ:

Να κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια, να αποφεύγω στα μάτια να τους δω, να τυλίγω γύρω μου τα μάλλινα κασκόλ μιας πηγαίας τρυφερότητας που βρήκε στόχο, να συνθλίβομαι με τη φτώχεια και τη θλίψη, να κάνω κάτι για να τους αντισταθώ και να γεμίζω ντεπόζιτα κι άλλων αντιστάσεων, άλλων ανθρώπων, να χαμογελάω στο αδέξιο κενό που διαβάζω σε ξένα μάτια, να προσπαθώ με λίγα σπίρτα να ζεστάνω ολόκληρα δωμάτια, να κοιτάζω μια πόλη που γέμισε με παιχνίδια σκληρά, να παίζω τις νύχτες ρώσικη ρουλέτα με τα αδίστακτα φαντάσματα του νου μου, να χάνω και να κερδίζω όσα ήταν ή και δεν ήταν αναμενόμενο να συμβούν, να κοιμάμαι το πρωί και να ξαναρχίζω να ζω τη νύχτα.

Σκέφτομαι:

Αλήθειες, ψέμματα, κουρασμένα πνεύματα, αδίστακτα «όχι» και διστακτικά «ναι», σχέδια σε καταστολή, αισθήσεις σε εγρήγορση, δίκαια και άδικα πράγματα, ιστορίες και παραμύθια, αποσπάσματα σωμάτων και εικόνες που θέλησα μα δεν κατάφερα να δω, ανθρώπινους μηχανισμούς υπό διάλυση, κουβέντες που είπα και θα ήθελα να μην είχα πει, λόγια που άκουσα και δεν θα έπρεπε να έχω ακούσει, τον Ιούδα που φιλούσε τόσο καλά, τους καλούς μου φίλους, ωραίες προτάσεις που δεν έκανα ή δεν έγραψα, λαχεία που δεν κέρδισα, νομίσματα χρυσά ή κάλπικα που νόμισα μα δεν εξοικονόμησα, στιγμές χαράς και ώρες λύπης, ανθρώπινα ραγίσματα, ευθύνες.

Θέλω:

Να σταματήσει η ανάγκη να γίνεται η αιτία για τα πολλά, να πάψει η πείνα και η δίψα των δρόμων, οι ζωές υπό καταστολή, το βουβό κλάμμα των αθώων, τα ικετευτικά βλέμματα που δεν αφορούν έρωτα ή πάθος, οι χαμηλές πτήσεις των αγέρωχων πουλιών, τα αχαρτογράφητα αισθήματα που ψάχνουν διέξοδο και διαδρομές, να κλείσουν οι χαίνουσες πληγές των μοναχικών και των αδικημένων, να πάψει η αναίρεση πραγμάτων άξιων και ωραίων, να λυγίσει η δυσκαμψία των ψυχών, να βουβαθούν τα «όχι» που ακόμα δεν έχω χωνέψει.

 Μετράω:

Την άδικη κατανάλωση που μου γεμίζει τα κενά, τις ολοένα και πιο δύσκολες αντοχές μου, τα «μπορεί» και τα «μήπως», τα «δεν πειράζει» που πείραξαν, τις απορίες που έμειναν αναπάντητες, τα καλάθια που γεμίζουν κι αδειάζουν εν ριπή οφθαλμού, την υπομονή των αγαπώντων, τις άσπρες τρίχες στα κεφάλια που αγαπώ, τις στιγμές που τα αισθήματα είναι πατικωμένα, τα πλάσματα που πετάνε γύρω μου και μαζί τους θα μπορούσα να συνεχίσω να ελπίζω σε κάτι φωτεινό, τα λόγια μου όταν δεν γίνεται αλλιώς, τις μέρες που ακολούθησαν ένα αδυσώπητο «αντίο».

Εύχομαι:

Να πιάσουν τόπο τα συνθήματα της οργής και της ελπίδας, να γεμίσει ο κόσμος έρωτα και φως, να μην σταματήσουν ποτέ τα αισθήματα και οι λέξεις. Να είμαστε και του χρόνου εδώ.

The Brussels connection

      

Σταμάτησε μαλακά το VOLVO δίπλα στο χιονισμένο πεζοδρόμιο. Ακριβό αυτοκίνητο αλλά τα άξιζε τα λεφτά του. Μπορεί να το χρώσταγε ακόμα αλλά δεν μετάνιωνε. Κοίταξε προσεκτικά γύρω του, τσέκαρε τους καθρέφτες. Κανείς. Παρότι αφέγγαρη η νύχτα είχε μια απόκοσμη λάμψη από το χιόνι που στοργικά σκέπαζε το κάθε τι. Ρύθμισε το φως καμπίνας να μην ανάψει καθώς θ’ άνοιγε την πόρτα. Κατέβηκε, έκλεισε μαλακά την πόρτα, στάθηκε μια στιγμή σαν αναποφάσιστος, με τα χέρια στην τσέπη του ακριβού παλτού του. Κάνοντας ότι διορθώνει το burberry κασκόλ του κοίταξε πάλι προσεκτικά γύρω του. Κανείς. Προχώρησε προς το εγκαταλελειμμένο σπίτι. Η πόρτα του κήπου άνοιξε μ’ έναν ανατριχιαστικό στριγγό ήχο. Στάθηκε κι αφουγγράστηκε. Τίποτα δεν έσπαγε την καθησυχαστική σιωπή του χιονιού.
«Τέτοια ώρα,τέτοια νύχτα, χριστουγεννιάτικα κανείς δεν θα κυκλοφορεί στους δρόμους» σκέφτηκε ανακουφισμένος.
Προχώρησε στο πλάι του σπιτιού και, όπως έλεγαν οι οδηγίες, έσπρωξε απαλά την μπαλκονόπορτα. Άνοιξε αθόρυβα. Μπήκε, βγάζοντας από την τσέπη του τον μικροσκοπικό φακό του με την εξαιρετικά συγκεντρωμένη δέσμη. Άρχισε να ελέγχει τον χώρο. Σκουπίδια παντού. Βρώμικα κουρέλια, χαρτιά, περιττώματα, αποφάγια, χρησιμοποιημένα προφυλακτικά συνέθεταν την μεταμοντέρνα διακόσμηση του χώρου, με φόντο βρώμικους τοίχους καλυμμένους με κάθε λογής γκράφιτι. Αδιαφορώντας για όλ’ αυτά προχώρησε προς την απέναντι πόρτα κι άρχισε να ελέγχει με προσοχή το πρεβάζι της σάπιας κάσας. Νάτη. Έριξε τη δέσμη του φακού του μέσα στην τρύπα που είχε δημιουργηθεί απ’ τον συδυασμό σαρακιού και πεσμένου σοβά. Ο φάκελος ήταν προσεκτικά στριμωγμένος, να μην φαίνεται. Έβαλε το δείκτη και τον μέσο έπιασε την άκρη του φακέλου και τον τράβηξε. Ένας θόρυβος πίσω του τον έκανε να γυρίσει αλαφιασμένος, στρέφοντας το φακό του προς τα εκεί. Δυο μαύρα μάτια, σε μελαψό πρόσωπο, στεφανωμένα με λιγδερά μαύρα μαλλιά τον κοιτούσαν έντρομα. Ψύχραιμα έβαλε τον φάκελο στην τσέπη του και βγήκε από την μπαλκονόπορτα. Πήγε με αργό βήμα στο αυτοκίνητο, μπήκε  και ξεκίνησε χαλαρά. Οδηγώντας, άνοιξε τον φάκελο, έβγαλε από μέσα το χαρτί και το διάβασε φευγαλέα. Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Με τα λεφτά που του είχε υποσχεθεί ο Συμβολαιογράφος θα ξεχρέωνε επιτέλους το VOLVO. Πέταξε το χαρτί στο διπλανό κάθισμα. Τρεις μόνο λέξεις ήταν χαραγμένες επάνω του :
«Theorema, Τσαλαπετεινός, Σελιτσάνος». Συνέχισε να οδηγεί ικανοποιημένος. [Σ]

      

Είδα τις χοντρές μπότες του να εμφανίζονται μέσα από την καμινάδα.

Απόρησα, Χριστουγεννιάτικα ο Άγιος Βασίλης δεν έρχεται ποτέ.

Σε μια βδομάδα ήταν η γιορτή του, τι γύρευε νυχτιάτικα στο δικό μου σαλόνι; Περίμενα να εμφανιστεί ολόκληρος και στάθηκα μπροστά στο τζάκι.

«Τι θέλεις Χριστουγεννιάτικα εδώ, Σάντα;», τον ρώτησα καθώς ξεσκόνιζε το μανίκι του από την κάπνα.

Η γενειάδα του ολόλευκη, το κόκκινο ρούχο του ατσαλάκωτο σαν καινούριο.

«Απορώ, καθαριστήριο το πήγε πριν κατέβει ως εδώ;», αναρωτήθηκα χωρίς να μιλήσω.

«Εσύ έγραψες την πρώτη ιστορία, ο Τσαλαπετεινός τη δεύτερη κι ο Σελιτσάνος την τρίτη, έτσι;», με ρώτησε χωρίς περιστροφές.

Είχε ξεχάσει μέχρι και να με καλησπερίσει.

Ένα τρομερό δέος με διαπέρασε σαν ερωτική ταραχή. Πρώτη φορά ένιωθα να ερωτεύομαι έναν Άγιο. Φωτιά θα έπεφτε να με κάψει…

«Ναι, έτσι έγινε, ακριβώς», παραδέχτηκα κοιτώντας τον από την κορυφή ως τα νύχια.

«Και γιατί παίξατε με το κοινό βάζοντάς το να διαλέξει;», με επέπληξε σοβαρά, πλησιάζοντας λίγα βήματα κοντά μου.

Μύριζε χειμώνα, χιόνι και μια ιδέα ιδρώτα. Συγκλονίστηκα.

«Για τη χαρά του παιχνιδιού, Σάντα», παραδέχτηκα νιώθοντας τύψεις για κάτι που δεν είχα καταλάβει τι ήταν.

Μάλλον έφταιγε το χέρι του, που απλώθηκε προς το μέρος μου απειλητικά.

«Ανέβα!», με πρόσταξε χωρίς να μου δώσει άλλες εξηγήσεις.

Μπήκα στην καμινάδα ξωπίσω του, ακολουθώντας τον σαν κουρδισμένο παιχνιδάκι.

Βγήκαμε στην έναστρη νύχτα ασθμαίνοντας.

Με έπιασε από τη μέση και με έριξε πάνω στο έλκηθρο που περίμενε απέξω.

Οι τάρανδοι μούγκρισαν όλο χαρά.

Αρχίσαμε να πετάμε στον καθαρό ουρανό, όπου διακρίνονταν μόνο μερικά ασημένια αστέρια.

Τον κρατούσα από τους ώμους και μέσα μου κάτι έλιωνε σαν σιρόπι πάνω σε γλυκό.

«Με απήγαγε ο Αγιος Βασίλης», σκέφτηκα με μια άγρια χαρά. «Και πώς να το πω στους άλλους δυο που περιμένουν; Δεν έχω κάν μαζί μου ένα κινητό!»…

Δεν ξέρω τι θα γίνει με τον συμβολαιογράφο. Πώς θα χαριστούν τα δώρα στους νικητές. Τι θα γίνει αύριο.

Το μόνο που ξέρω απόψε είναι πως έπεσα θύμα απαγωγής από έναν κόκκινο άγιο, και ο θεός βοηθός από εδώ και πέρα… [Th]

      

Το πρωί της Δευτέρας 26/12/2011, στις 6.17 ακριβώς κι ενώ ακόμα δεν είχε ξημερώσει, πλησιάζοντας στο κτίριο γραφείων στη Boulevard Anspach στο κέντρο των Βρυξελλών, η Maria Sol, καθαρίστρια από το Εκουαδόρ, είδε σταθμευμένα 4 περιπολικά με αναμμένους τους προβολείς και την είσοδο του κτιρίου όπου εργαζόταν, αποκλεισμένη με πορτοκαλί κορδέλες. Κοντοστάθηκε χωρίς να ξέρει αν θα έπρεπε να κάνει μεταβολή και να φύγει ή να προχωρήσει. Ένα χτύπημα στην πλάτη την κατατρόμαξε. Ήταν ο θυρωρός του κτιρίου, ένας μεσήλικας Έλληνας, ο χειρότερος κουτσομπόλης που είχε γνωρίσει ποτέ · φύσει και θέσει.

Δεν πρόλαβε,  να τον ρωτήσει τί συνέβη, ούτε καν  να τον καλημερίσει κι εκείνος άρχισε να της λέει χωρίς κανέναν ειρμό: “Τον μπαγάσα! Την κοπάνησε με όλα τα δώρα του διαγωνισμού. Και τα λεφτά της αμοιβής άρπαξε και τη δουλειά δεν έκανε! Οι άλλοι κάτω σε μας,  περιμένουν ακόμα τα αποτελέσματα. Συμβολαιογράφος να σου πετύχει! Μεγάλος απατεώνας!. Καλά, βέβαια εγώ  είχα καταλάβει από την αρχή  τι μούτρο ήταν. Το χειρότερο όμως, ξέρεις ποιό είναι;” Χωρίς να περιμένει απάντηση από τη Maria Sol που μόλις που καταλάβαινε τα γαλλικά του με την έντονη Τρικαλινή  προφορά, συνέχισε ακάθεκτος: “ Λένε – κι αυτό να μη σου ξεφύγει σε κανέναν- ότι απήγαγε και τη γυναίκα που του ανέθεσε τη δουλειά!  Αυτή πάλι, σοβαρή μπλογκερ χωρίς να αναλογιστεί τις συνέπειες, λένε ότι ενώ κατάλαβε ότι πρόκειται για απαγωγή, τον ερωτεύτηκε και του πρότεινε να φύγουν μαζί για τη Βενεζουέλα που εργάζεται μια φίλη της που τη λένε So Far! Καταλαβαίνεις βέβαια, ότι έτσι η υπόθεση θα περάσει στα χέρια της Ιντερπόλ και…”

Από τη φλυαρία του θυρωρού η Maria Sol γλύτωσε με την παρέμβαση ενός αστυνομικού που τους πλησίασε κι αφού τη ρώτησε αν εργάζεται στο συγκεκριμένο κτίριο της ζήτησε να τον ακολουθήσει.  Τους είπε ό,τι ήξερε. Ότι είχε δει τα δώρα όταν τα έφεραν  στο γραφείο την περασμένη εβδομάδα και ότι ο συμβολαιογράφος της είχε ζητήσει να μην καθαρίσει το δωμάτιο όπου φυλασσόταν και ότι το είχε διπλοκλειδώσει ο ίδιος. Επίσης   ότι καθαρίζοντας τη ντουλάπα που κρεμούσε το παλτό του, την Παρασκευή το απόγευμα είδε κρεμασμένη μια στολή Αγιο Βασίλη και μια ψεύτικη γενειάδα. Tης φάνηκε περίεργο γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί έναν τόσο όμορφο και νέο άντρα ντυμένο Άγιο Βασίλη. Αφού δίστασε για λίγο πρόσθεσε ότι στο κάτω μέρος  της ντουλάπας  βρήκε τσαλακωμένο ένα χαρτί που έγραφε τρεις λέξεις, τη μία κάτω από την άλλη. Δεν το είχε πετάξει. Αν το ήθελαν, ναι,  το είχε μαζί της. Άνοιξε το πορτοφόλι της, έβγαλε το χαρτί και το έδωσε στους αστυνομικούς. Το έπιασαν φορώντας γάντια, το έβαλαν σε μια διάφανη σακούλα. Μερικές ώρες αργότερα, στη Σήμανση έμαθαν ότι έγραφε ελληνικά: “Θεώρημα, Τσαλαπετεινός, Σελιτσάνος” και μπερδεύτηκαν ακόμα περισσότερο. [Τ]

.

Μαγειρέματα

.
Η εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης για την μαγειρική και τη γαστρονομία έχει γίνει γνωστή ως μοριακή γαστρονομία. Αυτή είναι ένας υποτομέας της επιστήμης των τροφίμων. Σημαντικές συνεισφορές έχουν γίνει από τους σεφ επιστήμονες και συγγραφείς όπως   ο  Τσαλαπετεινός (ψυχοερευνητής, ιπτάμενος καλλιτέχνης),  η  Theorema (ερευνήτρια, αρχιτέκτων ψυχικών δομικών έργων), και ο Σελιτσάνος (επίτιμος γευσιγνώστης, αποτυχημένος φροϋδιστής). Ανθολογίσαμε δείγματα της δουλειάς των τριών σοφών, ευελπιστώντας να συμβάλουμε στην επιτυχία των επερχομένων εορταστικών γευμάτων και τραπεζωμάτων.
.
(ΣΣ. Αν μετά την ακριβή εκτέλεση των συνταγών το αποτέλεσμα δεν είναι το επιθυμητό, διαθέτομεν επαρκή λίστα ικανοτάτων ψυχιάτρων να σας βοηθήσουν)
.

.

Την βλέπω που ανακατεύει το νερό και μου’ ρχεται να φωνάξω. Ούτε βραστό αυγό δεν ξέρει να φτιάχνει η άχρηστη, και μου καμώνεται για μαγείρισσα περιωπής με ένα πάκο τορτελίνια. Σκίζει το χαρτί του Knorr και πετάει τον κύβο στην κατσαρόλα. Μετά ανακατεύει ξανά να πάει παντού η μυρωδιά, έτσι λέει. Δεν αντέχω πια, δε γίνεται άλλο, έσκασα, απόψε θα της το πω. Να ξεμπερδεύω.

«Μύρισε να δεις τι ωραία που ευωδιάζει το φαΐ», λέει και μου δείχνει με την κουτάλα το βραστό νερό με τα πρασινοκόκκινα ίχνη.

Δεν ξέρω τι να κάνω. Πλησιάζω και τραβάω μια μυτιά σα να ρούφαγα κόκα. Τους σιχαίνομαι τους κύβους Knorr, μου φέρνουν αναγούλα.
«Ωραίο», της λέω ο δειλός και της χαμογελάω κι από πάνω.
Πρέπει να τελειώνω με όλα αυτά. Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου και να φερθώ σαν άντρας. Ωραία, έγινε. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είμαι που ερωτεύεται άλλη. Έγκλημα έκανα στην τελική ή μήπως το κυνήγησα κιόλας; Τόσα χρόνια είμαστε μαζί, αδέρφια γίναμε! Ίδιο αίμα. Πηδιέσαι όμως με την αδερφή σου; Είναι ποτέ δυνατόν; Όχι πως με τη Σοφία έμπλεξα μόνο για το σεξ, εννοείται. Τα βλέπω όλα σοβαρά, έρωτας βαρβάτος. Στην αρχή ήταν μια γλυκιά ιδέα, ένα καλό κρεββάτι, λίγη παρέα τις ώρες της μοναξιάς. Σιγά σιγά άρχισα να κολλάω μαζί της. Την σκεφτόμουν συνεχώς, έκανα δέκα ρεηφρές την ώρα στο κινητό, δεν κοιμόμουν τις νύχτες. Οδηγούσα και της αφιέρωνα τραγούδια ενώ δεν ήταν εκεί, μιλάγαμε, της έλεγα και μου απαντούσε, στο μυαλό μου πανικός. Μια δεύτερη ζωή μες στο κεφάλι μου, ακόμα πιο ζωντανή από την πρώτη. Και οι κλεμμένες μας στιγμές, ευτυχία…
«Τα τορτελίνια επιπλέουν. Λες να έγιναν; Έτσι γράφει στο πακέτο», με ρωτάει και με κοιτάζει σα να ξέρει τι σκέφτομαι. Σα να με διαβάζει.
«Σβήσε τη φωτιά και σούρωσέ τα», της απαντώ και την ίδια στιγμή σκέφτομαι πως θέλω να της φέρω την κατσαρόλα στο κεφάλι. Ή να χώσω μέσα το κεφάλι μου εγώ. Καλύτερη ιδέα.
«Η κρέμα γάλακτος με το ροκφόρ πόση ώρα πρέπει να βράσει; Να τρίψω σκόρδο τώρα ή μετά;», ρωτάει με φωνή αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού και με πιάνει ζαλάδα.
«Λιώσε στην κρέμα το τυρί, ανακάτεψέ τα κάνα τέταρτο σε σιγανή φωτιά με ξύλινο κουτάλι, ρίξε μανιτάρια, μπέικον, αλατοπίπερο και στο τέλος λίγο βούτυρο και μια πρέζα σκόρδο», απαγγέλλω τη συνταγή που υποτίθεται πως είχε αναλάβει να μαγειρέψει.
Παρόλα αυτά δεν την μισώ. Απλώς τώρα πια την βρίσκω αδιάφορη, κρύα, εκνευριστική, ασέξουαλ. Κάποτε την ερωτεύτηκα μέχρι θανάτου, σήμερα απλώς την ανέχομαι και μελαγχολώ. Μπορεί και αυτή το ίδιο.
Η Σοφία περιμένει να περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα.
«Αν της το πεις επιτέλους», μου ξεκαθάρισε, «μπορούμε να μείνουμε μαζί από το ίδιο βράδυ. Αν διστάσεις ξανά, θα πάω πίσω στο νησί και μη με ψάξεις».
Να μην την ψάξω…
«Έλα λίγο μωρέ να δεις τη σάλτσα», με φωνάζει και σπεύδω σαν κουρδισμένο ρομπότ.
Η σάλτσα έχει δέσει, τα υλικά έχουν γίνει ένα μεταξύ τους, οι μυρωδιές έχουν συγχωνευτεί. Όπως κι εμείς οι ίδιοι τελικά. Όπως και οι ζωές μας.
Την κοιτάζω που σερβίρει στην κουζίνα μας. Με τα γνωστά μαχαιροπίρουνα, τα οικεία πιάτα, τα παλιά ποτήρια. Σκέφτομαι το βόλεμα των γυαλικών μέσα στα ντουλάπια. Των σεντονιών στο συρτάρι. Των ρούχων στις κρεμάστρες. Των βιβλίων στα ράφια. Το δικό μου δίπλα της, μέσα στο σπίτι αυτό. Το βόλεμά μας. Τεράστιο μαρτύριο το ξεβόλεμα αυτό, σκέτη αγωνία ανασφάλεια του άλλου. Κι αν η Σοφία με παρατήσει και καταρρεύσω μετά; Αν στραβώσει κάτι;
Τουλάχιστον τώρα ξέρω πως η ζωή μου είναι στρωμένη, άνετη. Αν με τη Σοφία δεν τα βρούμε στη συγκατοίκηση, στα οικονομικά, τις διακοπές ή όπου, τι κάνω εγώ μετά; Πάτησα τα πενήντα πια. Παρόλο τον έρωτα και το ωραίο σεξ, παρόλη την καύλα, είμαι τώρα για νεανικές περιπέτειες και δοκιμές ζωής;…
«Τρώμε, αγάπη μου», φωνάζει δυνατά και τότε ξέρω μέσα μου πως ούτε και φέτος θα χωρίσω.

.

.

Θεώνη! Τί κάνεις στο παράθυρο πάλι; Στη ρέμβη το έριξες τώρα που έπρεπε να βγάλεις φτερά στα πόδια σου; Σάλευε! Πρώτα στον μπουφέ· τα ασημένια μαχαιροπίρουνα θέλουν γυάλισμα με σόδα. Θέλω να βλέπω το πρόσωπό μου στα κουτάλια. Και ύστερα πιάσε να πλύνεις το καλό σερβίτσιο. Τι θα πει είναι καθαρό; Όχι κύριε, δε φωνάζω. Οδηγίες δίνω στη Θεώνη. Και τα κρυστάλλινα ποτήρια θέλουν φρεσκάρισμα. Το άσπρο τραπεζομάντηλο, κολλαριστό, θα στρωθεί αύριο και μεθαύριο, την παραμονή θα μπούνε τα σερβίτσια. Να εδώ, στην κορυφή, στη θέση του μακαρίτη, θα καθίσει ο θείος Χαρίλαος κι απέναντι ο κουνιάδος μου ο βουλευτής. Τρομάρα του. Σαράντα στρέμματα έδωσε μπιρ παρά για να εκλεγεί. Τα είκοσι ποτιστικά. Μακριά οι δυο τους, γιατί θα αρπαχτούν πάλι για τα πολιτικά, χρονιάρες μέρες. Μπορώ να ξεχάσω τι έγινε τα Χριστούγεννα του `53; Όχι το `55 ήταν, γιατί εκείνη τη χρονιά είχαμε πάρει το πικ απ. Grundig, παρακαλώ. Εξαίρετος ήχος. Ακούγαμε “Λίγες καρδιές αγαπούνε”, όταν ήρθαν στα χέρια. Είδαμε και πάθαμε να τους χωρίσουμε. Κι ό, τι είχαμε αρχίσει να χορεύουμε. “…οι πιο πολλές σε ξεχούνε, μόλις περάσει η βραδιά…” . Ω! Με συγχωρείτε κύριε, αλλά με το τραγούδι παρασύρομαι, δίκαιο έχετε, πιο σιγά…Μακριά λοιπόν! Μακριά για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Οι άλλοι θα βολευτούμε. Πέντε από τη μια μεριά, πέντε από την άλλη. Δώδεκα μόνο φέτος -ζωή να έχουμε- άνετα θα είμαστε. Να αγιάσει η ψυχή της μανούλας μου που διάλεξε αυτό το τραπέζι. “Μεγάλο κόρη μου” έλεγε και ξανάλεγε, “να χωράνε όλοι στις γιορτάδες”. Εγώ βλέπεις δεν το ήθελα τόσο μεγάλο γιατί…

Χτυπάνε Θεώνη! Κουφή είσαι και δεν ακούς; Τρέχα γρήγορα να ανοίξεις. Ο παραγιός του χασάπη θα είναι. Αλλά πρόσεξε: όχι πολλά πολλά μαζί του. Ξέρω πολύ καλά τι λέω εγώ. Σουσουράδα. Τον έχω δει που κόβει βόλτες συνέχεια έξω από το σπίτι. Σοβαρή σοβαρή να του ανοίξεις και να δεις αν τα έφερε όλα. Κιμά -δυο οκάδες χοιρινό, μια οκά μοσχάρι, για τη γέμιση και τα γιαπράκια- τη γαλοπούλα και το κεφάλι με τα ποδαράκια για την πηχτή. Αν δεν είναι διπλοκομμένος ο κιμάς, να του πεις να τον πάρει πίσω και να τον περάσει δεύτερη φορά στη μηχανή. Ύστερα βάλε την κεφαλή του χοίρου στο νερό να λευκανθεί και να καψαλίσεις καλά το πουλερικό. Θεώνη στάσου!!! Να την προλάβω ήθελα κύριε, γι αυτό φώναξα, να της δώσω το μπουρμπουάρ του παραγιού. Καλά, καλά αφού επιμένετε θα του τα δώσω ιδιοχείρως όταν περάσω να πληρώσω το χασάπη. Αλλά αφήστε με τώρα. Πρέπει να δω τη συνταγή του μπακλαβα γιατί δεν την ενθυμούμαι καλώςΔιπλή δόση θα κάνω φέτος. Να στείλω και μια πιατέλα στην εξαδέλφη μου. Πέντε χρόνια και το κρατάει ακόμα το πένθος. Υπόδειγμα συζύγου η Χαρίκλεια. Να ο Τσελεμεντές, τα γυαλιά μου όμως πού τα άφησα; Εγώ στα τρία ξεπένθησα, ήμουν βεβαίως πολύ νεότερη, α τα φοράω! Πνιγόμουν με τα μαύρα, το ευρετήριο είναι στο τέλος, αλλά δεν ξανάφτιαξα τη ζωή μου, ευρετήριο, ευρετήριο και μου έκαναν δύο προξενιά. Μ…μ… Μπακλάβας! Σελίδα 339. Ο ένας ήταν καλός. Άνθρωπος του κόσμου, θα έχανα όμως τη σύνταξη. Σελίδα 337, στην επόμενη. Να! Τον βρήκα. “Διακόσια δράμια ψίχα αμυγδάλων”. Όχι, εγώ βάζω εκατό δράμια αμύγδαλα, εκατό καρύδια. Έτσι του άρεσε του μακαρίτη. Έτσι τον έφτιαχνε η πεθερά μου δηλαδή κι έτσι είχε συνηθίσει. Ανάμεικτα. Ορίστε, το έχω σημειώσει εδώ, στο τέλος της συνταγής, εδώ που λέει: “Θέτομεν δε αυτόν να ψηθή εις μέτριο φούρνον επί μίαν και ημίσειαν ώρα”.

Όταν έρθει η Θεώνη, θα της πω να κοπανίσει και κανελλογαρύφαλλα, τριάντα δράμια για τη διπλή δόση. Να πιάσει μετά να καθαρίσει και τα κάστανα για τη γέμιση, να βγάλει τα κοτσάνια και να πλύνει τη σταφίδα. Όταν μπαίνω στην κουζίνα  θέλω όλα τα υλικά έτοιμα και τη σακοράφα, εκεί  για το ράψιμο της γαλοπούλας. Με την κλωστή περασμένη. Διπλή πάντα για να αντέχει. Αλλά το πιπέρι και το μπαχάρι θα το τρίψει εκείνη τη στιγμή, όχι πριν. Αλλιώς χάνουν τη μυρωδιά τους. Τι μυρίζει; Πω πω άσχημη μυρωδιά είναι αυτή; Να δεις που καψαλίζει τη γαλοπούλα στην κουζίνα. Η τσαπατσούλα! Θεώνη!!! Δεν της κόβει να βγει στην αυλή. Πρέπει να τη σταματήσω. Αφήστε με. Θα βρωμίσει όλο το σπίτι και περιμένω κόσμο. Αφήστε με σας λέω. Θεώνη!!! Πού είσαι; Ορίστε κατάστασις! Άφησε την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή και τα κρέατα πάνω στο τραπέζι. Θεώνη!!! Δεν είναι. Έφυγε. Το έσκασε το παλιοθήλυκο με τον παραγιό του χασάπη. Το `ξερα. Αυτόν περίμενε στο παράθυρο. Αφήστε με! Μη με τραβάτε, χήρα γυναίκα! Αφήστε με! Αμάν! Μπήκε γάτα. Να την! Μα δεν τη βλέπετε; Διώξτε την! Θα πάει στα κρέατα! Ξουτ! Ξουτ! Παλιοθήλυκο κι εσύ. Θα μου τα μαγαρίσει! Αχ Θεώνη τί μού έκανες! Παλιόγατο, άστο κάτω το κεφάλι. Αφήστε με! Μη με κρατάτε. Τι είναι αυτό; Ένεση; Δεν θέλω ένεση. Δε θέλω να ηρεμήσω. Να κοιμηθώ; Γιατί να κοιμηθώ; Περιμένω κόσμο για το ρεβεγιόν. Έχω ετοιμασίες. Καταλαβαίνετε; Μη! Με πονάτε. Θα ενημερώσω τον κουνιάδο μου για τη συμπεριφορά σας. Είναι βουλευτής ξέρετε. Του κυβερνώντος κόμματος. Όχι κύριε, όχι. Μη μου κάνετε ένεση… Αααχ! Δεν πρέπει να κοιμηθώ γιατρέ. Έφυγε η Θεώνη, και… πρέπει να τα ετοιμάσω όλα μόνη μου… Με τον παραγιό του χασάπη… Έχω να μαγειρέ…

.

.

«Όχι, όχι δεν είναι που δεν θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου» σκέφτηκε καθώς έσπαγε τα τέσσερα αυγά, χωρίζοντας τους κρόκους απ’ τ’ ασπράδια. «Θέλω. Θέλω πολύ. Σαν τρελός.» Έβαλε τους κρόκους σ’ ένα μπολ κι έριξε τ’ ασπράδια στο μίξερ. Το άνοιξε σε μεγάλη ταχύτητα να χτυπηθούν μαρέγκα. «Είναι που δεν πρέπει. Εγώ είμαι ένας γεροσαλιάρης κι εσύ μια γυναίκα που ανθίζει. Θα μπορούσε να ήσουν κόρη μου.» Άναψε τον φούρνο στους διακόσιους βαθμούς. Πήρε ένα μέτριο ταψί, έριξε μέσα ένα ολόκληρο πακέτο βιταμ, μια κούπα ζάχαρη άχνη και μια κουταλιά της σούπας σορωτή φρεσκοτριμμένη κανέλλα. Το έβαλε στο φούρνο. «Δεν είναι ούτε αυτό όμως. Δεν έχω τέτοια κολλήματα.» Έπιασε ν’ ασχολείται με τα μήλα. Πρώτα να βγάλει τα κουκούτσια με το ειδικό εργαλείο. Κοίταξε με κλειστό το ένα μάτι μέσα από τη σήραγγα που έκανε στο φρούτο, χαμογελώντας στην ιδέα ότι, κατά τον Πουανκαρέ, του πρόσθεσε μία ακόμη διάσταση. Έβγαλε τα κουκούτσια απ’ όλα τα μήλα κι έπιασε να τα ξεφλουδίζει. «Είναι που όλον αυτόν τον καιρό σε παρατηρώ και σε πλάθω στο μυαλό μου.» Έριξε τους κρόκους στην μαρέγκα και άφησε το μίξερ να τ’ ανακατέψει καλά. Έβγαλε το ταψί απ’ το φούρνο. Ανακάτεψε καλά το μείγμα βιτάμ, άχνης, κανέλλας να γίνει ομοιγενές. Έκοψε τα μήλα σε ισοπαχείς ροδέλες και τις έστρωσε μες στο ταψί με το καστανό σιρόπι. Μέσα σε κάθε τρύπα, που πριν φιλοξενούσε τα κουκούτσια, έβαλε από ένα κομμάτι καρυδόψυχα. Έβαλε πάλι το ταψί στο φούρνο. «Δεν ξέρω καν πώς είσαι γυμνή. Αν καυλώνεις μ’ ένα βλέμμα,μ’ ένα άγγιγμα ή χρειάζεσαι περισσότερα.» Έρριξε μες τη μαρέγκα μία κούπα ζάχαρη άχνη, μια βανίλλια κι ένα ρακοπότηρο Grand Marnier κίτρινο. Τ’ άφησε ν’ ανακατευτούν καλά. «Αν ανατριχιάσεις από ηδονή όταν αγγίξω τον λαιμό ή τη μέση σου.» Έριξε στο μίξερ μια κούπα αλέυρι που φουσκώνει μόνο του. Πέντε λεπτά. Όχι μόνο ν’ ανακατευτεί καλά αλλά να «πάρει αέρα» το μείγμα. Έβγαλε το ταψί από τον φούρνο με τα μήλα που είχαν πια μελώσει. «Αν νιώσεις να λιώνεις όταν γλείψω το αυτάκι σου.» Άδειασε το περιεχόμενο του μίξερ πάνω στα μήλα προσέχοντας να καλυφθούν ισοπαχώς. Έβαλε το ταψί στο φούρνο. Είκοσι λεπτά. «Εγώ όμως μέσα στο κεφάλι μου έχω αποφασίσει για όλ’ αυτά. Ξέρω ότι μόλις σε κοιτάξω βαθιά στα μάτια, θ’ αγκιστρώσω το βλέμμα σου. Μόλις σε πιάσω από τη μέση θα νιώσεις μια αντριχίλα να σε διαπερνά. Μόλις αγγίξω  με τα χείλη μου το λαιμό σου θα κρεμαστείς επάνω μου, σα να φοβάσαι ότι θα σωριαστείς. Όταν θ’ αρχίσω να σε γδύνω αργά αργά, καθυστερώντας να γευτώ το κάθε καινούργιο κομμάτι του κορμιού σου που αποκαλύπτεται, δεν θα πατάμε πια στη γη αλλά λαχανιασμένοι θ’ ανεβαίνουμε την κλίμακα της ηδονής. Και όταν θά ‘ρθει  η στιγμή της μέθεξης, δεν θα υπάρχει ανθρώπινη λέξη να περιγράψει την έκρηξη, τον απειρισμό του οργασμού. Γι’ αυτό σου λέω.»
Είκοσι λεπτά. Άνοιξε τον φούρνο, πήρε ένα μαχαίρι και το βύθισε στο ψηλότερο σημείο του παντεσπανιού. Το έβγαλε. Πεντακάθαρο. Έτοιμο λοιπόν. Πήρε μια πιατέλα, ελαφρώς μεγαλύτερη απ’ το ταψί, το καπάκωσε μ’ αυτήν και τα γύρισε μαζί ανάποδα. Η μηλόπιτα στάθηκε περήφανα με το σιρόπι της ν’ αργοτρέχει στα πλαϊνά της. Κοίταξε ικανοποιημένος τα μελωμένα μήλα , τα καρύδια που στραφτάλιζαν καραμελωμένα. Για τι παντεσπάνι ήταν σίγουρος. Ήξερε ότι αν φαντασιωνόταν ερωτικά όταν έφτιαχνε μηλόπιτα, η επιτυχία ήταν εξασφαλισμένη.

Χριστουγεννιάτικο κουίζ: Βρείτε ποιος έγραψε ποιο κείμενο και κερδίστε πλούσια δώρα! Καλά Χριστούγεννα!
.

Devotion

.

Πόσο μ’ αρέσει να μπαίνω στα εγκαταλελειμμένα δωμάτια και να σκουπίζω τις σκόνες και τους παλιούς σοβάδες. Πόσο μ’ αρέσει να κατεβαίνω στο δρόμο και να διώχνω με τη σκούπα τα απόνερα, τις λάσπες, τα σκουπίδια…

.

The hungry dogs of reason

Ένας διαδικτυακός φίλος μου έστειλε χτες τη νύχτα το κομμάτι που επενδύει μουσικά το ποστ λέγοντάς μου: » αυτοί οι στίχοι θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί από εσάς «. Αναρωτήθηκα αν όντως θα μπορούσε να είχε γίνει έτσι. Και τι οδήγησε τον φίλο αυτό να συνδυάσει τους αισθησιακούς στίχους του τραγουδιού με την προσωπική μου στυλιστική τοποθέτηση απέναντι στα γραπτά μου. Και όχι μόνο.

Ακολούθησε ένα γιουτιουμπάκι με σκηνές από τον ουρανό και τις γειτονιές της Υπέρτατης Πόλης, της Αθήνας, με τον εκπληκτικό τίτλο Time lapse around Athens. Παρατηρούσα έκθαμβη τα σύννεφα να τρέχουν στον αττικό ουρανό, το ηλιοβασίλεμα πάνω από το στάδιο, τους δρόμους γύρω από τη Βουλή, τις κεραίες στις ταράτσες των πολυκατοικιών, το χάραμα πάνω από τον Πειραιά, τα κίτρινα ταξί που φρέναραν μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός, το νυχτερινό σταθμό του Θησείου, τις καμινάδες της Τεχνόπολης. Ρούφηξα τις ανάσες της πόλης, έγινα ένα με τα χρώματά της. Θυμήθηκα στιγμές που ξόδεψα στα μέρη αυτά, αισθήματα που χαλάλισα, κουβέντες που άκουσα και είπα. Αποσπάσματα ζωής που εν πολλοίς με συνθέτουν ως προσωπικότητα και ως ψυχισμό. Βαθιά, απόλυτα.

Προσπάθησα να ταιριάξω αυτά τα δύο βιντεοκλίπ ακολουθώντας το νήμα της σκέψης που έκανε έναν άνθρωπο να τα επιλέξει προσεκτικά και να μου τα απευθύνει. Την ίδια νύχτα, το ένα μετά το άλλο, κολλητά. Ρωτώντας με πράγματα για μένα, και μιλώντας για τον εαυτό του έξω από τα δόντια.

Αν υποθέσουμε πως σε αυτό τον κόσμο είμαστε όλοι κινηματογραφιστές, όπως λέει και το βυτίο, αυτό το μικρομηκάδικο αναπάντεχο δώρο και οι στίχοι του συγκεκριμένου τραγουδιού ήταν η απλή περιγραφή μιας πραγματικότητας που ενδέχεται να με αφορά όντως. Το πέρασμά μου από τα διάφορα σημεία της γης, είτε αυτά βρίσκονται σε χώρες, πόλεις και χωριά είτε κρύβονται απλώς σε ένα αφηρημένο χέρι στην άκρη του τραπεζιού, σε μια μικροσκοπική κουζίνα ή σε ένα ημιφωτισμένο υπνοδωμάτιο, διέπονταν ανέκαθεν από μια συγκεκριμένη ανάγκη: να αισθηματοποιείται ο κόσμος γύρω μου με τρόπο που να με διαπλάθει ψυχικά και συναισθηματικά. Να με βελτιώνει. Να αποχωρώ λίγο μετά παίρνοντας ένα μυστικό «κάτι» από όλα αυτά μαζί μου.

Δεν ξέρω αν αυτή η ανάγκη εκφράζει αισθησιασμό, δίψα ή περιέργεια. Νιώθω συγχρόνως και τα τρία. Πολλές φορές αισθάνομαι πως δεν είμαι ο εαυτός μου ως σταθερή και ολοκληρωμένη οντότητα με σάρκα και οστά, αλλά κυρίως όλες εκείνες οι ψηφίδες των τόπων και των ανθρώπων που κάποτε συνάντησα και κατάφεραν να αφήσουν μέσα μου ένα αδιόρατο ίχνος. Σχεδιάζοντας έτσι το περίγραμμά μου, διαπλάθοντας το μέσα μου, διαμορφώνοντας το οπτικό μου πεδίο. Τις περισσότερες φορές χωρίς καν να το ξέρουν και, φυσικά, χωρίς να το έχω αντιληφθεί.

Αισθησιακές θάλασσες μου έχει τύχει στη ζωή μου να διασχίσω μερικές, όμορφα τοπία με παρελθόν και παρόν αξιοζήλευτο έχω αγαπήσει. Ανθρώπινες φωνές, λεπτομέρειες βλεμμάτων, ήχους φωνών, σπάνιες λάμψεις σκέψεων έχω επίσης θαυμάσει. Μουσικές και εικόνες θαυμαστές με έχουν κεράσει λίγη από την αίγλη και την μοναδικότητά τους. Συγκινήσεις έχω δεχτεί κάμποσες και με έχουν όλες σημαδέψει.

Παρόλο που οι αυτοπροσωπογραφίες, και δη λέξεων, με βρίσκουν αντίθετη και τις αποφεύγω όσο μπορώ, αυτές τις μικρές, γενικές εξηγήσεις νομίζω πως τις όφειλα σε κείνο τον υπέροχο φίλο που με κολάκεψε και με τίμησε πολύ, όχι μόνο με τα δώρα του αλλά και με την ακόλουθη αποχαιρετιστήρια δήλωσή του. «Παρέα μου απόψε ήταν το χαμένο των σκέψεών σας».

Για όλα τον ευχαριστώ.

Συν τοις άλλοις, για την προσοχή που έδωσε στο «χαμένο των σκέψεών μου» που συστηματικά αντιστέκεται στα πεινασμένα σκυλιά της λογικής και για εκείνη την εμμονική του προσκόλληση σε έναν Ωραίο πληθυντικό, που δεν αρνούμαι πως κυριολεκτικά, παντού και πάντοτε, με γοητεύει.

Τα σέβη μου.

Eve of Des, μια γυναίκα με πάθος

Μια μέρα θα γίνω γνωστή ως η γυναίκα που την έπιασαν να κάνει έρωτα σε ένα λαχταριστό γεμιστό///Όταν θα με ρωτάνε τα imaginary παιδιά μου «μαμά τι έκανες αντί να κάνεις εμάς» θα λέω «πολύ λάθος επιλογή μακιγιάζ«///Μου άρεσε η Caesaria. Είχα παίξει ένα cd της στο ωραιότερο ραντεβού της ζωής μου///M’ αρέσει τόσο η συννεφιά που λέω από αύριο να μην πολυπλένω τα τζάμια///Όποτε έχει συννεφιά πάντα ονειρεύομαι πως μένω σ ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα///Πού ναι εκείνες οι εποχές που αν γινόταν μια μαλακία ο κόσμος έριχνε ένα ζεμπέκικο στο δρόμο και στο τέλος τα νικούσε όλα η αγάπη;///Ανελέητη λιακάδα και πυρετός. Ο Μέρφυ μ’ αγαπάει ακόμα///Με ρώτησες «που είναι ο βεσές«. Σε πόθησα στιγμιαία///Με είπανε Δωρική. Χάθηκε μια φορά να με πούνε γκομενάρα;///Να μαζευτούμε όλοι οι δρυΐδες 200 χρονών στην ψυχή στο Au revoir να πιούμε και τα νερά απ’ τα καλοριφέρ///Θέλω να κάνω τατουάζ το «οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές«. Στο μέτωπο///Κανιβαλιστικές γκόμενες καλύπτουν τα αίματα με ρουζ///Κακογαμημένη ή αγάμητη;///Το χουχουλιάζειν εστί φιλοσοφείν///Πιο πιθανό να βρεθεί η χαμένη Ατλαντίδα παρά να σηκωθώ να πάω στην κουζίνα να πιω νερό///Ήπια 3 κούπες τίλιο, είμαι σκεπασμένη με 3 κουβέρτες, 68 βαθμοί κελσίου στο κρεββάτι. Αυτό δεν εννοούν γυναίκα φωτιά;///Θέλω κρυφό θαυμαστή αλλά μη μας βγει και στόκερ///Κάνω λογοπαίγνια με το σεξ και το κοτόπουλο. Το μαλακόμετρο θα’ ρθει να με βρει πετώντας, σαν μαγικό χαλί///Οι χίπιδες αγκαλιάζουνε μπαομπάμπ – εγώ θα ξαμοληθώ να αγκαλιάζω τις κολώνες και τα παγκάκια της Αθήνας///Δε θα παντρευτώ τη γάτα. Ένα συνθεσάηζερ θα πάρω///Τι κέφι είναι αυτό. Πού’ ναι τα μπαλέτα να ξεχυθούν στους δρόμους, να ρίξουν κανα ζεμπέκικο στις οικοδομές///Σταμάτησε για λίγο η καρδιά μου///Δεν μπορώ να φτύσω βρισίδια. Θέλω μόνο να βγω σε ένα λιβάδι να μάσω βιολέτες///Τόσο που μαρέσει το φαί κι ο ύπνος μπορώ κάλλιστα να φάω το κρεββάτι μου και θα χω άψογο συνδυαστικό αποτέλεσμα απόλαυσης///Ακάκιε. Ο άντρας να είναι ψηλός///Τρώω αγκινάρα τουρσί. Είμαι και επισήμως 239 χρονών///Αγάπες και πούτσες. Έχετε φάει σαρμά;///Έγινε και το κοτόπουλο, τέτοια ατμόσφαιρα κατάνυξης ούτε ο πανάγιος τάφος δεν πρέπει να χει δει///Βαθιά ευγνωμοσύνη στα χαριτωμένα φλις κουβερτάκια///Βάφλα σοκολάτα τώρα κι ας μη γαμήσω ποτέ///Μου λένε πως με τέτοιο βρωμόστομα γαμπρός δεν. Και μούλιασε το αυτί μου απ’ τον ιδρώτα///Μακάριοι όσοι δε συζούν και μπορούν να φοράνε εκείνο το ξεχειλωμένο μπλουζάκι που χουν απ’ το Γυμνάσιο και να γουρουνιάζουν αλόγιστα///Είδα και όνειρο ότι φορούσα παντελόνι καμπάνα. Καμπάνα, για το θεό. Αυτό είναι πιο ξεφτίλα απ’ το είμαι γυμνή στο μάθημα///Εχω πιο πολλά νεύρα κι απ’ τον γούλβεριν///Θέλω να πάω να τσεκάρω τι είναι αυτό το Φάουστ αλλά φοβάμαι μην σηκωθεί κανας 19χρονος χίπστερ να μου δώσει τη θέση του///Νομίζω ότι τα ομορφότερα ταξίδια τα κάνουμε στο μπαρ, που λέμε ότι κάποτε θα φτάσουμε στα πέρατα της γης παρέα///Αρχισαμε τις ουισκάρες. Γουήντερ ιζ κάμιν///Ένας ιππότης για τη Βασούλα//Μου πε «έλα πριν φύγω να ζήσουμε μαζί για ένα μήνα, όπως παλιά«. Μα η καρδιά δεν είναι κάλτσα να τη μαντάρουμε///Άνθρωποι με τόσα πτυχία, άνθρωποι τόσο ατάλαντοι///Τέτοια διαβάζω κ σε καναδύο χρόνια θα πιλαλάω τα λιβάδια στο Δαφνί με λευκή νυχτικιά///Μου πεσε σέξυ βρακί στο μπαλκόνι του θρησκόληπτου αντιπαθητικού γείτονα. Η φάση είναι πιο awkward κι από sing along στους Sigur Ros///Ο ταξιτζής μ’ έχει κάνει το γύρο της αγάπης στο κέντρο και ακούμε τσίτα χαουζάκια. Θέλω να αυτοαναφλεγώ με φτηνό πατσουλί///Πίνω πολύ για να ειμαι αεράτη///Θα πα να κάνω προέκταση χεριών για ακόμη πιο ζεστές αγκαλιές///Κάνω ένα παστίτσιο όλο τρέλα, σα να ναι η τελευταία μου φορά///Έχω μέσα μου τέτοια κλαούνα που θα ζήλευε κι η μακαρίτισσα η Αλίκη το δικό μου το «αυτά θέλει ο κόσμος«///Λόγω εορτής πατέρα θα μαζευτεί όλος ο θίασος απ το δελφινάριο (η παρέα τους) χοτ αστεία: η γεροντοκοροσύνη μου, η σεξουαλική τους ζωή. Βοήθεια///Μαζί με τους θρυλικούς κροκόδειλους στους υπονόμους κάπου εκεί παραδίπλα σούρνεται κ η διάθεση μου///Ναι///Ακόμα δε μπορώ να ξεπεράσω την ομοιότητα του Τσίπρα με τον Ασημάκη Κατσούλα. ‘Η το γεγονός ότι τον λένε Ασημάκη///Θέλω ένα διάλειμμα, πάμε πολύ γρήγορα – θέλω να έρθεις στο παράλληλο σύμπαν που έχουμε ήδη τρία παιδιά κ εξοχικό στην Κινέττα///Όσα αποθέματα χιούμορ κι αν διαθέτω όταν κακά πράγματα συμβαίνουν σε καλούς ανθρώπους πεθαίνω λίγο///Τάδε έφη EveofDes///Το πιο πρόσφατο εμμονικό κόλλημά μου σε αυτό το αχανές περιβάλλον που ονομάζεται Twitter, και όσοι διαθέτετε λογαριασμό παρακαλώ Follow αμέσως///Αμέσως όμως, επείγει.  Την αγαπώ!///Με πείθει για πράγματα που είχα ξεχάσει πως υπάρχουν, όπως για παράδειγμα το πηγαίο, πανέξυπνο χιούμορ///Τα σέβη μου.


Χιονόνερο

Κυριακή μεσημέρι, χιόνι, συννεφιά.
Ένιωθε αδέξια.
Σαν μια μαϊμού που για να σβήσει τα κεράκια στην τούρτα ρίχνει πάνω ένα ποτήρι νερό.

Before the show you never can tell

Ήξερε πως στην Κίνα τους άρεσαν τα αυγά βρασμένα μέσα σε ούρα νεαρού αγοριού. Στην αγροτική Γαλλία -κανείς δεν ρώτησε ποτέ πού ακριβώς- σέρβιραν στις ηλικιωμένες κυρίες τον καφέ μαζί με τέσσερα μεγάλα κρουασάν βουτύρου που όμως δεν τρώγονταν: πλέκονταν, εφόσον ήταν φτιαγμένα από αγνό παρθένο μαλλί προβάτου. Στα McDonalds σέρβιραν ωμό εγκέφαλο συνοδεία προτηγανισμένης πατάτας – και εδώ ο συμβολισμός ήταν ανέκαθεν αυτονόητος. Ήξερε πως στην Ταϊλάνδη οι γυναίκες έκαναν μάσκα ομορφιάς με τα υπολείμματα βραστών λαχανικών και σπέρματος που περίσσευαν από τους χορτασμένους sex tourists. Η ανορθόδοξη μαγειρική ήταν το ευαίσθητο σημείο της. Η θέωσή της. Καμία πρόκληση δεν θα ανεχόταν να αφήσει αναπάντητη, πόσω δε μάλλον προερχόμενη από αισθησιακό γαλαζοαίματο Υδροχόο με ωροσκόπο Καρκίνο.

«Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν είχα ζητήσει ψητά ορτύκια σε σάλτσα μύρτιλου… Ή καραβίδες με αφρό τραχανά και εσάνς πράσινου μήλου… Ας είναι. Αναμένω με αγωνία το επόμενο μαγειρικό σας εγχείρημα, αγαπητή…» της είχε πει ένας τέτοιος, και αμέσως ήξερε πως είχε έρθει η στιγμή να ξαναμπεί στην κουζίνα.

Πήρε με σεμνή προσοχή τα ορτύκια από το χειροποίητο βιετναμέζικο καλάθι που ήξερε πως προσδίδει πάντοτε μια ιδιαίτερη μυρωδιά στην ωμή σάρκα. Μερικές ίνες μπαμπού είχαν κολλήσει ανάμεσα στα φτερά. Οι φουσκωτές κοιλιές τους ευωδίαζαν εξωτισμό και αγωνία σχιστομάτη βιοποριστή κυνηγού των ελών δίπλα στη σπηλιά Χανκ Σον Ντονγκ. Η καλύτερη τοποθεσία της περιοχής για τερψιλάγνα στρουθία, εξάλλου. Η καλύτερη μυρωδιά έκπληκτου θηράματος. Όλα πήγαιναν ρολόι. Εναπόθεσε τα στρουθία στον ξύλινο πάγκο από αυθεντικό Μεράντι – άλλο ένα είδος ξυλείας που προσδίδει απαράμιλλη μυρωδιά στο κρέας – τα έτριψε ζωηρά και άρχισε να τραβάει ένα ένα τα χρωματιστά φτερά τους. Τελειώνοντας το ιδιότυπο μαρινάρισμα πάνω στα ευωδιαστά ξύλα, ξέπλυνε με λευκό γαλλικό κρασί – ημιαφρώδες προτιμούσε πάντα – μετά άπλωσε τα μικροσκοπικά ορτύκια στο πήλινο σκεύος και πρόσθεσε τον αιματηρό χυμό των αγριομύρτιλλων που είχε μαζέψει ιδιοχείρως από το δάσος της περιοχής εκείνο το μεσημέρι. Άφησε το έδεσμα να ψήνεται σε μέτρια θερμοκρασία, καλυμμένο με φύλλα Τζαϊπουριανού μάνγκο και μπανανιάς από φυτά μετρίου μεγέθους.

Στην μαντεμένια κατσαρόλα της – είχε αδυναμία στα brut υλικά – των 45 εκατοστών, έβραζαν ήδη οι τρεις μικρές καραβίδες. Ανασήκωσε το καπάκι και εισέπνευσε την τελευταία τους πνοή καθώς το νερό είχε μόλις αρχίσει να κοχλάζει. Παρατήρησε τα λεπτά ποδαράκια που αν είχαν φωνή θα τσίριζαν από πανικό και τις αλλόφρονες κεραίες που αδυνατούσαν να συλλάβουν τον φρικτό τους θάνατο. Χαμογέλασε τρυφερά στα ετοιμοθάνατα θαλασσινά και ανακίνησε διακριτικά το μαγειρικό σκεύος. Δίπλα ακριβώς, περίμενε ο χωριάτικος τραχανάς από κάποιο ορεινό χωριό της Μακεδονίας – Πέρα Γυναικόκαστρο λεγόταν, νομίζω – που με την τραχιά γεύση του θα αναδείκνυε εξαίσια τη γλύκα των τεθνεώτων θαλασσινών.

Άνοιξε το τσόχινο σακουλάκι και εισέπνευσε την υπόξινη μυρωδιά. Πήρε μια χούφτα και την άπλωσε στον πάγκο από Μεράντι. Μούλιασε τα χέρια της σε νερό θερμοκρασίας 40 βαθμών Κελσίου και πατίκωσε ηδυπαθώς το υλικό. Για αρκετή ώρα. Μετά έπλασε μια μικρή μπάλα και ακούμπησε το κατάπλασμα στο δεξί της μάγουλο. Ένιωσε τη θέρμη της εύπλαστης μάζας να ξεσηκώνει κύμματα αναστάτωσης μέσα της. Έκλεισε τα μάτια και απόλαυσε την επαφή. Η χούφτα της είχε άγγιγμα αιθέρων. Ψιθύρισε από μέσα της τις λέξεις φετίχ και περίμενε λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να δράσουν. «Μαρκαλώ, μοσχοβόλος, νεκτάριο, στροφοδίνη, απομυζώ, στέργω». Κάτι από το δέρμα της μεταγγίστηκε στο υλικό και το έκανε να ανατριχιάσει. Κατόπιν αποχωρίστηκε το κατάπλασμα και το κοίταξε να αλλάζει χρώμα μέσα στη χούφτα της. Έστιψε με βία το ζουμί μέσα σε μια καθαρή μαντεμένια κατσαρόλα και το άφησε να σιγοβράσει.

Καθάρισε το πράσινο μήλο με το κατάλληλο σουγιαδάκι ασίγαστου ευρωπαίου κυνηγού – ένα βουκωλικό touch το ήθελε πάντα, ακόμα και στις πιο gourmet συνταγές της – και πέταξε την ολόλευκη σάρκα στα σκουπίδια. Πήρε στα χέρια της τις φλούδες και θαύμασε την ψιλοκομμένη μεμβράνη που αναριγούσε απαλά. Μάζεψε προσεκτικά με ένα μικρό κουτάλι τις δροσοσταλίδες και πρόσθεσε το σπάνιο υλικό στο υγρό του τραχανά που ανακινούνταν δίπλα. Τρεις πρέζες μαύρης ζάχαρης και μία ινδικής κανέλλας προστέθηκαν στο μείγμα και έδωσαν το χρυσοκόκκινο χρώμα που ευχόταν από την αρχή της διαδικασίας.

Μία ώρα αργότερα, πάνω στο λευκοντυμένο ρουστίκ τραπέζι του σαλονιού σερβίρονταν ένας μακρόστενος ασημένιος δίσκος. Στο κέντρο τα ορτύκια έμοιαζαν με λεπτομέρεια από πίνακα του Ντεγκά. Ολόγυρά τους δέσποζαν μερικές αττάσθαλες ίνες μπαμπού, πνιγμένες στην βαθυκόκκινη σάλτσα από τα μύρτιλα και το γλυκασμένο πουλίσιο λίπος. Στα αριστερά μια άλλη πιατέλα με τρεις ροζαλιές καραβίδες λουσμένες στο σιρόπι του πράσινου μήλου και του χαϊδεμένου τραχανά ευωδιάζαν τρυφερότητα και αλλοφροσύνη. Η μελωμένη σάλτσα, σαν σιρόπι καραμέλας αλλά σαφώς πιο υπαινικτική, έγλυφε τα μαλακά κελύφη θυμίζοντας απαιτητική γλωσσίτσα. Μια σταγόνα είχε κυλήσει πάνω στο λινό, σαν απρόσμενος λεκές βιαστικής συνουσίας. Στις κρυστάλλινες κανάτες τα κρασιά περίμεναν στη σωστή θερμοκρασία να έρθει η σειρά τους.

Αποσύρθηκε ικανοποιημένη από το σαββατιάτικο μενού.

Με ένα νεύμα της ειδοποίησε τον μπάλτερ Ιωσήφ που, με τη σειρά του, κάλεσε με την πιο επίσημη φωνή: «Le menu est prêt. Le maître est servi».

Κατόπιν αποσύρθηκαν και οι δύο εις τα ενδότερα, αφήνοντας το σαλόνι μόνο του, με το τζάκι αναμμένο, να περιμένει τον αφέντη του κάστρου που σε λίγο θα γευόταν την έσχατη παραγγελία.

Μικρές απάτες

«Feed me! Feed me!» φώναζε έξαλλη η Audrey στο Μαγαζάκι του Τρόμου///Και ανοιγόκλεινε το καταπράσινο στόμα της περιμένοντας τη λεία που θα της εξασφάλιζε πάραυτα ο ερωτευμένος  Seymour///Άντρες που ερωτεύονται σαρκοβόρα φυτά, αθώα λουλούδια που μεταμορφώνονται σε επιτακτικές μαιτρέσσες, πρώην βολικές ερωμένες που θυσιάζονται εν μία νυκτί, βορά για ένα καινούριο τερατώδες πάθος///Παραφροσύνες ή απλώς παραφορά;///Γέμισε ο κόσμος παραξενιές, πάθη και λάθη, σκοτεινά – πλην όμως γοητευτικά – αδιέξοδα///Σημεία και τέρατα, όπως θα έλεγε και ο ευφυής Oz που δεν χαρίζει κάστανα, ούτε καν έναν κόκκο φακής προκειμένου να σωθεί ο αυτάδελφος ήρωας της κινηματογραφικής του δόξας///Παράξενες μέρες, ανισόρροπες, χωμένες στην αμφιβολία και την δανεική έμπνευση – «δείξε μου πώς να μιλώ με τα δικά σου λόγια»///Η σταθερότητα μοιάζει με αστέρι δυσδιάκριτο σε μακρινό γαλαξία///Παρόλα αυτά, κάτι δυσδιάκριτες, εμπνευσμένες απάτες όπως αυτή που περιγράφει με τόση χάρη ένας εξωτικός φίλος μου είναι θαυμαστοί διάττοντες αστέρες σε έναν ουρανό τυφλό///Οι μικρές καθημερινές απάτες, όπως αυτές που χρησιμοποιεί και ο Seymour προκειμένου να κρατά χορτασμένη την αδυσώπητη Audrey, ή τα εξωτικά πουλιά προκειμένου να κάνουν παιχνίδι όμορφο με την ίδια τους την εικόνα, με γοητεύουν πολύ///Με πάνε ένα βήμα πάρα πέρα στην ανθρώπινη επινοητικότητα, μου δημιουργούν θαυμασμό και ευεξία///Το ίδιο ακριβώς μου προξενούν και κάτι αμετανόητοι  ρομαντικοί τεχνοκράτες που αγαπούν τις λέξεις, τις έξεις και τις σκέψεις, και απαντούν με αποσπάσματα από την Αντιγόνη του Σοφοκλή σε μια απλή ερώτηση ρουτίνας///Χωρίς το παραμικρό ορθογραφικό λάθος///Μαζί με αυτά τα δυο αξιοθαύμαστα πλάσματα, σε λίγο καιρό, θα έχω την τύχη να συναρμολογήσουμε από κοινού ένα παιχνίδι χωρίς ονοματεπώνυμο αλλά με πολύ κέφι, που προσδοκούμε ομαδικώς να προκαλέσει θετικές εντυπώσεις///Κυρίως όμως ζεστά και παιχνιδιάρικα χαμόγελα, όπως αυτό που μου χάρισε γενναιόδωρα και μια άλλη μου πρόσφατη ανακάλυψη (είπαμε, αυτό το ποστ είναι γεμάτο μικρές σκανταλιάρικες απάτες…), την οποία σήμερα θα ήθελα πάρα πολύ να μοιραστώ μαζί σας///http://linguinikids.wordpress.com/ ///Αυτή είναι///Έχω τη χαρά και την τιμή της εναρκτήριας παρουσίασής της///Κάντε μια βόλτα από κει και θα δείτε πως έχω δίκιο///Απολαυστικό///Και, όπως ομολόγησα και σε έναν διαδικτυακό φίλο λιγάκι πιο πριν, που -υπερβολικά και πολύ τιμητικά- κάτι μου είπε περί μπλόγκιν, εμπνεύσεων και αποκλειστικότητας σε ιδεώδη κείμενα, αν δεν εκτιμώ κάτι πραγματικά ούτε το ακολουθώ ούτε το προτείνω///Έτσι και αυτή τη φορά///Τα σέβη μου.



(το κομμάτι αφιερώνεται εξαιρετικά σε κάποιον που οι ήρωές του ζουν μέσα στο κεφάλι του εδώ και τρία χρόνια και, όπως παραδέχτηκε, οι επίμονοι κάποια στιγμή θα αποκτήσουν υπόσταση. Οι άλλοι θα ξεφτίσουν και θα ξεχαστούν.)

Αρέσει σε %d bloggers: